Δευτέρα, 18 Ιουλίου 2011

Το Μαγισσάκι

Μια φορά κι έναν καιρό όλα στον κόσμο αυτόν ήταν πολύ εύκολα. Οι άνθρωποι είχαν ό,τι επιθυμούσαν και δε χρειαζόταν να προσπαθήσουν πολύ. Και δεν ξέρανε τα μάγια τι ακριβώς είναι, γιατί δεν τα είχανε ανάγκη.
Έπειτα όμως, τα πράγματα άρχισαν να δυσκολεύουν. Οι επιθυμίες των ανθρώπων έγιναν μεγαλύτερες και πολλές φορές μπερδεύονταν μεταξύ τους. Οι άνθρωποι όμως και πάλι δεν ήθελαν να προσπαθούν πολύ. Έτσι ανακάλυψαν τα μάγια, στην αρχή για να κάνουν τη ζωή τους πιο εύκολη.
Τα μάγια τότε μπορούσαν όλοι οι άνθρωποι να τα κάνουν. Κι αφού δεν τους ήταν δύσκολο, δε δίσταζαν να προσπαθούν όλες τις επιθυμίες τους να ικανοποιήσουν. Όμως, όσο μεγαλώνανε και μπερδευόντουσαν οι επιθυμίες τους, τόσο και τα μάγια που έπρεπε να κάνουν γίνονταν και πιο πολύπλοκα. Κι έτσι εμφανίστηκαν οι μάγοι και οι μάγισσες.
Οι μάγοι και οι μάγισσες έκαναν τότε χρυσές δουλειές. Γιατί τότε ακόμα τα μάγια ήταν μια δουλειά όπως όλες οι άλλες. Όμως στον κόσμο, από τότε, όποιος έκανε χρυσές δουλειές γινόταν σύντομα αντιπαθητικός. Κι αυτό γιατί, αν οι δουλειές σου πάνε τόσο καλά, τότε μπορείς άνετα να ικανοποιήσεις όλες τις δικές σου επιθυμίες. Και τότε οι άλλοι στην αρχή σε ζηλεύουν και ύστερα σε μισούν.
Και οι άνθρωποι άρχισαν να μισούν τους μάγους και τις μάγισσες και να τους κυνηγάνε. Όσοι απ’ αυτούς γλυτώσανε τα ανθρωποκυνηγητά, ξέφυγαν από τον κόσμο τον πραγματικό και πήγαν και κρυφτήκανε στα παραμύθια. Αλλά και μέσα στα παραμύθια ακόμα οι άνθρωποι δεν έπαψαν να τους καταδιώκουν. Και είπανε πως όλοι τους είναι κακοί. Και πως, ό,τι κάνουν, το κάνουν από κακία και μόνο. Κι έτσι γεμίσανε ξαφνικά τα παραμύθια κακούς μάγους και κακές μάγισσες.
Δεν ήταν, όμως, όλοι τους τόσο κακοί. Στην αρχή τουλάχιστον. Κάποιοι μάλιστα ήταν στ’ αλήθεια καλοί. Πολύ καλοί. Όμως, αν σε κάποιον λες συνέχεια πως είναι κακός, στο τέλος το πιστεύει. Κι έτσι στο τέλος κατέληξαν οι μάγοι των παραμυθιών να γίνουν πραγματικά πανούργοι και φθονεροί. Κι οι μάγισσες όλες πονηρές, ζηλιάρες και παραμυθοκακιασμένες. Και βάλθηκαν με ξόρκια, φίλτρα μαγικά και διάφορα άλλα παραμυθοκόλπα κακό να κάνουν στους καλούς των παραμυθιών. Έτσι, χωρίς λόγο.
Ώσπου ήρθε στον κόσμο του παραμυθιού μια μάγισσα λίγο διαφορετική από τις άλλες. Αυτή ήταν μια καλή μάγισσα. Μα ήταν καλή, όχι επειδή δεν ήθελε να είναι κακή, αλλά από άγνοια. Γιατί κανείς δε φρόντισε να την ενημερώσει πως οι μάγοι και οι μάγισσες παίζουνε τους κακούς στα παραμύθια. Κι αφού εκείνη νόμισε πως μπορεί να παίξει όποιον ρόλο ήθελε, κι αφού οι ρόλοι των κακών ήταν από τότε πολύ δύσκολοι και απαιτητικοί, κι αφού και η ίδια το έβρισκε δύσκολο και βαρετό να παριστάνει την κακιά μάγισσα, έτσι αποφάσισε να είναι ένα μικρό, χαριτωμένο και παιχνιδιάρικο μαγισσάκι.
Tο Μαγισσάκι, όπως όλοι οι μάγοι και οι μάγισσες, ήξερε μερικά μαγικά από τότε που γεννήθηκε. Όχι και πολύ σπουδαία πράγματα βέβαια. Μπορούσε να μετακινεί διάφορα πράγματα, χωρίς να τα αγγίζει, να διαβάζει τη σκέψη των ανθρώπων όταν εκείνοι σκέπτονταν κάτι πολύ έντονα και να κάνει τα σύννεφα να βρέξουν ή να έχει μια όμορφη ηλιόλουστη μέρα, ανάλογα με το αν της άρεσε ο καιρός ή όχι. Αυτά τα βασικά και δυο τρία άλλα μπορούσαν όλοι οι μάγοι και οι μάγισσες να τα κάνουν, χωρίς να έχουν ιδιαίτερες γνώσεις μαγείας. Και γενικά όλοι οι άνθρωποι μπορούσαν να τα κάνουν αυτά, αλλά δεν το ’ξεραν και οι μάγοι κι οι μάγισσες δεν τους το έλεγαν.
Όλα τα υπόλοιπα έπρεπε να πάνε να σπουδάσουν σε κάποια σχολή μαγείας. Κι έτσι έφυγε το Μαγισσάκι και πήγε στην καλύτερη σχολή μαγείας να μάθει να κάνει τα καλύτερα μαγικά του κόσμου. Όμως, αφού οι μάγοι και οι μάγισσες ήταν οι κακοί των παραμυθιών, οι σχολές τους, εκτός από σχολές μαγείας, ήταν και σχολές κακίας. Και το μαγισσάκι, που δεν ήθελε να γίνει μια μάγισσα κακή και πανούργα, τα πήγαινε πολύ καλά στα μαθήματα της μαγείας, αλλά στα μαθήματα της κακίας ήταν πολύ κακή μαθήτρια. Έτσι στο τέλος την έδιωξαν από τη σχολή. Και στενοχωρήθηκε πολύ το Μαγισσάκι. Και θύμωσε που ήταν έτσι ανάποδος ο κόσμος και δεν της ταίριαζε. «Ένας άλλος μαγισσόκοσμος είναι εφικτός», σκέφτηκε και θέλησε μόνο της να τον φτιάξει.
Έφυγε το Μαγισσάκι διωγμένο από τη σχολή της μαγείας που ήταν και σχολή της κακίας. Και πήγε και βρήκε έναν γερομάγο ψηλά σε ένα βουνό. Και του ζήτησε να της μάθει όλα τα μαγικά κόλπα και μόνο αυτά. Χωρίς κακίες και πονηριές. Και τότε ο γερομάγος, που τόσο πολύ γέρος ήταν που είχε ξεχάσει τι πάει να πει καλό και κακό, τη ρώτησε, «Γιατί, κοριτσάκι μου; Τι τα θέλεις εσύ τα γέρικά μου μαγικά; Τι θέλεις με αυτά να κάνεις; Γιατί δεν πας κι εσύ όπως όλες οι μικρές μάγισσες να σπουδάσεις, να γίνεις μια σωστή πονηροκακιά πανουργομάγισσα;» «Γιατί έτσι!», απάντησε με θράσος το Μαγισσάκι, «μάθε μου τα μαγικά σου κόλπα εσύ και τι θα κάνω εγώ μ’ αυτά είναι δουλειά δική μου. Κι αν θες να μάθεις, τον κόσμο αυτόν τον ανάποδο εγώ θα τον αλλάξω!»
Κι έβαλε τα γέλια ο γερομάγος με το θράσος και την αφέλεια του κοριτσιού, μα δεν το έδιωξε. Κι αφού τίποτα καλύτερο να κάνει δεν είχε, άρχισε να του μαθαίνει τα κόλπα τα μαγικά. Τέσσερα χρόνια πέρασε πλάι στον γεροδάσκαλο το Μαγισσάκι. Τέσσερα χρόνια υπέμεινε τις γεροπαραξενιές του, αλλά στο τέλος έγινε μια μάγισσα σωστή, αφού κι από τον γερομάγο καλύτερα τα μαγικοκατάφερνε. Κι ο γερομάγος τέσσερα χρόνια ανέχτηκε το θράσος του κοριτσιού, αλλά στο τέλος είδε κι αυτός τους κόπους του να ανταμείβονται, αφού κι αυτός τα μαγικοκατάφερε κι έφτιαξε στα γεράματα μια τέτοια άξια μάγισσα. «Ήσουν η καλύτερη μαγισσομαθήτρια που ’χα ποτέ», στο τέλος είπε, «καλή μαγισσοσταδιοδρομία!»
Κι άφησε το Μαγισσάκι το γερομαγοδάσκαλο. Κι από το ψηλό βουνό κατέβηκε ξανά στις πολιτείες. Γιατί είχε πάρει φόρα μεγάλη και βιαζόταν τον κόσμο τον ανάποδο με τα κόλπα της τα μαγικά να τον μαγικοαλλάξει. Μα ήταν πολλά τα τέσσερα χρόνια που είχε με το γερομάγο περάσει στο ψηλό βουνό κι είχε ξεχάσει πώς ο κόσμος στ’ αλήθεια είναι. Κι όλα στον κόσμο της τόσο αλλαγμένα ήταν, που μαγικά της φανήκανε. Κι έτσι πέρασε άλλα τέσσερα χρόνια προσπαθώντας τον κόσμο αυτόν τον διαφορετικό να καταλάβει. Άλλα τέσσερα χρόνια μέχρι να βρει τι ήταν αυτό ακριβώς στον κόσμο τον ανάποδο που ήθελε παλιά με κόλπα μαγικά να αλλάξει.
Κι έτσι κυλούσανε τα χρόνια, μα το Μαγισσάκι δε μεγάλωνε. Και δε γινότανε ποτέ μεγάλη μάγισσα το Mαγισσάκι, γιατί τόσο ανήσυχο και περίεργο ήτανε που τα χρόνια από πάνω του δεν περνούσανε. Όσο κι αν άλλαζε ο κόσμος και γερνούσαν όλα γύρω του, το Μαγισσάκι μικρό, χαριτωμένο και παιχνιδιάρικο μαγισσάκι παρέμενε. Κι όλοι οι μάγοι οι κακοί κι οι μάγισσες οι πανούργες το έβλεπαν και αναρωτιόντουσαν, «ποιο μαγικοσκοτεινό και μυστικομαγικό κόλπο ξέρει ετούτη η μικρή και έτσι ο Χρόνος, που από μάγια και ξόρκια δεν καταλαβαίνει, να την νικήσει δε μπορεί;»
Και άκουσε ο γεροχρόνος ο ανίκητος τους μάγους και τις μάγισσες να αναρωτιούνται και να παραμυθοαπορούν. Και ένιωσε να απειλείται από το Μαγισσάκι, πως είχε τάχα εκείνο μονάχο του τα χρονοκόλπα τα δικά του καταλάβει. Φοβήθηκε ο Χρόνος μήπως η μικρή τα χρονομυστικά του πάει και μαρτυρήσει στους ανθρώπους και πάψουνε οι άνθρωποι να χρονοτρέμουν και να χρονοφοβούνται. Κι έστειλε την εγγονή του τη μικρή, την Ώρα, φιλίες να πιάσει με το Μαγισσάκι, το παραμυθομυστικό του μήπως και μάθει έτσι.
Είδε την Ώρα το Μαγισσάκι και χάρηκε που υπήρχε στον κόσμο ακόμα ένα κορίτσι έτσι μικρό, χαριτωμένο και παιχνιδιάρικο σαν κι εκείνη. Και να της μάθει τα κόλπα του τα μαγικά να παίζουνε με αυτά οι δυο τους δεν έβλεπε την ώρα. Και της Ώρας της παραμυθομικρής τα κόλπα αυτά τα μαγικά της άρεσαν πολύ. Και άρχισε με αυτά παρέα να παίζει με το Μαγισσάκι. Και ξέχασε που ο παππούς της ο γεροχρόνος την είχε στείλει εκεί παραμυθοκατάσκοπό του.
Μα από τα κόλπα τα μαγικά και τα παραμυθοπαιχνίδια άρχισε να ταράζεται ο κόσμος των παραμυθιών. Μπερδεύτηκαν οι πρίγκιπες και για άλλες παραμυθοπαλικαριές κινούσανε και άλλες στο τέλος έκαναν. Και οι δράκοι τα μπέρδεψαν κι αυτοί και τις δρακοδουλειές τους στη μέση τις αφήνανε. Όλα ανάποδα πηγαίνανε και γλένταγε το Μαγισσάκι με την ψυχή του που τον ανάποδο τον κόσμο κατάφερε έτσι, ανάποδα να φέρει.
Στο τέλος ακόμα και ο Μεγάλος Παραμυθάς θύμωσε με το Μαγισσάκι. Και αν και σπάνια στον κόσμο των παραμυθιών του αρέσει ο ίδιος να επεμβαίνει, κατέβηκε και μπήκε στο παραμύθι μέσα, το Μαγισσάκι να σταματήσει πριν του τα αναστατώσει τα παραμύθια του όλα. Γιατί με τόσο μπέρδεμα στο τέλος ο Μεγάλος Παραμυθάς θα μπερδευόταν κι ο ίδιος.
Κι αφού ήταν τόσο παραμυθοξεροκέφαλο το Μαγισσάκι και δεν έβαζε μυαλό τον κόσμο να αφήσει ήσυχο, του πήρε τη φιλενάδα του την Ώρα και στον παππού της τον γεροχρόνο πίσω την έστειλε. Και από τον κόσμο των παραμυθιών στον κόσμο τον πραγματικό το Μαγισσάκι έδιωξε.
Από τότε ψάχνει το Μαγισσάκι στον κόσμο τον πραγματικό κάπου την ψυχή του την παιχνιδιάρα, την ανήσυχη, να κρύψει. Γιατί, αφού τον κόσμο τον ανάποδο δε μπόρεσε ν’ αλλάξει, ν’ αλλάξει πια έπρεπε τη μαγισσοψυχή του.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου