Κυριακή, 13 Φεβρουαρίου 2011

αντενδείξεις (σχέδιο σεναρίου για ένα φιλμ μικρού μήκους)

σκηνή 1η: ημέρα, εσωτερικό/διαμέρισμα
Ο Α κοιμάται στο κρεβάτι του. Ακούγεται ο επίμονος ψίθυρος (off) μιας γυναίκας που λέει «ξύπνα!», που ολοένα και δυναμώνει, ενώ από πιο μακριά ακούγονται νερά να τρέχουν. Μετά την τέταρτη-πέμπτη επανάληψη ο Α ανοίγει απότομα τα μάτια του. Κοιτάζει στο πλάι του και βλέπει την Β να κοιμάται. Ο Α ανασηκώνεται στο κρεβάτι του και βλέπει την Β απέναντι από το κρεβάτι καθισμένη με γυρισμένη την πλάτη της στον Α να κοιτάζεται στον καθρέφτη και να χτενίζεται. Το είδωλο της Β στον καθρέφτη κοιτάζει τον Α και του χαμογελά. Ο Α σηκώνεται και περπατάει στο διαμέρισμα. Ανοίγει την πόρτα του μπάνιου. Ο ήχος των νερών που τρέχουν ακούγεται εντονότερος. Πίσω από την κουρτίνα φαίνεται πως κάποιος πλένεται, ενώ μέσα από τον ήχο του νερού ακούγεται η ίδια γυναικεία φωνή να μουρμουρίζει ένα σκοπό. Ο Α τραβάει την κουρτίνα και βλέπει την Β γυμνή και βρεγμένη. Η Β σταματάει απότομα το τραγούδι και κάνει πως δήθεν τρομαγμένη κρύβει το στήθος της και κλείνει ξανά την κουρτίνα. Πάνω στον θολωμένο από τους υδρατμούς καθρέφτη του μπάνιου είναι γραμμένη η λέξη «ξύπνα!». Ο Α δε το βλέπει. Βγαίνει από το μπάνιο. Αφού περάσει μπροστά από την πόρτα της κουζίνας, μέσα στην οποία φαίνεται η Β να πλένει τα πιάτα μουρμουρίζοντας τον ίδιο σκοπό, κάθεται μπροστά σε ένα τραπέζι-γραφείο. Παίρνει στα χέρια του ένα βιβλίο και το ξεφυλλίζει. Το βιβλίο είναι γεμάτο από φωτογραφίες της Β. Το κλείνει απότομα. Σταματάει ο ήχος του νερού. Στο εξώφυλλο του φαίνεται γραμμένη η λέξη «ξύπνα!». Παίρνει τα κλειδιά του, που βρίσκονται επίσης πάνω στο γραφείο και κοιτάζοντας την Β που είναι καθισμένη στο κρεβάτι και τεντώνεται, σα να έχει μόλις ξυπνήσει, της λέει: «πάμε!».


σκηνή 2η: ημέρα, εξωτερικό/επαρχιακός δρόμος
Ο Α και η Β μέσα στο αυτοκίνητο. Ο Α οδηγάει κοιτάζοντας τριγύρω του στο δρόμο σα να ψάχνει κάτι. Η Β αλλάζει διαρκώς σταθμούς στο ραδιόφωνο του αυτοκινήτου, μέχρι που, μετά από παράσιτα και αναμεταδόσεις αγώνων, βρίσκει τελικά το τραγούδι που μουρμούραγε νωρίτερα στο σπίτι. Δυναμώνει την ένταση. Στο δρόμο δε φαίνονται να κυκλοφορούν άλλα αυτοκίνητα και το τοπίο είναι ερημικό. Κάποια στιγμή το αμάξι τους προσπερνάει ένα παγκάκι που υπάρχει στην άκρη του δρόμου. Ο Α φρενάρει απότομα. Ο Α και η Β βγαίνουν από το αυτοκίνητο, περπατούν λίγο αγκαλιασμένοι και κάθονται στο παγκάκι. Η Β ξαπλώνει ακουμπώντας το κεφάλι της στα πόδια του Α. Ο Α κοιτάζει μια την Α και μια τη θέα μπροστά του. Βάζει ένα τσιγάρο στο στόμα του και κάνει πως ψάχνει στις τσέπες του για αναπτήρα. Δεν τον βρίσκει και σηκώνεται. Πηγαίνει προς το αυτοκίνητο που είναι σταματημένο λίγα μέτρα μακριά από το παγκάκι. Η Β παραμένει ξαπλωμένη κοιτάζοντας τα σύννεφα και μουρμουρίζοντας πάντα το ίδιο τραγούδι. Ακούγεται το απότομο μαρσάρισμα της μηχανής του αυτοκινήτου. Η Β σηκώνεται απότομα και κοιτάζει το αυτοκίνητο να φεύγει προς την κατεύθυνση από την οποία ήρθαν. Ο Α οδηγάει το αυτοκίνητο και ανάβει το τσιγάρο του. Ανοίγει ξανά το ραδιόφωνο και ακούγεται το ίδιο τραγούδι. Αλλάζει σταθμό, αλλά το τραγούδι ακούγεται συνέχεια από παντού. Πατάει με μανία τα κουμπιά του ραδιοφώνου, μέχρι που κάποια στιγμή ακούγονται από αυτό μόνο παράσιτα. Ο Α κάνει πως φτιάχνει τον καθρέφτη και βλέπει σε αυτόν το είδωλο της Β που του χαμογελάει καθισμένη στο πίσω κάθισμα. Ο Α φρενάρει απότομα. Βγαίνει από το αυτοκίνητο και απομακρύνεται από αυτό, αφήνοντάς το στη μέση του δρόμου με ανοιχτή την πόρτα του οδηγού. Εξακολουθούν να ακούγονται τα παράσιτα του ραδιοφώνου.


σκηνή 3η: νύχτα, εξωτερικό/στο δρομο
Ενώ μέσα από τα παράσιτα αρχίζουν να ξεχωρίζουν κάποια λόγια, ο Α φτάνει έξω από ένα φαρμακείο. Στη βιτρίνα του μαγαζιού υπάρχει μια διαφημιστική φωτογραφία κάποιου προϊόντος. Στην εικόνα φαίνεται η Β να κάθεται σε ένα παγκάκι στην άκρη του δρόμου. Αρχίζει να ξεχωρίζει ο ήχος της αναμετάδοσης κάποιου ποδοσφαιρικού αγώνα.


σκηνή 4η: νύχτα, εσωτερικό/φαρμακείο
Ο Α μπαίνει στο φαρμακείο. Ο φαρμακοποιός σκυμμένος πάνω από κάτι χαρτιά στον πάγκο του δε φαίνεται να προσέχει τον Α. Ο Α κοιτάζει τις φωτογραφίες της Β που βρίσκονται πάνω στις διαφημιστικές αφίσες παντού μέσα στο φαρμακείο. Κάποια στιγμή ο φαρμακοποιός σηκώνει απότομα το κεφάλι του, βλέπει τον Α, κλείνει το ραδιόφωνο που βρίσκεται επίσης πάνω στον πάγκο και του λέει: «παρακαλώ!». Ο Α συνεχίζει να κοιτάζει τις φωτογραφίες και δε του δίνει σημασία. Ο φαρμακοποιός χαμογελάει. Ο Α τον κοιτάζει. Ο φαρμακοποιός του κάνει νόημα να έρθει πιο κοντά του. Ο Α σκύβει πάνω από τον πάγκο. Ο φαρμακοποιός βγάζει από το στόμα του ένα χάπι και το προσφέρει στον Α. Ο Α ξανακοιτάζει μία από τις φωτογραφίες και ξανά το φαρμακοποιό. Ανοίγει το στόμα του και ο φαρμακοποιός του βάζει μέσα το χάπι. Ο Α κλείνει τα μάτια του (fade out). Ακούγεται ξανά ο ψίθυρος «ξύπνα!» που όσο πάει και εξασθενεί, ενώ εμφανίζονται εμβόλιμα πλάνα από τα σύννεφα και το αυτοκίνητο του να απομακρύνεται. Ακούγεται και πάλι η αναμετάδοση του αγώνα. (fade in) Ο Α ανοίγει τα μάτια, αλλά δεν είναι πια (…) ο Α. Ο Α και ο φαρμακοποιός έχουν αλλάξει θέσεις. Ο Α φοράει την λευκή ποδιά του φαρμακοποιού και είναι χαμένος στα χαρτιά πάνω στον πάγκο του και δε δίνει σημασία στην παρουσία του (πρώην) φαρμακοποιού που στέκεται από την άλλη πλευρά, φοράει τα ρούχα του Α και τον κοιτάζει σαστισμένος. Στις διαφημιστικές αφίσες το πρόσωπο της Β έχει εξαφανιστεί από παντού. Ο «νέος Α» χτυπάει τον πάγκο του νέου φαρμακοποιού φωνάζοντας «παρακαλώ!» για να τον κάνει να τον προσέξει, αλλά εκείνος δε του δίνει καμία σημασία. Ο ήχος της αναμετάδοσης του αγώνα χάνεται μέσα σε παράσιτα.


σκηνή 5η: νύχτα, εξωτερικό/στο δρομο
Ο Α φορώντας την ποδιά του φαρμακοποιού κατεβάζει τα ρολά του φαρμακείου. Στην εικόνα της διαφημιστικής αφίσας στη βιτρίνα του φαρμακείου φαίνεται ο φαρμακοποιός να φοράει τα ρούχα του Α και να κάθεται στο παγκάκι στην άκρη του δρόμου.


σκηνή 6η: ξημερώματα/επαρχιακός δρόμος
Ο Α –πάντα φορώντας την ποδιά του φαρμακοποιού- περπατάει στο δρόμο και κατευθύνεται προς το εγκαταλειμμένο αυτοκίνητο, ενώ μουρμουρίζει τον ίδιο σκοπό. Από το αυτοκίνητο ακούγονται ακόμα τα παράσιτα. Μπαίνει στο αυτοκίνητο. Κλείνει το ραδιόφωνο, ανάβει τσιγάρο και ξεκινάει. Φτιάχνει τον καθρέφτη και κοιτάζει το πίσω κάθισμα. Δεν είναι κανείς.


σκηνή 7η: ημέρα, εσωτερικό/διαμέρισμα
Εικόνες από το διαμέρισμα. Ο καθρέφτης του υπνοδωματίου. Η κουζίνα. Το γραφείο. Η κουρτίνα του μπάνιου. Ακούγεται ο ήχος νερού που τρέχει σα να κάνει κάποιος μπάνιο. Στο κρεβάτι ο Α κοιμάται. Ο Α ανοίγει τα μάτια του. Ανασηκώνεται και κοιτάζει γύρω του. Ο ήχος ακούγεται να δυναμώνει. Σηκώνεται και πηγαίνει προς το μπάνιο. Ανοίγει την πόρτα και πλησιάζει αργά προς την κουρτίνα. Την τραβάει και βλέπει την κρεμασμένη λευκή ποδιά να μουσκεύει κάτω από το νερό του μπάνιου.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου