Πέμπτη, 17 Φεβρουαρίου 2011

04:37

- Πρέπει να γυρίσουμε. Σε λίγο οι άλλοι θα ξυπνήσουν και αν δουν πως λείπουμε, ποιος ξέρει τι θα σκεφτούνε πάλι.
- Λίγο ακόμα. Δεν ακούς; Πλησιάζουμε.
- Έπρεπε να περιμένουμε. Δεν είναι δουλειά δική μας να νυχτοαναζητούμε αόρατες φωνές.
- Εμείς τις ακούσαμε, εμείς πρέπει και να τις βρούμε πρώτοι.
- Εσύ τις άκουσες. Εγώ, αν εσύ δε με ξυπνούσες, θα άκουγα ακόμα το όνειρό μου.
- Ντρέπεσαι για τα όνειρά σου και όταν εκείνος σε ρωτά τι βλέπεις, εσύ πάντα του απαντάς με ψέματα. Σε έχουν όλοι καταλάβει.
- Και εκείνος;
- Εκείνος ξέρει.
- Τότε, γιατί ζητάει να του πω;
- Για να σε δοκιμάσει, ανόητε. Ακόμα δεν κατάλαβες πως πάει το παιχνίδι. Εμείς πάντα τον πιστεύουμε ενώ εκείνος παντού μας δοκιμάζει. Δίκαιο, έτσι;
- Δε ξέρω πια τι είναι δίκαιο και άδικο.
- Ξέρεις γιατί; Γιατί η πίστη και τα ωραία λόγια δεν αρκούν. Χρειαζόμαστε κανόνες.
- Χρειαζόμαστε εκείνον.
- Εκείνον και κανόνες. Εκείνος δε θα βρίσκεται για πάντα ανάμεσά μας.
- Είναι φορές που μας μιλά και δεν καταλαβαίνω τίποτα, μα δεν τολμώ να του ζητήσω εξηγήσεις.
- Για αυτό σου λέω, όταν εκείνος φύγει από εδώ, οι κανόνες θα έχουν μείνει πίσω του για να τον ερμηνεύουν. Και τους κανόνες αυτούς θα τους ορίζουμε εμείς και ο κόσμος θα υπακούει.
- Και όταν θα φύγουμε και εμείς;
- Εμείς θα υπάρχουμε για πάντα. Θα ζούμε μέσα από τους κανόνες μας, όπως και εκείνος τώρα υπάρχει μέσα από εμάς.
- Κουράστηκα. Δυο ώρες τώρα σκοταδοψηλαφούμε και όλο μου λες πως πλησιάζουμε, μα κάθε που νιώθω πως αγγίζω τις φωνές, αμέσως πάλι νομίζω πως τις χάνω.
- Είμαστε κοντά. Πρέπει να βρούμε τις φωνές πριν σηκωθούν οι άλλοι. Πριν να ξυπνήσει εκείνος.
- Φοβάμαι. Είμαστε δυο και αυτοί ακούγονται χιλιάδες. Πως θα τα βάλουμε μαζί τους;
- Δε πάμε με κανέναν να τα βάλουμε. Θα τους μιλήσουμε και αυτοί θα ακολουθήσουν. Θα μας πιστέψουν, όπως και εμείς πιστέψαμε εκείνον. Κοίτα αυτά τα βράχια! Άκου εκείνη τη σπηλιά! Από εκεί μέσα έρχονται τα λόγια τους. Ήδη κάποιες κουβέντες τους μπορώ να τις διαβάσω.
- Τι λένε;
- Δεν ξέρω. Δε βγάζω νόημα. Λέξεις ριγμένες η μια πάνω στην άλλη. Δεν έχουν δύναμη. Μια μόνο να τραβήξεις και ύστερα σωριάζονται οι υπόλοιπες στο χώμα.
- Και αν πέσουν πάνω μας;
- Το χώμα είμαστε εμείς. Μα όποτε θέλουμε, δακρύζουμε, ιδρώνουμε, γινόμαστε και λάσπη. Πάμε να πιάσουμε μια λέξη μόνο από ψηλά, προσεχτικά και φρόνιμα. Και ύστερα βλέπουμε.
- Δε θέλω να σε ακολουθήσω στη σπηλιά. Αλλά και εδώ να μείνω μονάχος μου φοβάμαι.
- Μείνε εδώ, μίλα στον εαυτό σου και περίμενε! Θα δεις, δε θα αργήσω.
- Μένω και μου μιλάω. Βλέπω το σύντροφο μες στη σπηλιά να χάνεται, αναζητώντας των ξένων τις φωνές, και μένω πίσω μόνος μου με τη δική μου τη φωνή να μου ψευτοκρατάει παρέα. Και τώρα που δεν έμεινε, πέρα από τη μαύρη ερημιά και το αδειανό σκοτάδι, κανείς να με ακούει, τρομάζω με ετούτη την παράξενη φωνή, έτσι όπως δικιά μου, άλλα και τόσο άγνωστη, στα αυτιά μου ανεβαίνει. Τι θέλω στο κατώφλι της σπηλιάς εγώ; Τι είναι αυτό που ψάχνω; Τι έχουν να μου πουν των άλλων οι φωνές, αν δε μπορώ ακόμα με τη δική μου να ταιριάξω; Τι ψάχνω στης γης την ερημιά, ενώ αφήνω την έρημο του ίδιου μου του εαυτού βουβή και ανεξερεύνητη; Να ανακαλύψω τι ζητώ στου κόσμου το σκοτάδι, όταν μέσα στη νύχτα του μυαλού μου βήμα να κάνω δεν τολμώ; Όσο μονάχος μου μιλώ, τόσο πιο μόνος νιώθω. Για αυτό σιωπώ και μένω να κοιτάζω τη σπηλιά. Κοιτώ μέχρι που βλέπω ξανά το σύντροφο να βγαίνει. Δεν επιστρέφει νικητής, αλλά κυνηγημένος. Κάτι φωνάζει, μα χάνονται τα λόγια του στο δρόμο. Τι λέει; Τι λες;
- Λάθος, λάθος! Τρέξε μαζί μου! Τρέξε γρήγορα και μην κοιτάξεις πίσω! Έρχεται!

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου