Σάββατο, 19 Φεβρουαρίου 2011

09:20

- Ποιο είναι το όνομά σου;
- Το όνομά μου, το όνομά μου, το όνομά μου, το όνομά μου, το όνομά μου, το όνομά μου, το όνομά μου, το όνομά μου, το όνομά μου, το όνομά μου, το όνομά μου, το όνομά μου, το όνομά μου, το όνομά μου, το όνομά μου, το όνομά μου, το όνομά μου, το όνομά μου, το όνομά μου…
- Ποιο είναι το όνομά σου;
- Το όνομά μου είναι Λεγεών, γιατί είμαστε πολλοί.
- Από πού έρχεσαι;
- Από το πουθενά. Τη νύχτα ζω στα μνήματα, τη μέρα κρύβομαι στον κόσμο. Εγώ μένω εδώ. Εσείς είσαστε επισκέπτες.
- Γιατί έχεις σίδερα στα χέρια σου;
- Δεν ξέρω.
- Γιατί είναι το πρόσωπό σου ματωμένο;
- Δε θυμάμαι. Το δικό σου γιατί είναι τόσο καθαρό; Τι γυρεύεις γιε του ανθρώπου; Δεν έχεις καμιά δουλειά εδώ πέρα. Σήκω τώρα και φύγε!
- Θα φύγω, στο υπόσχομαι. Μα πρώτα θα μιλήσουμε.
- Δεν έχουμε να πούμε τίποτα. Άφησέ με! Άφησέ μας ήσυχους!
- Δεν είσαι ήσυχος. Ξύπνησες τους συντρόφους μου.
- Έπρεπε να το κάνω. Εσύ μόνο να τους κοιμίζεις ξέρεις.
- Τους φοβίζεις.
- Ρώτα τους να σου πουν ποιον από τους δυο μας φοβούνται περισσότερο!
- Θα το κάνω. Δεν ήρθε ακόμα η ώρα.
- Όλο τα ίδια λες. Αν δεν αρχίσεις να αλλάζεις, γρήγορα θα σε βαρεθούνε.
- Για αυτό εσύ αλλάζεις διαρκώς. Φοβάσαι μη γίνεις βαρετός;
- Δε φοβάμαι τίποτα. Και δεν αλλάζω. Εγώ κάθε στιγμή είμαι και ένας άλλος, επειδή μέσα μου άλλοι υπάρχουνε πολλοί. Εσύ πάντα θα είσαι μόνος.
- Όλοι μας μόνοι είμαστε. Και όλοι αυτοί που έχουν τώρα φωλιάσει μέσα σου, ο καθένας τους είναι και ένας μόνος.
- Λες ψέματα. Εμείς έχουμε ο ένας τον άλλο για παρέα. Για αυτό ήρθαμε. Για αυτό δεν πρόκειται να φύγουμε ποτέ.
- Δεν ήρθατε. Κάνεις ποτέ δεν έρχεται από μόνος του. Εσύ προσκάλεσες τους δαίμονές σου και τώρα πια δεν ξέρεις πώς να τους πεις να φύγουν.
- Γιατί να φύγουν; Εδώ είναι το σπίτι τους.
- Κάποτε το σπίτι αυτό θα σωριαστεί στο χώμα και ο άνεμος μετά θα το σκορπίσει. Μέχρι τη μέρα εκείνη, όμως, ο νοικοκύρης θα έχει χαθεί μέσα στους καλεσμένους. Θα έχει ξεχάσει πως αυτός είναι ο κύριος του σπιτιού, όπως και εσύ έχεις τώρα ξεχάσει το όνομά σου. Ποιο είναι το όνομά σου;
- Το όνομά μου, το όνομά μου, το όνομά μου, το όνομά μου, το όνομά μου, το όνομά μου, το όνομά μου, το όνομά μου, το όνομά μου, το όνομά μου, το όνομά μου, το όνομά μου, το όνομά μου, το όνομά μου, το όνομά μου, το όνομά μου, το όνομά μου, το όνομά μου, το όνομά μου…
- Ποιο είναι το όνομα σου, άνθρωπε;
- Λεγεών είναι το όνομά μου, γιατί είμαστε πολλοί. Τι δουλειά έχεις εσύ με μας; Σε εξορκίζουμε να μη μας βασανίσεις!
- Τι περισσότερο έχω εγώ στα βάσανά σου να προσθέσω; Από εσένα μόνο να αφαιρέσω τώρα πια μπορώ.
- Μη το κάνεις! Μάζεψε τους συντρόφους σου που τρεμοκρύβονται πίσω από τη σκιά σου και φύγετε αμέσως από εδώ!
- Θα φύγουμε, αλλά θα έρθεις και εσύ μαζί μας. Μα πρώτα πρέπει να σε καθαρίσουμε, γιατί αν σε δουν, έτσι όπως είσαι τώρα, δε θα σε αφήσουν ούτε καν τις πύλες της Σιών να πλησιάσεις.
- Δε θέλω να Σιών δε θέλω γιατί αν σε δουν μαζί μαζί μας εσύ!
- Πρόσεξε καλά τη γλώσσα σου! Δε φτάνει μόνο να μιλάς. Πρέπει και οι άλλοι να μπορούν να σε καταλαβαίνουν.
- Οι άλλοι μαζί μας εσύ δε θέλω να μιλάς τη γλώσσα να μιλάς!
- Μη προσπαθείς με λέξεις τον κόσμο να τρομάξεις! Βρες ιστορίες να τους πεις και οι λέξεις θα έρθουν από μόνες τους μετά.
- Με λέξεις μαζί μας τον κόσμο να μιλάς θα έρθουνε με λέξεις!
- Θα σου πω εγώ μια ιστορία και αν δε σου αρέσει, τότε σηκώνομαι και φεύγω. Ήταν κάποτε ένας άνθρωπος που ήθελε, λέει, να γίνει βασιλιάς. Ήταν όμως φτωχός πολύ και ασήμαντος και δε μπορούσε ούτε την εύνοια των γειτόνων και των συγγενών του να κερδίσει. Και έφυγε από το σπίτι του και άρχισε παντού να ταξιδεύει, μήπως και βρει πάνω στη γη μια χώρα που να τον θέλει για ηγέτη της. Μα από όπου και αν περνούσε, όλοι τον είχανε μονάχα για παλιάτσο και αφού του κάνανε φριχτά μαρτύρια για να κακογελάσουν, στο τέλος πάντοτε τον έδιωχναν. Εκείνος, όμως, δεν τα παρατούσε και συνέχιζε να προχωρά ονειροαναζητώντας, βέβαιος πως κάπου υπήρχε ένα ορφανοβασίλειο, που να τον περιμένει. Τα χρόνια πέρασαν και μαζί τους πέρασε και ολόκληρη η γη κάτω από τα πόδια του. Μέχρι που κάποτε τα βήματά του τον έφεραν πίσω ξανά στο σπίτι του. Ο δρόμος όμως και η ζωή τον είχαν τόσο πολύ αλλάξει, που δε βρέθηκε δικός του άνθρωπος κανείς να τον αναγνωρίσει. Και αντί για τον εξόριστο τρελό είδαν στο πρόσωπό του τον αρχηγό που επιτέλους θα τους λύτρωνε από τα θηρία και τους ληστές που ρήμαζαν τον τόπο. Τους φάνηκε σε όλους άνδρας σοφός και δυνατός, έτσι όπως είχε η μορφή του σμιλευτεί από του κόσμου τις πληγές και τις προθέσεις των ανθρώπων. Μα όταν άρχισε αυτός να δίνει διαταγές και να μοιράζει ευθύνες, εκείνοι δεν τον καταλάβαιναν και όλο ζητούσαν εξηγήσεις. Αφού διαρκώς κάθε του λέξη έμοιαζε να αναιρεί την άλλη. Λες και είχαν οι μισθοφόροι ολόκληρης της γης στρατοπεδεύσει μέσα του και με όρκους και απειλές πάλευε ο καθένας του στρατεύματος να αναλάβει τη διοίκηση. Και τότε είπαν οι άντρες του χωριού στα δυο να τον ανοίξουν, μήπως και ανακαλύψουν έτσι ανάμεσα στους στρατιώτες μέσα του τον στρατηγό και τον ελευθερώσουν. Και έτρεξαν οι γυναίκες του χωριού στα σπίτια τους στους άντρες τους να φέρουν μαχαίρια και ψαλίδια. Και μόλις γέμισαν όλοι με σίδερο τα χέρια τους, ξεκίνησαν το σώμα του να κομματιάζουν. Μα αφού τον έκοψαν χίλια φτωχά πολύ και ασήμαντα κομμάτια, είδαν πως τίποτα δεν υπήρχε μέσα του καλό και ωφέλιμο για αυτούς και το χωριό τους. Και θύμωσαν που είχαν έτσι είχαν γελαστεί και καταράστηκαν τον ψευτοβασιλιά που ήρθε να τους γελάσει. Μα, ωστόσο, γλύτωσαν για πάντα από τους ληστές και τα θηρία που τους βασάνιζαν, αφού στο μεταξύ, χωρίς να το έχουν καταλάβει, τους είχε κάνει η σφαγή θηριοληστές χειρότερους. Και τότε άρχισαν να ρημάζουν οι ίδιοι πρώτα τα γειτονικά χωριά και ύστερα κατέβηκαν στις πόλεις. Και τέλος ολόκληρη τη γη την έπνιξαν στο αίμα και στο δάκρυ.
- Τέλειωσες, γιε του ανθρώπου;
- Εγώ δεν έχω τέλος και αρχή, μα εσένα έφτασε η ώρα σου.
- Νίκησες, μα πριν σηκώσεις τη φωνή σου πάνω μας, άφησε, σε ικετεύουμε, να σου ζητήσουμε μια τελευταία χάρη!
- Σε ακούω.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου