Τετάρτη, 16 Φεβρουαρίου 2011

02:42

- Θα φύγω.
- Όλο τα ίδια λες. Κατάλαβέ το, δεν έχεις πουθενά να πας! Εδώ θα μείνεις. Μαζί μας ως το τέλος.
- Ποιο τέλος; Ποιο εδώ; Κάθε μέρα ακούω πως όλο και κάπου φτάνουμε και την επόμενη ξανά από το ίδιο ακριβώς σημείο ξεκινάμε. Όμως κανείς σας δεν το βλέπει πια. Τίποτα δεν καταλαβαίνετε. Να, κοίταξε τα συνανθρωπάκια σου πως ονειρεύονται μακάρια γύρω από τη σκιά του!
- Μη μιλάς έτσι! Δεν έχεις το δικαίωμα. Κανένας δε σε ανάγκασε να τον ακολουθήσεις. Εσύ ειδικά μόνος σου ήρθες και απρόσκλητος. Αν βρεις κάτι καλύτερο, να ξέρεις, κανείς μας δε θα σε εμποδίσει.
- Υπάρχει το καλύτερο. Το ξέρω και το ξέρετε.
- Εκείνος είναι το καλύτερο. Και μίλα πιο σιγά, γιατί θα τον ξυπνήσεις.
- Αν ήταν στ’ αλήθεια εκείνος το καλύτερο, τώρα δε θα κοιμόταν. Κάθε φορά που πέφτω εγώ να κοιμηθώ, αισθάνομαι αγκάθια πραιτοριανούς μέσα από τη γη να με τρυπάνε. Μα εκείνος ακουμπά την πλάτη του στην έρημο και είναι σαν να πλαγιάζει στην κάμαρα του Ηρώδη.
- Αφού έτσι, χωρίς λόγο, ξαγρυπνάς, δεν κάθεσαι στη θέση μου, μπας και ξεκλέψω λίγο ακόμα ύπνο.
- Το βλέπεις; Μόνο αυτό σας νοιάζει. Ο ύπνος. Όχι το όνειρο. Δεν είστε σαν και εμένα μαχητές. Δεν πολεμάτε.
- Αν ήθελα να γίνω μαχητής, τότε θα ακολουθούσα άλλους.
- Και ξέρεις τι είναι, άραγε, αυτό που θα ήθελες να γίνεις;
- Ξέρει εκείνος.
- Και τότε, τι περιμένει να στο πει; Να μεγαλώσεις πρώτα;
- Εκείνος ακολουθεί το σχέδιο και από πίσω του εγώ ακολουθώ εκείνον. Και αυτό, προς το παρόν, μου φτάνει.
- Και αν κάνει λάθος; Και αν δεν υπάρχει σχέδιο; Και αν είναι όλα αυτά μόνο μες στο κεφάλι του και εκείνος στο δικό μας; Αλήθεια, δε φοβάσαι μη πέσεις καμιά νύχτα ανάσκελη και πάνω σου δε βρίσκεις ουρανό να σε σκεπάζει; Δε τρέμεις μη ξυπνήσεις το πρωί και δεν υπάρχει δρόμος κάτω σου που να σε συνεφέρει πίσω;
- Πίσω που;
- Πίσω σ’ αυτά που άφησες.
- Δε θυμάμαι τι έχω αφήσει πίσω μου. Ξέρω μονάχα ότι προχωρώ και σου είπα, αυτό μου φτάνει.
- Ναι. Προχωράς στην έρημο. Ψάχνεις να βρεις την έξοδο μέσα σε έναν λαβύρινθο τυφλό, χωρίς ντουβάρια και διαδρόμους. Μέσα στην πλάνη σου πλανιέσαι και δε πηγαίνεις πουθενά.
- Και εσύ, τι κάνεις;
- Εγώ σκέφτομαι. Εγώ φωνάζω, αμφισβητώ. Τώρα είμαι εδώ, έτσι, γιατί το θέλησα και αύριο πάλι μπορεί να ψάχνω για φορτηγό στην Τύρο. Και ίσως, σε ένα φεγγάρι από σήμερα, να κολυμπώ μες στη ρακή και να γελώ με την ανάμνησή σας.
- Αλήθεια; Που; Μες στην κοιλιά του κύτους;
- Και εκεί ακόμα, αν έτσι έρθουν τα πράγματα. Εγώ δεν έχω φορτωθεί καμιά βαριά αποστολή στην πλάτη μου και ούτε που ζήτησα ποτέ ζωή του εκλεκτού να ζήσω. Εγώ και τη σκιά μου ακόμα, αν θέλω, τη διώχνω μακριά.
- Αν συνεχίσεις έτσι, μάλλον εκείνη θα σε βαρεθεί και θα σε παρατήσει. Ξέρεις, θυμάμαι εκεί, στην ξεχασμένη μου, παλιά ζωή, είχα γνωρίσει κάποτε έναν γέρο επαίτη, που αδικοτριγύρναγε στις όχθες της Τιβεριάδας, αλλάζοντας τις ιστορίες του με τα αποφάγια των ψαράδων. Του έδωσα να στραγγίξει το παγούρι μου και εκείνος, τότε, άρχισε να μου παραμιλάει για κάποιο παράξενο νησί, κάπου στις άσπρες θάλασσες, που το έχει ο ήλιος για φωλιά του. Από τον βράχο εκείνον, έλεγε, πέρασαν άνθρωποι πολλοί και ματαιοπροσπαθήσανε να απλώσουν πάνω τη σκιά τους. Φαίνεται, όμως, πως στου ήλιου το νησί καμιά σκιά δεν καταφέρνει να φυτρώσει. Γιατί, μπορεί να είναι το φως αυτό που φτιάχνει τη σκιά, αλλά καμιά σκιά μέσα στο φως το ίδιο δε χωράει. Εγώ το έχω διαλέξει το δικό μου φως, όπως το διάλεξες και εσύ, αλλά η αχόρταγη ψυχή σου δε σε άφησε ποτέ κοντά του να ησυχάσεις. Κάποτε, κάποιοι από εμάς θα βρούμε το δικό μας το νησί. Και ίσως και κάποιοι να μπορέσουν και να δουν κατάματα τον ήλιο. Και έστω και ένας από μας να καταφέρει, λέει, να γίνει ένα με το φως και έτσι να χάσει για πάντα τη σκιά του. Μα εσύ, όσο τα μάτια σου πεισματαρνούνται εκείνον στα μάτια να κοιτάξουν, φοβάμαι πως θα σέρνεις τη σκιά ξοπίσω σου, σαν καταδικασμένος.
- Μπορεί ο ήλιος ο δικός μου να βρίσκεται αλλού.
- Μη μιλάς!
- Γιατί; Δεν αντέχουν τα λόγια μου τα αυτιά σου;
- Σώπα, σου λέω και άκου! Οι φωνές! Έρχονται!

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου