Κυριακή, 27 Φεβρουαρίου 2011

της πόλης και του κόσμου

«Εκάμαμεν όλον τον γύρον. Όθεν φυσικώς επιστρέψαμεν εις το πρώτον σημείον…» Το παίδεψα τέσσερις μήνες το κομμάτι, μα το δικό μου το κομμάτι δεν το έκανα. Δέκα σελίδες όλες κι όλες ήτανε το διήγημα, αλλά εγώ κόλλησα στην έβδομη παράγραφο. Πήγαν περίπατο η διασκευή, το έπαθλο κι η αναγνώριση. Μα εγώ τη θέση μου στιγμή δεν άφησα. Ήταν χειμώνας, όταν το επέλεξα. Τότε που διάλεξα να γυρίσω πίσω. Να ξεχειμωνιάσω κι έπειτα βλέπουμε. Και πέρασε ο χειμώνας. Και γλίστρησε η άνοιξη από του Μάη το ανοιχτό παράθυρο. Κρεμάστηκα στην καγκελόπορτα το δρόμο πάνω κάτω να κοιτάζω. «Εκάμαμεν όλον τον γύρον». Απ’ το κρεβάτι στην εξώπορτα. Απ’ του Δεκέμβρη τα υψίπεδα στη λιμνοθάλασσα του Ιούλη. Από το σπίτι στη δουλειά και πάλι πίσω. «Όθεν φυσικώς επιστρέψαμεν εις το πρώτον σημείον». Στο δρόμο. «Οι άλλοι έμειναν εις τα μισά». Στου δρόμου τα μισά. Στην καγκελόπορτα μου κρεμασμένος είδα τα παιδιά να παίρνουνε τους δρόμους. Τα παιδιά του δρόμου. Ποιοι θα κάνουν όλο το γύρο; Πόσοι θα μείνουν στα μισά; Ζήλεψε τον χιονιά το καλοκαιράκι κι έπνιξε την πόλη κάτω απ’ τη σκόνη και το χαρτοπόλεμο. Υπάρχουν πάγοι που δε λιώνουνε ποτέ. Έρχεται πάντα η ώρα που χρειάζεται τσεκούρι και φωτιά για να ανοίξεις το δικό σου δρόμο. Για να μη μείνεις στου δρόμου τα μισά. «…Οι άλλοι έμειναν εις τα μισά. Δεν ξεύρουν, ουδέ εικάζουν, που τελειώνει ο δρόμος». Ο δρόμος. Ένα λάθος κάνουν τα παιδιά. Το λάθος αυτό που αφήνει τον κόσμο έτσι ανάποδα να προχωρά. Που δίνει το άλλοθι στη ζωή έτσι στραβά να συνεχίζει. Καταλαμβάνουν κτήρια. Λες και δεν έχει περάσει ούτε στιγμή από τον καιρό που όλα τα κτήρια της πόλης και του κόσμου χάσανε την αξία τους. Ερήμωσαν οι ναοί. Τα κάστρα έγιναν τουριστικά αξιοθέατα, κέντρα διασκεδάσεως τα εργοστάσια. Οι φυλακές σχολεία και τα σχολεία φυλακές. Κάποτε γκρέμιζαν τα τείχη για να ανοίξουν δρόμους. Τώρα ο δρόμος είναι το τείχος που όλοι κάνουμε πως δεν το βλέπουμε κι ας κοπανάμε κάθε μέρα πάνω του τα κεφάλια μας. Αντέχουν τα κεφάλια, μα οι ιδέες και τα όνειρα ματώνουνε, σπάνε κομμάτια. Σκόνη και χαρτοπόλεμος. Ιούλιος και το ‘χει στρώσει. Σκεπάστηκε η καγκελόπορτα και σκαρφαλώνω πιο ψηλά να μη με φτάσει. Τη θέση μου όμως δεν την αφήνω. Βγες απ’ τα κτήρια, σου λέω. Κάνε κατάληψη στο δρόμο! Μόνο ο δρόμος απέμεινε να αξίζει κάτι πια. Μόνο στο δρόμο αυτό που πολεμάς πονάει. Μόνο αν τους δρόμους πάρεις, θα γίνει ο δρόμος ο δικός σου δρόμος. Πάρε το δρόμο και κράτα τον μέχρι το τέλος. Κι αυτός θα δεις – δε μπορεί – όλο και κάπου θα σε βγάλει. Κι αν κάνεις λάθος; Κι αν ξεχαστείς; Κι αν με άλλα πολεμώντας, τη μάχη την πραγματική την χάσεις; Ποιος θα βρεθεί να σε μαζέψει; Να σου φωνάξει γύρνα πίσω. Στο σπίτι, γρήγορα! Είναι αργά. Σαν τότε που ξέμενες στο δρόμο να κλωτσάς μια μπάλα μέχρι να σε φωνάξει η μάνα σου απ’ το μπαλκόνι. Στο σπίτι! Γρήγορα! Μια μπάλα να κλωτσάς μέχρι να πέσει η νύχτα. Μέχρι να μεγαλώσεις κι οι ρόλοι να αντιστραφούν. Να μεγαλώσεις. Να στρογγυλέψεις κι εσύ και οι ιδέες σου. Να γίνεις εσύ η μπάλα. Να σε κλωτσάνε άλλοι. Είναι αργά. Αρχίζω το κείμενο. Το περιοδικό με περιμένει. Ανοίγω την τηλεόραση, κάτι να παίζει μέσα στο δωμάτιο όσο εγώ δουλεύω. Αρχίζει το ματς. Βλέπω τον αρχάγγελο, το δεκάρι που δέκα χρόνια τώρα μου κράτησε παρέα να με αποχαιρετά. Έχει βγει στο δρόμο κι αυτός και προκαλεί τον κόσμο. Ένας αγώνας ακόμα και τα παρατάω. Τον έκαμα τον γύρο μου κι επέστρεψα στο πρώτο το σημείο. Νικήστε με, λοιπόν, να πάω σπίτι μου! Τελειώνω το κείμενο κι εκείνος ακόμα συνεχίζει. Σε τέσσερα χρόνια, στο επόμενο μουντιάλ, όλοι οι παίκτες θα είναι νεότεροι μου και δε θα με παίζουν πια.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου