Τρίτη, 1 Φεβρουαρίου 2011

ο πλούτος των εθνών μου

Είμαι ένας από τους ελάχιστους επιζώντες του πολέμου των Εσωτερικών Ινδιών. Στα έξι περίπου χρόνια των επιχειρήσεων υπηρέτησα, ως έφεδρος απολυμαντής, κυρίως στο ανατολικό μέτωπο. Και βέβαια δεν εγκατέλειψα τη θέση μου παρά μονάχα για ένα μικρό διάστημα, κατά το τελευταίο καλοκαίρι της σφαγής, οπότε και αποσπάστηκα, για λόγους μάλλον προφανείς, στο γενικό στρατοδικείο της τετραρχικής διοίκησης.
Εκεί, μετά από μία σύντομη εκπαίδευση από ειδικούς επί του θέματος κατηχητές, που μάλλον δεν κατόρθωσαν να βρουν κάτι καινούριο να μου μάθουν, άσκησα τα καθήκοντα του ανακριτή και εξομολογητή για μόλις δεκαεννιά νύχτες. Δε ξέρω αν έφταιγαν οι ανάγκες στα ανατολικά ή ο πάντα υπερβάλλον ζήλος μου, που εξέθεσε για ακόμα μια φορά τους ανωτέρους μου, σύντομα πάντως με έστειλαν πίσω ξανά στα χαρακώματα παρέα με ένα σφηγκοκοπάδι αναμνήσεων, που σφύριζαν αμέριμνα εμβατήρια πίσω από τις κόρες των ματιών μου.

Στο έβδομο υπόγειο των διαβόητων κρατητηρίων της Νήσου Τρομελίν υπήρχε μία αίθουσα, που δεν ήταν ακριβώς η κόλαση, αλλά που κάποιοι είχαν στ’ αλήθεια φροντίσει αρκετά, ώστε να τη θυμίζει. Αν και η ταπεινή μου διαβάθμιση δε μου επέτρεπε την είσοδο στο συγκεκριμένο αυτόν τομέα, μια μέρα και ενώ αναζητούσα καθαρό νερό για να ξεπλύνω τα χέρια μου καλά, ύστερα από κάποια επιχείρηση, άθελά μου σχεδόν πέρασα το κατώφλι του.
Έμοιαζε κάπως με μια τεράστια αίθουσα χορού, χωρίς όμως τους χορευτές, που μάλλον, σκέφτηκα, θα βρίσκονταν θαμμένοι ζωντανοί κάτω από τα λεία σανίδια του δαπέδου της. Μου ήταν αλλιώς αδύνατο να βρω καλύτερη εξήγηση για όλες εκείνες τις πνιχτές αόρατες κραυγές, που είχαν ολόκληρο το χώρο πλημμυρίσει.
Κινήθηκα προσεκτικά και αθόρυβα στην αίθουσα και έφτασα στο κέντρο, εκεί, όπου τριγύρω από ένα στρόγγυλο παράταιρο τραπέζι μια ομάδα συμπολεμιστών, μέσα από τα ακουστικά και τις οθόνες τους, επιτηρούσαν και κατέγραφαν.
Δε με άκουσαν να πλησιάζω, έτσι όπως ήταν στην τέχνη τους δοσμένοι και μάλλον τρόμαξαν, όταν με είδαν ξαφνικά να στέκω πάνω από τα κεφάλια τους. Με ρώτησαν τι δουλειά είχα εγώ εκεί και ποιος με άφησε να μπω και φυσικά σε ποια ομάδα αίματος ανήκω. Τους είπα αυθόρμητα μια αλήθεια και δυο ψέματα και εκείνοι τότε με άφησαν να παρακολουθήσω τη δουλειά τους. Μάλιστα, ο νεότερος της ομάδας φάνηκε πρόθυμος πολύ να μου εξηγήσει τι ακριβώς συνέβαινε στο έβδομο υπόγειο και να μου λύσει τις όποιες ενδεχόμενές μου απορίες.
Μου πρόσφερε τα ακουστικά του και δείχνοντας μου με καμάρι την οθόνη του μου αποκάλυψε περήφανα το πρόσωπο της φρίκης. Προσπάθησα πολύ να καταλάβω τι ήταν αυτό που έβλεπα και άκουγα, αλλά ακόμα και το δικό μου, το τόσο εγκληματικά ευφάνταστο μυαλό, χωρίς βοήθεια δε θα μπορούσε να καταδυθεί ποτέ σε τέτοιο βάθος παράνοιας και τρόμου.
Ο πρώην άνθρωπος που έβλεπα μπροστά μου –κάποιος δικός μας λιποτάκτης προφανώς ή αιχμάλωτος των άλλων- μιλούσε σε κάποια άγνωστη και σκοτεινή διάλεκτο και έλεγε κάποια λόγια, που ίσως μονάχα στον κόσμο των νεκρών να έβρισκαν κάποιο νόημα, ενώ συνόδευε τις αναρχοφωνές του με έναν ασπόνδυλο δαιμονικό χορό, καθώς κινούνταν διαρκώς και ακατάληπτα μέσα σε ολόκληρο το εύρος της εικόνας.
Έμεινα να τον παρατηρώ για όση ώρα η ανοχή των αισθήσεών μου το επέτρεπε και όταν τελικά απέστρεψα την προσοχή μου ζαλισμένος, είδα τότε στα πρόσωπα των συναδέλφων μου την γνώριμη ανθρωποφάγα όρεξη των παλαιών να προκαλέσουν τον πρωτάρη. Τι είναι αυτό, τους ρώτησα, χωρίς καν να χρειαστεί το στόμα μου να ανοίξω.
«Αυτό είναι η κόλαση, κύριε απολυμαντή! Δεν έχετε ποτέ ακούσει να μιλούν για αυτήν;» Να μιλούν οι άλλοι, ναι, πολλές φορές - μα εδώ μιλάει από μόνη της η κόλαση. Τι είναι αυτό; «Αυτό είναι το μεγαλύτερο επίτευγμα της ανθρώπινης διάνοιας. Η κορωνίδα της δημιουργίας. Η αποθέωση των δυνάμεων του σύμπαντος και ταυτόχρονα η ίδια η κατάλυσή τους».

Είχα ακούσει, πολύ πριν καταταχτώ, πως οι τετραρχικές δυνάμεις ασφαλείας είχαν αρχίσει πειραματικά να κάνουν χρήση νέων ερευνητικών μεθόδων, κατά τις οποίες οι ύποπτοι εμβολιάζονταν με την ψευδαίσθηση ενός πολύ αληθοφανούς θανάτου, προκειμένου να είναι πιο φιλικοί και συνεργάσιμοι. Στη συνέχεια και κατά τη διάρκεια της κατήχησής μου στη σχολή είχα την ευκαιρία –τολμώ να πω και την τιμή- να συμμετάσχω και ο ίδιος σε παρόμοια περιστατικά εικονικών εκτελέσεων, που περιλάμβαναν από άνυδρους πνιγμούς έως και λιθοβολισμούς με πέτρες ολογράμματα. Είχα τολμήσει, μάλιστα, να αμφισβητήσω εγγράφως την αποτελεσματικότητα αυτών των πειραμάτων σε έκθεση προς τον προϊστάμενό μου, ο οποίος μου υποσχέθηκε να μελετήσει επισταμένως τις προτάσεις μου.
Δυστυχώς δεν πρόλαβε να τηρήσει αυτήν του την υπόσχεση, αφού μια έρευνα του γραφείου πολύ εσωτερικών υποθέσεων της Νήσου ενέταξε σύντομα και τον ίδιο στην αποικία των υπόπτων.

«Ο εικονικός θάνατος από μόνος του δεν αρκεί. Αυτό που είδατε και ακούσατε είναι κάτι πολύ περισσότερο από μια απλή μέθοδο ανάκρισης. Ονομάζεται Σεόλ και θα μπορούσαμε να πούμε πως αποτελεί ένα είδος εικονικής κολάσεως. Οι ύποπτοι, μετά τον ψευτοθάνατό τους –εν προκειμένου συνήθως προτιμούμε μια σχετικά ανώδυνη εκτέλεση- τοποθετούνται μέσα σε ειδικά διαμορφωμένα κλουβιά, κατασκευασμένα αποκλειστικά από καθρέφτες. Εκεί δε μπορούν παρά να έρθουν αντιμέτωποι με τον ίδιο τους τον εαυτό, την ύπαρξή τους -ή ό,τι έχει απομείνει από αυτή- πολλαπλασιαζόμενη εις το διηνεκές μέσω των πολλαπλών ειδώλων. Κανένα άλλο πρόσωπο δεν μπορούν να δουν και κανένα άλλο βλέμμα δεν είναι δυνατόν να τους κοιτάξει. Στο μεταξύ, οι αντιδράσεις τους καταγράφονται από ειδικά τοποθετημένες κρυφές κάμερες και μικρόφωνα και μεταφέρονται σε αυτήν εδώ την αίθουσα, όπου εμείς τις αποκωδικοποιούμε και τις αναλύουμε».
Ο ξεναγός μου στον τεχνητό Άδη θεώρησε μάλλον ότι μου είχε δώσει όλες τις απαραίτητες πληροφορίες που ζητούσα, μα εγώ ήθελα να μάθω κάτι ακόμα. Πόσο διαρκεί αυτό το μαρτύριο;
«Στην πραγματικότητα μερικές ώρες, ώσπου οι βιολογικές ανάγκες του υπόπτου να του προδώσουν αργά ή γρήγορα το τέχνασμα. Μέσα στο μυαλό του όμως, έτσι όπως του έχει χειρουργικά αφαιρεθεί η αίσθηση του χρόνου και όπως έχει δια του εικονοθανάτου του πειστεί για τα καλά πως έχει ήδη στην άλλη πλευρά περάσει, θα λέγαμε ότι μάλλον κρατάει λίγο παραπάνω.»
Όλοι οι παριστάμενοι που κάθονταν γύρω από εκείνο το τραπέζι ξέσπασαν ξαφνικά στα γέλια, εκτός από εμένα, που αν και η υποψία της απάντησης είχε αρχίσει ήδη να μου ροκανίζει το στομάχι, επέμεινα.
Δηλαδή; «Δηλαδή, κύριε απολυμαντή, για πάντα!»

Έξι χρόνια μετά και άγνωστο πόσους μήνες, αιχμάλωτος μιας φάρσας που είχα στήσει μόνος μου, αναρωτιόμουν πως θα αντιδρούσαν άραγε όλοι εκείνοι οι παλιοί συνάδελφοι, αν με έβλεπαν εκείνη τη στιγμή να ψηλαφώ τους τοίχους και το κρεβάτι του κελιού μου ψάχνοντας μήπως στην τύχη βρω κρυμμένα εξαρτήματα καταγραφής των αντιδράσεων μου. Είχα αρχίσει να πιστεύω πως ίσως όλα αυτά δεν ήταν τίποτα άλλο τελικά πέρα από μια παρόμοια φριχτή ανθρωποπαγίδα, που μέσα της είχα εγκλωβιστεί, χωρίς περίσκεψιν, χωρίς λύπην, χωρίς αιδώ, παρασυρμένος από μια πρόταση κάποιου κυρίου Κάπα και από την αυτοκαταστροφική μανία μου να αναζητώ διαρκώς αλλιώτικες καινούριες εμπειρίες. Και κάπως έτσι ίσως να βρέθηκα εγώ να αποτελώ το αντικείμενο της παρατήρησης και της μελέτης κάποιων αγνώστων άλλων. Μπορεί εγώ να γνώριζα πως ήμουν ακόμα ζωντανός, όμως δεν ήξερα για πόσο καιρό ακόμα αυτό θα με βοηθάει να κρίνω τις συνθήκες, να αναλύω την κατάσταση και να αντιδρώ ανθρώπινα απέναντι σε αυτήν την αρχιτεκτονική, αλλά και νομική ταυτόχρονα, παράνοια που με είχε περιβάλει.
Από ποιους, όμως, προς εξυπηρέτηση τι είδους σκοτεινών σκοπών - και τέλος το σημαντικότερο, γιατί, άραγε, επέλεξαν εμένα;
Φυσικά δεν είχα πιστέψει ούτε μια λέξη από όλα εκείνα που ο διευθυντής της φυλακής προσπάθησε, με τόσο γελοίο τρόπο, να μου φυτέψει μες στη μνήμη μου. Δεν είχα διαπράξει κανένα έγκλημα, που να επισύρει μια τέτοιου είδους εξωφρενική ποινή. Δεν είχα καταδικαστεί ποτέ και κανένα -σε αυτόν, τουλάχιστον, τον κόσμο- δικαστήριο δε μου επέβαλε ποτέ ούτε καν πρόστιμο χρηματικό για κάποιο λάθος, που να είχα, έστω και από αμέλειά μου, κάνει. Και τελικά, τέτοια ολέθρια και ολοκληρωτική ποινή, σε ολόκληρο το νομικό και υπονομικό μας σύστημα, από όσο μπορούσα έστω να γνωρίζω ή να φαντάζομαι, δεν είχε υπάρξει ακόμα. Άρα, αφού δεν υπήρχε ποινή, δεν μπορούσε να υπάρξει ούτε και φυλακή.
Μα τότε, εάν δεν ήταν φυλακή αυτή η κυκλώπεια κατασκευή, που έμοιαζε να έχει ανεγερθεί με κέντρο βάρους της εμένα, τότε τι άλλο θα μπορούσε να ήταν; Και κυρίως, πως γινόταν να έχω βρεθεί εκεί, χωρίς να το θυμάμαι.
Η αλήθεια είναι πως ένα μικρό κενό έχασκε κάπου χαμηλά στο μαυροπίνακα των αναμνήσεών μου. Μπορούσα πολύ καλά να θυμηθώ τον κύριο Κάπα στο γραφείο μου, την κουκίδα στο αρχιπέλαγος του χάρτη, το αποχαιρετιστήριό μας δείπνο, το ψέμα μου, το δάκρυ της και ύστερα το πλοίο, τη ναυτία, τους κέδρους στην ακτή, τα τείχη και τα εξωτερικά φυλάκια, την ψεύτικη διαπίστευση, την παράδοση των ηλεκτρονικών παραρτημάτων μου. Θυμόμουν ακόμα, αν και κάπως πιο θολά, κάποιες ιατρικές εξετάσεις και κάποια ψεύτικα χαμόγελα και παραδόξως έπειτα από αυτά το πρώτο ξύπνημά μου ανάσκελα πάνω σε ένα τετράγωνο κρεβάτι και κάτω από ένα επίσης τετράγωνο παράθυρο. Κάπου είχε μάλλον χαθεί μια μικρή μα κρίσιμη λεπτομέρεια.
Μες στον κυβόλιθο αυτόν που απουσίαζε από της μνήμης μου τον τοίχο θα μπορούσε να είχαν στο μεταξύ συμβεί τα πάντα ή έστω κάτι ελάχιστο που ίσως να έλυνε με κάποιο τρόπο το μυστήριο. Ίσως της φυλακής οι ιατρονόμοι να με είχαν ύπουλα ναρκώσει και στη συνέχεια οι σκοτεινοί μου απαγωγείς να με μετέφεραν σε κάποιο άλλο έδαφος της Νέας Γεωγραφίας, μπορεί σε έναν άλλον εκτός συστήματος πλανήτη ή ακόμα πιο βαθιά στις αποθήκες του μανδύα ή μέσα στου φλοιού αυτής της Γης τα κάτεργα.
Πάντως στη μικρή νησιώτικη σωφρονιστική αποικία της επιλογής μου δε θα μπορούσα πια να βρίσκομαι, αν και κάθε φορά που τρύπωνε εκείνη η τετραγωνισμένη παραθαλάσσια υποαίσθηση μέσα από τον επουράνιο φεγγίτη μου, με έκανε ακόμα και για αυτό να αμφιβάλλω.
Από το παράθυρο στην οροφή του κύβου μου, εκτός από αυτήν την –ίσως όχι και τόσο μακρινή- θαλασσινή ιδέα, ερχότανε στα αυτιά μου κατά διαστήματα και μια μεταλλική παράταιρη συγχορδία, φτιαγμένη λες από άγνωστα εργαλεία και υλικά που, όσο περνούσαν οι νύχτες και οι μέρες, τόσο έμοιαζε και αυτή να απομακρύνεται. Και υπήρξαν αρκετές φορές που τόλμησα να φανταστώ πως έχω μυστικά μεταφερθεί στο κέντρο ενός απέραντου δαιμονικού εργοταξίου, που μέρα-νύχτα ύψωνε διαρκώς νέα παράλληλα τετράγωνα τειχών, καθιστώντας έτσι ολοένα και λιγότερο ανθρωπίνως δυνατό το όραμα της δίκαιας απόδρασής μου. Λες και είχε στηθεί τριγύρω μου ένας παμφάγος σατανικός μηχανισμός με απώτερο σκοπό, όχι απλώς τον εις το διηνεκές παράλογο εγκιβωτισμό μου, αλλά και την βαθμιαία εξαφάνιση ολόκληρου του έξω κόσμου.
Πως ήταν, όμως, δυνατό, ολόκληρο αυτό το υπερσωφρονιστικό θηρίο να σχεδιάστηκε, έτσι απλά, για να φιλοξενήσει μέσα του έναν και μόνο τρόφιμο; Πως γίνεται, άραγε, τόσες δυνάμεις, τόσοι άνθρωποι, τόσα μυστικά να έχουν, έτσι εύκολα, τεθεί στην υπηρεσία του ενός μοναχικού φυλακισμένου φαραώ; Και τέλος πως θα μπορούσα να πιστέψω πως όλα αυτά τα κωδικά χτυπήματα, που αναπαρήγαγαν πίσω από τον τοίχο μου μελλοντικά δικά μου αποσπάσματα, δεν προέρχονταν παρά από κάποιο μυστηριώδη και αόρατο συγκρατούμενο;

Ύστερα από την ανακωχή των ύποπτων Διδύμων, ο πρόεδρος Μπιουκάναν εξέδωσε διάταγμα, με το οποίο μεταξύ άλλων απαγόρευε στο εξής την εφαρμογή μεθόδων απόσπασης πληροφοριών που βασίζονταν σε τεχνικές εικονικών θανάτων. Δε ξέρω ποια υπήρξε μετά από αυτό η τύχη του Σεόλ και ούτε αν τελικά υπάρχει στ’ αλήθεια τέτοια κόλαση που να θυμίζει εκείνη την εικονική, που κάποτε επινόησαν κάποια από σκοταδοτραφή μυαλά της Τετραρχίας.
Εκείνη τη στιγμή πάντως εγώ, από τα βάθη της νεκρής μου θάλασσας, από την κοιλιά της πέτρινής μου σαρκοφάγου, ελεύθερος πια από κανόνες και εντολές, μπορούσα να φαντάζομαι πως, όταν άναψαν ξανά τα φώτα στον πλανήτη, οι εμπόλεμοι πετάξαν τις στολές και έτσι μοιραία πολλαπλασιάστηκαν πάνω στη γη οι πληθυσμοί των πάντα ανυποψίαστων υπόπτων, στη θέση του εικονικού θανάτου άρχισαν, λέει, να εφαρμόζονται πειράματα εικονικής ζωής. Και τώρα πια όλοι, ακόμα και οι εφευρέτες του κακού και οι δήμιοι, μοιάζει να έχουμε για τα καλά ξεγελαστεί. Και τώρα όλοι μας νομίζουμε πως ζούμε.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου