Παρασκευή, 15 Απριλίου 2011

περί του κοινωνικού μου συμβολαίου

Τη μέρα εκείνη με ξύπνησε η πείνα μου. Είχα αρνηθεί τα γεύματά μου τις δύο προηγούμενες ως έκφραση διαμαρτυρίας στην άθλια στάση της διοίκησης. Ήξερα καλά πως δεν υπήρχε περίπτωση να βρεθεί έξω από τη φυλακή έστω και ένας άνθρωπος να ακούσει κάτι για την κίνησή μου αυτήν και να μου συμπαρασταθεί στο δίκαιο αγώνα μου. Και πως θα μπορούσα, άλλωστε, να βρω συμπαραστάτες, αφού κανείς δε γνώριζε που ακριβώς βρισκόμουν. Είχα φροντίσει εγώ για αυτό κρατώντας -ακόμα και από εκείνη- μυστική αυτήν την ιστορία. Και ούτε, ασφαλώς, περίμενα να συγκινήσω τους δεσμοφύλακές μου επιδεικνύοντάς τους την πεινασμένη μου απόγνωση. Ωστόσο, σκέφτηκα πως μία παρατεταμένη αποχή από την τροφή θα μπορούσε να προκαλέσει ίσως τέτοια προβλήματα στην ημιπολύτιμη υγεία μου, που δύσκολα θα μπορούσαν μετά να διαχειριστούν αυτοί και τα αφεντικά τους. Πίστεψα πως έτσι θα γινόμουν για το ηλίθιό τους σύστημά τους ένα απρόβλεπτο γραφειοκρατικό αγκάθι και αποφάσισα να ποντάρω τα πάντα πάνω σε αυτήν την τόσο σπουδαία ιδέα.
Φρόντισα να διατυπώσω τα αιτήματά μου με σαφήνεια, πυγμή και σοβαρότητα, ώστε και οι παρερμηνείες να αποφευχθούν και αυτοί καλά να το χωνέψουν, πως έχουν να κάνουν με κακό μπελά και ζόρικη περίπτωση.
Ζητούσα να μου κοινοποιηθεί η δικαστική απόφαση με την οποία η αόρατη αρχή δήθεν με είχε καταδικάσει.
Ζητούσα να επικοινωνήσω, έστω και τηλεφωνικά με το συνήγορό μου, ο οποίος με τα πόδια να ερχόταν στο νησί –βαδίζοντας επί των άγριων κυμάτων- τώρα θα είχε φτάσει.
Ζητούσα να μου αλλάξουν άμεσα τη μάρκα του καπνού, γιατί αυτή που μου έδιναν μου έγδερνε συνέχεια το λαιμό και το πρωί δυσκολευόμουν να μιλήσω.
Ζητούσα να μεταφερθώ σε δίκλινο κελί, ώστε να έχω επιτέλους κάποιον συγκρατούμενο, με τον οποίον το πρωί να δυσκολεύομαι, λόγω του πονεμένου μου λαιμού, να του μιλάω.
Ζητούσα να με αφήσουνε να φύγω.

Όχι πως το τελευταίο δεν το είχα ήδη δοκιμάσει μόνος μου, ύστερα από τη μέρα εκείνη που ήρθε και με επισκέφτηκε ο διευθυντής της φυλακής με τη μορφή του θείου μου και μου αποκάλυψε ότι η πόρτα του κελιού ανοίγει από μέσα. Το επόμενο κιόλας πρωί, σηκώθηκα, πήρα το πρόγευμά μου, έδεσα τα κορδόνια μου και αφού έκρυψα καλά τις σημειώσεις μου βαθειά μέσα στις τσέπες, είπα, ωραία και τώρα ας πηγαίνω!
Τράβηξα, λοιπόν, το σύρτη, την πόρτα έτριξα σιγά, προσεκτικά έβγαλα πρώτα το κεφάλι στο διάδρομο και ύστερα, μη βλέποντας καμία κίτρινη στολή στον πέτρινο ορίζοντα, έκανα τα πρώτα φοβισμένα βήματά μου προς τα έξω – ό,τι και αν αυτό μπορούσε να σημαίνει. Ξεκίνησα αργά – αργά να προχωράω δεξιόστροφα και αφού έστριψα τέσσερις φορές, μοιραία επέστρεψα στο αρχικό σημείο χωρίς να συναντήσω έξοδο, πλην άλλης μίας σιδερένιας πόρτας, που έστεκε περίπου ως αντανάκλαση απέναντι ακριβώς από εκείνη του κελιού μου.
Την παραβίασα και αυτήν με το γνωστό, σχεδόν αστείο, τρόπο για να περάσω σε ένα δεύτερο διάδρομο, με μία κίνηση που με έκανε για μια στιγμή να αισθανθώ πως τρύπωνα μέσα σε μαγικό καθρέφτη. Αυτός ο νέος τετράγωνος επίσης και μονόφθαλμος διάδρομος, πέρα από τη μεγαλύτερη σαφώς περίμετρό του -αφού περιείχε φυσικά τον προηγούμενο- φαινόταν πως άλλο καινούριο τίποτα δεν είχε στην απόδρασή μου να προσφέρει.
Έτσι δοκίμασα την τύχη μου ανοίγοντας την τρίτη σιδερένια πόρτα, που με περίμενε και πάλι στο ίδιο ακριβώς σημείο με τις άλλες δυο που είχα αφήσει πίσω μου. Μα δυστυχώς, ούτε ετούτη τη φορά δεν ένιωσα πως βγαίνω από κάπου, αφού έπεσα πάλι πάνω στο ίδιο σκηνικό, εφιαλτικό αντίγραφο των όσων είχα ήδη συναντήσει.
Δε μπορώ να πω με σιγουριά τη μέρα εκείνη πόσες φορές στ’ αλήθεια επανέλαβα τις ίδιες ακριβώς κινήσεις – πρέπει να έχασα το μέτρημα λίγο μετά την εικοστή διαδοχή. Από τη μία η αυξάνουσα γεωμετρικά απελπισία μου, που θέριευε μετά από τον κάθε παράλληλο φλοιό αυτής της αρχιτεκτονικής παράνοιας, από την άλλη η αναρρίχητική μου κούραση, που μου έβαζε τρικλοποδιές, καθώς διέσχιζα ολοένα και μεγαλύτερους σε κλίμακα ομόκεντρους διαδρόμους - οι ελπίδες και οι δυνάμεις μου κάποια στιγμή άρχισαν μοιραία να στερεύουν.
Γύρισα πίσω στο κελί μου ηττημένος και κατέρρευσα. Όσο και αν η λογική μου ακόμα στη φρίκη αντιστεκόταν, φαινόταν πια πως είχα εγκλωβιστεί μέσα σε έναν προσωπικό απρόσκλητο και ακατανόητο λαβύρινθο.
Την άλλη μέρα, ξεκίνησα αμέσως μόλις ο φύλακας μου άφησε στη θυρίδα τα απαραίτητα. Άνοιξα γρήγορα την πόρτα μου, πιστεύοντας πως άμα τον προλάβαινα και τον ακολουθούσα, θα έβρισκα ίσως τη μυστική αόρατη οδό που θα ένωνε με κάποιο τρόπο το κελί μου με τον κόσμο. Μα ο διάδρομος ήταν και πάλι έρημος, λες και τα πέτρινά του τείχη είχαν, παρέα με τη λογική, απορροφήσει και όλους τους δεσμοφύλακες.
Γύρισα μέσα, έφαγα, ήπια, κάπνισα και με μια πίστη γερά θεμελιωμένη πάνω σε μια ιδέα τελείως ανυπόστατη, ξεκίνησα ξανά την ίδια διαδρομή αναζητώντας τις εκβολές αυτού του μυστηρίου, που δε θα μπορούσε παρά να πήγαζε από το ίδιο το κελί μου. Το αντίστροφο δε θα ήταν απλώς παράλογο, αλλά και θεωρητικά, υποτίθεται, αδύνατο, για να μη πω γελοίο.
Όσο έστεκα ακόμα ως άνθρωπος λογικός και ανήσυχος, κανένας τοίχος και κανένα σύστημα δε θα κατάφερνε να μου στερήσει την απόδραση. Εσύ που με διαβάζεις. Έτσι, αν ήμουν εγώ το αδιέξοδο, αφού μέσα από εμένα δε μπορούσε άλλος κανείς κάπου αλλού να πάει και αφού δεν υπήρχε φυσικά άλλη υποδιαίρεση στην κλίμακα της φυλακής, όσο θυμόμουν πως είχα κάποτε αφήσει έναν κόσμο εκεί έξω, τόσο για πάντα θα μπορούσα να διανύω το ποτάμι αυτό ανάποδα, μηχανικά απλώς ακολουθώντας της μνήμης την κατεύθυνση.
Και κάπως έτσι το δοκίμασα, όχι μόνο τη μέρα εκείνη, αλλά και όλες τις επόμενες, κάθε φορά περνώντας μέσα από όλο και πιο πολλές πόρτες αντικριστές και διασχίζοντας όλο και περισσότερους παράλληλους διαδρόμους. Και όλο και κάθε μέρα ξανοιγόμουν πιο πολύ μέσα στο πετρωμένο εκείνο πέλαγος και όλο και κάθε νύχτα επέστρεφα πίσω ξανά στη βάση μου έχοντας διασχίσει ολοένα και μεγαλύτερη απόσταση, ενώ χαράζοντας βιαστικά αριθμούς πάνω στις σιδερένιες σημαδούρες διαρκώς την τόλμη μου βυθομετρούσα.
Μέχρι που μία μέρα, εκεί, στα ανοιχτά της τειχοθάλασσας, είδα κάποια στιγμή τις αντοχές μου να εξαντλούνται και αισθάνθηκα τον πανικό να κολυμπάει στο πλάι μου. Φοβήθηκα στ’ αλήθεια πως δε θα τα κατάφερνα να επιστρέψω πριν βραδιάσει και τότε έκανα μεταβολή και άρχισα να τρέχω πίσω στο κελί μου σαν τρελός, ενώ η λυσσασμένη μου απόγνωση, κακό σκυλί ξοπίσω μου, μου δάγκωνε τις φτέρνες.

Και κάποιο βράδυ έφτασα να αναζητώ στον ύπνο μου άλλα εναλλακτικά σχέδια φυγής, μέχρι που μέσα σε μια ονειροστιγμή νομίζω πως μπόρεσα και διέκρινα μια λάμψη αλήτικη να ξεπηδά μέσα από το αυστηρό, παχύρρευστο σκοτάδι και τότε μες στον ύπνο η ηδονή προσήλθε..
Με είδα να τραβώ το σύρτη για ακόμα μια φορά, με άκουσα γνώριμα πια να τρίζω τη σιδερένια πόρτα. Και ύστερα αμέσως με ένιωσα να ελκύομαι από ένα απροσδιόριστο παραίσθημα μιας αμετάφραστης υπαίθρου. Με πέρασα έξω από το κελί μα, αντί για το συνήθη έρημο διάδρομο, με έβγαλα σε ένα αλλιώτικο κλειστό δωμάτιο που έμοιαζε αρκετά με αυτό από το οποίο είχα μόλις βγει. Ίδιες διαστάσεις, ίδια αισθητική, ίδιος και εγώ, με μία και μόνη διαφορά να χάσκει πάνω από το κεφάλι του νηστικού μινώταυρου. Αντί για οροφή, υπήρχε ένας ουράνιος κραυγαλέος θόλος, ένας πίνακας σπαρακτικός που με τα χρώματά του μου πυρπολούσε τις δραπετεύουσες αισθήσεις. Μια νύχτα που χυνόταν μες στη μέρα, ένα σμήνος αστέρια και κομήτες που κατασπάραζαν τον ήλιο, μια αβυσσαλέα μίξη υπερκόσμιων γεύσεων και οσμών που έσταζε μαρτυρικά πάνω στον υπνοβάτη εαυτό μου.
Σκέφτηκα πως αυτό θα ήταν η αυλή της φυλακής, που μου είχε τόσο στοργικά ο θείος μου συστήσει να επισκέπτομαι και αποφάσισα -για πρώτη ίσως φορά- να συμμορφωθώ επιτέλους στις υποδείξεις της διεύθυνσης και να περνώ κάποιες από τις ονειροώρες μου εκεί, στο μέσα έξω.

Ίσως δεν ήμουνα καλά προετοιμασμένος για το ακραίο ενδεχόμενο μιας απεργίας πείνας και το βεβαρυμμένο από τις καταχρήσεις παρελθόν ελάχιστα σε αυτό με βοηθούσε.
Περιμένοντας να ανοίξει της θύρας μου το άνοιγμα, σκεφτόμουν μήπως να φάω πρώτα το πρωινό μου σαν καλό παιδί και ύστερα πιο ψύχραιμα να επανεκτιμήσω την κατάσταση. Αναρωτιόμουν αν το να περιόριζα ανά δύο γεύματα την αποχή, θα μπορούσε να θεωρηθεί ως αξιοπρεπής μορφή διαμαρτυρίας ή θα φαινόταν πιο πολύ με κάποιο είδος δίαιτας.
Δεν ξέρω αν έφταιγε η πείνα μου ή η απώλεια της αίσθησης του χρόνου, αλλά από κάποια στιγμή και ύστερα άρχισα να πιστεύω ότι η τροφοδοσία μου είχε ήδη σημαντικά καθυστερήσει. Ευτυχώς που η αίσθηση του γελοίου με απέτρεψε από το να αρχίσω να κοπανάω την πόρτα απαιτώντας την μέχρι τότε περιφρονημένη μου τροφή. Υποτίθεται πως για τους φύλακές μου ήμουν ακόμα απεργός και δε θα ήθελα καθόλου η αλλοπρόσαλλή μου στάση να προκαλέσει σχόλια χαιρέκακα και περαιτέρω ειρωνείες. Για λίγο αισθάνθηκα περήφανος, πράγμα που, ωστόσο, ελάχιστα φάνηκαν να συμμερίζονται η ζάλη μου και ο πόνος στο στομάχι.
Και ενώ άρχιζα σιγά-σιγά να αναρωτιέμαι για το τι γεύση να έχει, άραγε, το χαρτί των τετραδίων μου, ήρθε ένας νέος ήχος απροσδόκητος να με αναστατώσει. Άρχισα ξαφνικά να ακούω ρυθμικά χτυπήματα –όχι σιδερένια ετούτη τη φορά, μα πέτρινα- να έρχονταν από κάπου πολύ κοντά μου, δίπλα μου σχεδόν. Κόλλησα στον τοίχο το αυτί μου προσπαθώντας έτσι να μαντέψω την προέλευση και να αποκρυπτογραφήσω, αν ήταν δυνατό, το περιεχόμενο αυτού του –όπως μάλλον θα ήθελα να είναι- μυστικού μηνύματος.
Δεν άργησα να καταλάβω πως κάποιος δοκίμαζε να μου επικοινωνήσει κάτι χρησιμοποιώντας τον παλιό στρατιωτικό κώδικα Μπαχτίν. Μπορεί να είχα χάσει την αρχή, μα σίγουρα μπορούσα το νόημά του να προλάβω - πήρα μία σελίδα και άρχισα αμέσως να μεταφράζω σε λέξεις τα χτυπήματα, «…και τα είχα όλα στ’ αλήθεια προβλέψει. Ακόμα και τον δικό μου προσωπικό δαίμονα. Σ’ αυτό δε δυσκολεύτηκα καθόλου. Ο καημένος…». Σταμάτησα.
Ένιωσα το χαρτί να μου ζεματάει τα δάχτυλα και τους οικείους στίχους να μου τρυπάνε το κεφάλι. Τι αστείο ήτανε πάλι αυτό;

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου