Σάββατο, 23 Ιουλίου 2011

Ο Ψωρόγατος

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν μια χώρα όπου βασίλευε για πάντα η ειρήνη. Όχι πως δεν είχανε πολέμους στη χώρα εκείνη. Αλλά κι οι πόλεμοι που γίνονταν, ήταν πόλεμοι ειρηνικοί. Αφού και στους πολέμους στο τέλος η ειρήνη βασίλευε και πάλι.
Στη χώρα εκείνη της αιώνιας ειρήνης, υπήρχε και μια μεγάλη αρχόντισσα που βασίλευε και πάνω από την ειρήνη ακόμη. Κάτι σαν αυτοκράτειρα. Μα στα παραμύθια αυτοκρατορίες δεν χωράνε. Γι’ αυτό και όλοι αρχόντισσα τη λέγανε. Της ειρήνης Αρχόντισσα – μια Αρχοντοειρήνη!
Και ήταν η αρχόντισσα αυτή ένα παραμύθι από μόνη της. Κι ήταν πολλά τα παραμύθια που μέσα σε άλλα παραμύθια για εκείνη έφτιαχναν. Γιατί στ’ αλήθεια σίγουρος πως την είχε δει την Αρχοντοειρήνη δεν ήτανε κανένας. Κι ακόμα και μέσα στο παλάτι της, οι άνθρωποί της κάθε φορά αλλιώς την περιγράφανε. Πάντως όλοι ορκίζονταν πως ήταν όμορφη πολύ.
Κι αφού ποτέ κανένας πως την είχε στ’ αλήθεια δει σίγουρος δεν ήταν, κι αφού ποτέ της η Αρχοντοειρήνη στον λαό της δημόσια δε φανερωνόταν, κι αφού σιγά σιγά άρχισαν οι άνθρωποι να πιστεύουνε πως η αρχόντισσα στ’ αλήθεια δεν υπήρχε, είπανε τότε το όνομα να της το αλλάξουνε και να της δώσουν όνομα και τίτλο πιο λαμπρό να της ταιριάζει. Κι έτσι την είπαν Βασίλισσα Ειρήνη η Ακριβοθώρητη!
Όμως, ακόμα και στην πιο αιώνια κι αδιατάρακτη ειρήνη, κάπου βαθιά, κάποιο μεγάλο πείσμα κρύβεται και ψάχνει δρόμο να βρει για να ξεσπάσει. Και το ’χαν οι άνθρωποι σ’ ολόκληρο το βασίλειο από καιρό αισθανθεί τέτοιο πείσμα από τα βάθη να φουντώνει. Κι όλο μεταξύ τους το συζήταγαν. Κι έφτιαχναν κι άλλα παραμύθια μες στο δικό τους παραμύθι για το πείσμα το μεγάλο που θα ερχόταν την ειρήνη τους να την ταράξει.
Μα όσο κι αν το τρέμανε το πείσμα αυτό, όσο κι αν περιμένανε κάποιο θηρίο ανήμερο το πείσμα να γεννήσει, όσο κι αν όλοι φτιάχνανε τερατοπαραμύθια για το παιδί του πείσματος που θα ερχότανε, στο τέλος όταν ήρθε, κανένας τους δεν το κατάλαβε. Κι όσοι το είδανε από κοντά, γελάσανε μαζί του και σημασία μεγάλη δεν του δώσανε. Γιατί, αντί για το θηρίο το τρομερό που περιμένανε, ένας μονάχα γάτος ψωριάρης τελικά τους ήρθε. Ένας κεφάλας πεισματερός ψωρόγατος. Κι έτσι για πλάκα τον είπανε, Πεισματωμένο Γάτο!
Κι ήταν στ’ αλήθεια απ’ όλους τους γάτους των παραμυθιών αυτός ο πιο ψωρόγατος, ο πιο αθλιόγατος, ο πιο γατοπαράξενος που ’χε ποτέ υπάρξει. Και τόσο πολύ ψωροασήμαντος τους φάνηκε που ούτε καν δοκίμασαν ένα τόσο δα μικρό παραμυθάκι γι’ αυτόν να φτιάξουν. Μα ο Πεισματωμένος Γάτος κάτω δεν το έβαλε. Τρύγησε θυμό από τα αμπέλια της περιφρόνησης τους, πάτησε τις ρώγες της θλίψης με τα γυμνά πεισματωμένα πόδια του κι έβαλε το ξινό ζουμί τους μέσα στα μεγάλα βαρέλια της υπομονής για να το κάνει γλυκό κρασί της θέλησης.
Κι όταν το ήπιε όλο το κρασί και μέθυσε, σηκώθηκε στα πίσω πόδια, τα μπροστινά στη μέση έβαλε, και είπε: «Δεν έχω ανάγκη από τα παραμύθια σας για να σταθώ. Δεν ξέρετε με ποιον έχετε να κάνετε, μα αν είσαστε καλά παιδιά, θα σας το πω. Εγώ, μονάχος μου θα φτιάξω το δικό μου παραμύθι. Και τέτοιο σπουδαίο θα είναι το παραμύθι μου, που παρόμοιό του δε θα έχει ξαναειπωθεί. Με είπατε ψωρόγατο και σας ευχαριστώ γι’ αυτό. Τίτλος τιμής θα είναι το φθονερό το όνομα αυτό για μένα. Ακούστε τώρα το παραμύθι του Ψωρόγατου!» Έτσι μίλησε ο παραμυθοπεισματόγατος και πήρε τον δρόμο για το παλάτι στα δυο του πόδια παραπατογατώντας.
Στο δρόμο για το παλάτι βρήκε να είναι κόσμος πολύς στην αγορά και στις πλατείες μαζεμένος. Κι όλοι του φάνηκαν πως ήταν πολύ αναστατωμένοι. Και ρώτησε ο ψωρόγατος να μάθει γιατί τέτοια αναστάτωση είχε το βασίλειο της ειρήνης αναστατώσει. Γιατί τέτοια ταραχή είχε τους υπηκόους της ειρήνης της αδιατάρακτης ταράξει; Μα όποιον ρωτούσε, «Ουστ από ’δω, ψωρόγατε!», του απάνταγε. Και κάποιος μπακαλοταβερνιάρης ήρθε από πίσω απ’ τον ψωρόγατο και ύπουλα τον κλώτσησε. Και του άνοιξε πληγή μεγάλη του ψωρόγατου στη ψωροπερηφάνια του. «Θα το θυμάμαι αυτό», στρίγκλισε στον μπακαλοταβερνιάρη ο ψωρόγατος κι έφυγε άλλους να βρει για να ρωτήσει.
Κι έφτασε στο παλάτι ο ψωρόγατος κι ανέβηκε στου παλατιού τα κεραμίδια να βρει άλλα γατιά, παλατοκεραμιδόγατα για να ρωτήσει. Γιατί στα παραμύθια ακόμα και τα παλάτια κεραμίδια έχουνε κι ακόμα και στων παλατιών τα κεραμίδια κι εκεί γατιά συχνάζουν. «Γεια σας, κορίτσια!», τους σφύριξε μόλις σκαρφάλωσε στα παλατοκεραμίδια. «Πείτε μου, μήπως ξέρετε γιατί τέτοια ταραχή τον κόσμο έχει ταράξει; Ποια αναστάτωση μεγάλη το βασίλειο της ειρήνης αναστάτωσε; Δε μπορεί, εδώ εσείς, στου βασιλείου τα πιο ψηλά τα κεραμίδια, όλα τα βλέπετε. Τίποτα δε σας γατοξεφεύγει.» Και τα γατιά του το νιαούρισαν το μυστικό που το ’ξερε όλη η πόλη. Πως είχε στ’ αλήθεια εξαφανιστεί η βασίλισσα Ειρήνη η Ακριβοθώρητη.
«Παράξενο, στ’ αλήθεια», σκέφτηκε ο ψωρόγατος. «Πώς γίνεται να εξαφανίζεται μια βασίλισσα, που ποτέ κανένας δεν έχει δει; Κάτι πρέπει να κάνω. Αυτό είναι μια πραγματική δουλειά για ψωρόγατο!» Τεντώθηκε, χαϊδεύτηκε, χτένισε τα μουστάκια του και πάλι στα δυο του πόδια στάθηκε και από τα παλατιανά τα κεραμίδια ούρλιαξε να τον ακούσει η πόλη όλη. «Τη βασίλισσα σας την Ειρήνη την Ακριβοθώρητη, εγώ θα σας τη φέρω. Κι αν δε μπορέσατε τόσα χρόνια εσείς να την κοιτάξετε, εγώ θα είμαι ο πρώτος που θα την δει στ’ αλήθεια. Γιατί κι αυτό ψωρογατοδουλειά είναι. Να δεις αυτό που οι άλλοι ούτε να κοιτάξουν δεν μπορούνε.» Κι έμοιασε το ουρλιαχτό του σαν όλων των γατιών με κάλεσμα ερωτικό.
Κι ακούστηκε παντού το ψωρογατοερωτοουρλιαχτό. Στην πόλη και στης ειρήνης το βασίλειο σε κάθε του γωνία. Κι αφού όλοι το ακούσανε, το άκουσε κι η Ειρήνη απ’ την κρυψώνα της και θύμωσε πολύ. «Τι θέλει αυτός ο ψωρόγατος; Ποιος τον μάζεψε μες στο παλάτι τον ψωριάρη; Τι τον νοιάζει πού είμαι εγώ κι αν θέλω να εξαφανιστώ; Κι αν θέλω να υπάρχω; Μα τι θράσος απίστευτο!» Κι απ’ τον θυμό της τον πολύ άρχισε να σαλεύει η ειρήνη του βασιλείου η αδιασάλευτη. Τον ένιωσαν οι άνθρωποι τον θυμό. Τα πουλιά τον ακούσανε. Τον είδανε τα ερπετά. Κι ο γάτος ο ψωρόγατος τον μύρισε, τον γεύτηκε στον αέρα.
«Μιαμ, μιαμ! Βασιλικός θυμός μυρίζει!» Και τον θυμό τον βασιλομυρωδάτο ακολούθησε γατοπατώντας, γατοσέρνοντας πέρασε από κρυφές στοές και σκοτεινά περάσματα. Βούτηξε στα λασπόνερα, σκαρφάλωσε σε τοίχους. Κοπάδια άγρια σκυλιά τον πήραν στο κυνήγι. Μα και τα μαύρα τα σκυλιά τα παραπλάνησε. Άλλαξε ρόλο με τη μαύρη του ψωρογατοσκιά και τα σκυλιά μπερδεύτηκαν και νόμισαν πως αυτός τα κυνηγάει. Κι έτσι με τη σκιά ψωρόγατο και τον ψωρόγατο σκιά τρύπωσε στη κρυψώνα. Και είδε της Ειρήνης τη σκιά την Βασιλοειρήνη κι αυτή να παριστάνει. «Χα! Ταιριάζουμε, λοιπόν», νιαούρισε.
«Πώς τόλμησες, αθλιοψωρόγατε; Φύγε, πριν στ’ αλήθεια πια θυμώσω! Χάσου και μη σε ξαναδώ!», στρίγκλισε η Ειρήνη. Κι ο γάτος είπε, «τι, δηλαδή στ’ αλήθεια δε θύμωσες ακόμα, βασίλισσα μου ακριβοθώρητη; Τι περιμένεις δηλαδή; Κι εγώ τα νύχια μου να βγάλω; Έλα μαζί μου κι έχει η ειρήνη στο βασίλειο σου ταραχτεί. Και από τέτοια γιορτή δεν είναι σωστό να λείπεις. Έλα, πάμε μαζί να την ταράξουμε! Πάμε να στήσουμε χορό! Έλα μαζί μου να σε δει ο κόσμος! Πάμε, κυρά μου, να τους δείξουμε!» Και ελαφρογατοπατώντας την πλησίασε.
Φούντωσε η Ειρήνη. «Τι γυρεύω εγώ, μια βασιλογεννημένη, ειρηνοβασιλική, με έναν βρωμερό ψωρόγατο που θέλει στον κόσμο να με βγάλει; Τρύπωσες στην κρυψώνα μου και στο δικό μου παραμύθι χωρίς κανείς να σε φωνάξει. Μπράβο σου για το πείσμα σου! Μα τώρα εξαφανίσου, ασήμαντε ψωριάρη!» Κι αρπάχτηκε κι ο γάτος, «α, όλα κι όλα βασίλισσα ειρήνισσα! Μπορεί να είμαι ψωρόγατος, μα είμαι ο πιο σημαντικός ψωρόγατος του παραμυθιού, να ξέρεις!»
Μέρες και νύχτες έμειναν να μαλώνουνε μες στην κρυψώνα ο γάτος κι η βασίλισσα. Στο τέλος πείστηκε η Ειρήνη κι υποχώρησε, «Εντάξει, ψωρόγατε! Θα σε ακολουθήσω. Μα πες μου πρώτα, το κατάλαβες γιατί συνέχεια κρύβομαι; Γιατί δε θέλω να με δουν; Πες μου, αν ξέρεις, την απάντηση και πάρε με μαζί σου!» Κι έμεινε να κοιτάζει γελαστή τον γάτο να ξύνει την κεφάλα του σωστή απάντηση για να βρει.
«Το βρήκα!», ο γάτος φώναξε. «Γιατί τόση μεγάλη ειρήνη ασάλευτη στον κόσμο δεν αντέχεται. Κρύβεσαι, εξαφανίζεσαι για το καλό του κόσμου. Γιατί έχει ανάγκη ο κόσμος από λιγάκι πόλεμο αληθινό, κόσμος αληθινός κι αυτός να γίνει. Μα εγώ που έχω για κάθε λύση και ένα πρόβλημα, σου λέω πάμε μαζί τον πόλεμο που έχουν ανάγκη να τους δώσουμε!»
Κι ανέβηκαν ξανά μαζί και ζήσανε στο ειρηνοπαλάτι. Κι αντί για πόλεμους ειρηνικούς στον κόσμο πήραν να δίνουνε πολεμικές ειρήνες. Μεγάλωσε ο κόσμος, ομόρφυνε. Κι έγινε ο κόσμος κόσμημα. Και κάθε βράδυ τα αστέρια σκαρφαλώνανε για να βρεθούν στο φεγγαροραντεβού τους.
Κι έζησαν όλοι καλά και πέθαναν καλύτερα. Όλοι εκτός από τον μπακαλοταβερνιάρη που ’χε στην αγορά ύπουλα κλωτσήσει τον ψωρόγατο. Γιατί έτσι είναι φτιαγμένοι οι πεισματοψωρόγατοι, ποτέ να μη ξεχνάνε.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου