Παρασκευή, 15 Ιουλίου 2011

Ο (...)

Ποτέ μου δεν επιθύμησα να αποκτήσω συγκάτοικο.
Ήμουν σίγουρος. Αν αναγκαζόμουν να το κάνω, φίλος με αυτόν δεν θα γινόμουν ποτέ. Αργά ή γρήγορα θα τον μισούσα. Και θα τον έκανα και εκείνον να με σιχαθεί. Δεν θα μου γλίτωνε. Αν ήδη ήταν φίλος, από φίλο θα τον έχανα. Όσο πιο δικός μου άνθρωπος θα ήταν, τόσο πιο ξένους θα μας καταντούσε η συγκατοίκηση. Καλά καλά τη δική μου την παρουσία δεν αντέχω κάποιες φορές. Πόσω μάλλον του άλλου.
Κι όμως. Χωρίς να το έχω επιλέξει. Χωρίς να το γνωρίζω. Πριν προλάβω να το αντιληφθώ και να αντιδράσω, ήρθε εκείνος. Ήρθε και τρύπωσε ο Ερμής στην κάμαρά μου μέσα. Εντάξει, συγκάτοικος κανονικός δεν ήταν. Ούτε άνθρωπος κανονικός δεν κατάφερε ποτέ να γίνει. Δημιούργημα της φαντασίας μου αυτός κι εγώ ίσως της δικής του. Ποτέ δεν έμαθα την αλήθεια. Και πάντα να μαντέψω προσπαθώ.
Ήταν φτιαγμένος από θάνατο και πάντα για θάνατο μου μιλούσε. Γι’ αυτό κι εγώ τον ονόμασα, έτσι και για να αστειευτώ λιγάκι, (…). Λες και ήταν κουκλάκι που μου χάρισαν για να μου κρατάει συντροφιά, όταν έσβηναν τα φώτα κι ο ύπνος αργούσε να ‘ρθει.
Συγκάτοικος κανονικός δεν υπήρξε ποτέ ο (…). Δεν ανταποκρινόταν στις υποχρεώσεις της συγκατοίκησης. Μα δεν ζητούσε και πολλά πράγματα. Στ’ αλήθεια, με τα λίγα και τα ασήμαντα ευχαριστιόταν. Στα έξοδα του σπιτιού φυσικά δεν συμμετείχε. Δραχμή δεν έδωσε ποτέ. Μα εμένα δεν με πείραζε. Εκείνος όμως κάποια στιγμή άρχισε να αισθάνεται ενοχές κι έψαχνε τρόπο να βρει τη θέλησή μου την καλή να μου ανταποδώσει.
Κι ένα βράδυ, που και πάλι του ύπνου τα πανιά δεν φαίνονταν στου δωματίου τον ορίζοντα, μου το ‘σκασε το μυστικό. Την τέχνη την απόκρυφη. Τη σκοτεινή σοφία των αιώνων μού τη μαρτύρησε. Αυτό που πάντα έψαχνα να βρω χωρίς ποτέ να το ‘χω καταλάβει, ήρθε εκείνος να μου το φανερώσει. Κι έτσι με δίδαξε να δίνω ζωή σ’ αυτά που ως τότε μονάχα φανταζόμουν. Μου έμαθε πώς να γίνονται οι σκέψεις μου σκιές και πώς οι σκιές υπάρξεις.
Με ξάφνιασε αλήθεια. Πού να το είχα φανταστεί πως αυτός, που μόνο για να θερίζει τον είχα ικανό, ήξερε και τόσο καλά να σπέρνει. Έτσι κι εγώ βάλθηκα να αποδειχτώ άξιος που μου φανερώθηκε τέτοια σοφία. Κι άρχισα να κάνω τις σκέψεις μου σκιές και τις σκιές υπάρξεις. Στην αρχή για να του δείξω πόσο καλός μαθητής είμαι. Κι έπειτα από περιέργεια. Κι ύστερα από λαιμαργία. Μα ξαφνικά, και πριν προλάβω να τον βαρεθώ, με βαρέθηκε εκείνος. Σηκώθηκε και έφυγε. Κι απέμεινα εγώ σ’ ένα αδειανό δωμάτιο φαντάσματα γεμάτο.
Die geistere die ich rief wert d’ ich nun nicht los.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου