Σάββατο, 2 Απριλίου 2011

το πνεύμα των νόμων μου

το πνεύμα των νόμων μου
Όταν βγήκε ο διευθυντής από το κελί και έμεινα ξανά εκεί μέσα μόνος, ξάπλωσα μπρούμυτα πάνω στις άγραφες σημειώσεις μου και άρχισα αμέσως να μεταφέρω στο χαρτί όλα εκείνα τα λόγια που μου είχαν μόλις φουσκώσει το κεφάλι. Έγραφα βιαστικά πολύ και σίγουρα απρόσεχτα, σαν να φοβόμουν μήπως προλάβουν οι λέξεις και σκαρφαλώσουν στο ψηλό παράθυρο ή δραπετεύσουν μέσα από τα αυτιά και τα ρουθούνια μου.
Όταν, αργότερα θα ξεσπούσε η ανταρσία των δεσμοφυλάκων, θα έπεφταν τα μακρά τείχη και οι ξεβράκωτοι θα πυρπολούσαν τις πτέρυγες του αχειροποίητου συστήματος, το απόσπασμα αυτό θα ήταν και το μοναδικό που θα επιζούσε από το σύνολο των χειρογράφων μου της φυλακής.
Και ενώ όλα τα υπόλοιπα είμαι τώρα αναγκασμένος να τα ανακαλώ από μνήμης, προς όφελος της ποίησης και εις βάρος της αλήθειας, ας μου επιτραπεί –άραγε από ποιον;- στο επεισόδιο αυτό να τεμπελιάσω λίγο, επισυνάπτοντας ολόκληρο το διάλογό μου με τον διευθυντή της φυλακής έτσι, ενεστώτα και αυτούσιο, δηλαδή όπως ακριβώς τον ξέρασα πάνω στο χαρτί, μόλις βγήκε αυτός από το κελί και εγώ έμεινα ξανά μόνος μου εκεί μέσα.
Λοιπόν…

- Ποιος είναι;
- Ανοίξτε μου, σας παρακαλώ! Είμαι ο διευθυντής της φυλακής.
- Τι εννοείτε, να σας ανοίξω; Ξέρετε, είμαι φυλακισμένος.
- Βλέπετε στα αριστερά της πόρτας σας έναν σύρτη;
- Ναι, και;
- Γυρίστε τον, σας παρακαλώ, προς τα μέσα και ύστερα τραβήξτε τον. Είναι πολύ εύκολο, θα δείτε.

Κάνω ότι ακριβώς μου λέει η ευγενική φωνή πίσω από τη πόρτα, ενώ παλεύω να καταπνίξω μέσα μου το ακατανίκητο αίσθημα του γελοίου. Πρέπει να είμαι ο πιο ηλίθιος κρατούμενος στην παγκόσμια σωφρονιστική ιστορία. Πως δε το είχα σκεφτεί νωρίτερα; Να θυμηθώ να γράψω μια μέρα την εποποιία της ανοησίας μου - εγώ, ο βλάκας! Ακολουθώ τις οδηγίες του και ανοίγω την πόρτα. Στη συνέχεια η όραση μου παλεύει να αποκωδικοποιήσει την εικόνα των τριών χαμογελαστών προσώπων που εμφανίζονται μπροστά μου. Τόσες μέρες –μήνες μήπως;- μέσα στην απομόνωση και έχω πια ξεχάσει την όψη ακόμα και των πιο οικείων μου προσώπων. Και τώρα, αυτοί εδώ οι τρεις, μου μοιάζουν με αφύσικες και απόκοσμες υπάρξεις.
Τρομάζω, αλλά προσπαθώ να μη το δείξω.

- Μα, αν η πόρτα ανοίγει από μέσα, δε φοβάστε μη δραπετεύσουν οι κρατούμενοι;
- Δεν είναι όλες οι πόρτες ίδιες, ούτε και όλα τα κελία ασφαλώς. Και έπειτα, σε εσάς έχουμε εμπιστοσύνη.

Ο διευθυντής μου θυμίζει κάποιο θείο μου, που δούλευε κάποτε σε ένα ξενοδοχείο και που όταν ήμουν πολύ μικρός, οι γονείς μου με άφηναν σε αυτόν να με προσέχει.
Η ξανθιά δίπλα του μοιάζει με γραμματέας του και μάλλον είναι.
Ο τύπος από πίσω με την κίτρινη στολή ίσως να είναι ο δεσμοφύλακας που με χτύπησε –με τι;- το μεσημέρι, όταν τόλμησα να τον πιάσω από το μανίκι. Αυτός διαβάζει τη σκέψη μου και κλείνοντάς μου το μάτι πονηρά την επιβεβαιώνει. Πόσο θα ήθελα να το κλείσω για πάντα αυτό το μάτι!
Θυμώνω, αλλά προσπαθώ να μη το δείξω.

- Θα μπορούσαμε να περάσουμε μέσα, παρακαλώ; Αν δε σας ενοχλούμε;
- Ε, δεν το ήξερα πως θα έχω επισκέψεις και δε πρόλαβα να συμμαζέψω, αλλά…
- Βλέπω πως έχετε διατηρήσει το χιούμορ σας, κύριε…
- Αντάμης.

Η ξανθιά πετάγεται και συμπληρώνει το όνομά μου, ενώ κοιτάζει το μπλοκάκι της. Έχει τα μαλλιά της μαζεμένα ψηλά και εγώ δυσκολεύομαι να αποφύγω μια βρώμικη φευγαλέα σκέψη.
Ίσως, αν δεν ήμουνα στη φυλακή, να μην την είχα κάνει. Ίσως, αν ήμουν ελεύθερος, η σκέψη αυτή να μην ήταν και τόσο φευγαλέα.

- Λοιπόν κύριε Αντάμης, θα μας αφήσετε να περάσουμε;
- Ναι, αλλά μόνο τους δυο σας. Αυτός θα περιμένει έξω.

Ο φύλακας γελάει, ενώ από το βάθος του διαδρόμου ακούγονται και άλλα πνιχτά γελάκια. Κάνω να κοιτάξω προς την κατεύθυνση τους, αλλά ο θείος μου, ο διευθυντής της φυλακής, με εμποδίζει ακουμπώντας την παλάμη του στο στήθος μου. Κάνω πίσω και τους αφήνω να μπούνε στο κελί μου. Ο φύλακας παραμένει στη θέση του και εγώ κλείνω ξανά στα μούτρα του την πόρτα με δύναμη και κακία.
Μια μικρή νίκη, σκέφτομαι, αλλά κοροϊδεύω μάλλον τον εαυτό μου.

- Ο δεσμοφύλακας υπηρεσίας με ενημέρωσε ότι εμφανίσατε σήμερα το μεσημέρι ίχνη αντικοινωνικής συμπεριφοράς. Επίσης πληροφορήθηκα ότι επιθυμήσατε να μιλήσετε μαζί μου. Καταρχάς, θα ήθελα να σας ζητήσω συγνώμη που δεν κατάφερα μέχρι σήμερα να σας επισκεφτώ. Είναι καιρός τώρα που το έχω κατά νου, αλλά, ξέρετε, όλο κάτι συνέβαινε και αναγκαζόμουν διαρκώς να το αναβάλλω. Αφού σας προειδοποιήσω ότι, εάν επαναληφθεί το σημερινό ατυχές περιστατικό, θα είμαι υποχρεωμένος να διατάξω τη λήψη αυστηρότερων μέτρων σε σχέση με την κράτησή σας, είμαι έτοιμος να ακούσω τα αιτήματά σας. Να σας ενημερώσω μόνο ότι ολόκληρη η συνομιλία μας καταγράφεται από τη δεσποινίδα Λάμδα, όποτε και σας συνιστώ να αποφύγετε λέξεις ή χειρονομίες που ενδεχομένως να επιβαρύνουν την ήδη δυσάρεστη θέση στην οποία βρίσκεστε. Λοιπόν, κύριε Αντάμης, σας ακούω.

Ο τρόπος που προφέρει το όνομά μου είναι λίγο εκνευριστικός, αλλά η φωνή του είναι τόσο ηρεμιστική, που όχι μόνο καταφέρνει να με κάνει να μη προσέχω τα όσα λέει, αλλά και να ξεχάσω όσα εγώ θα ήθελα να του πω.
Νυστάζω, αλλά προσπαθώ να μη το δείξω.

- Κύριε διευθυντά, θέλω να φύγω.
- Σας καταλαβαίνω. Και εγώ το ίδιο θα επιθυμούσα, αν ήμουν στη θέση σας, αλλά εσείς, ξέρετε, είστε φυλακισμένος.
- Είμαι φιλοξενούμενός σας.
- Χαίρομαι που το βλέπετε έτσι. Φαντάζομαι ότι αυτό σας βοηθάει.
- Βρίσκομαι εδώ με τη θέλησή μου και έχω το δικαίωμα να φύγω, όποτε το θελήσω. Και θέλω να φύγω τώρα.
- Μάλιστα. Και που θα θέλατε να πάτε;

Από έναν κύκλο πιθανών απαντήσεων που θα πίστευα πως είχα έτοιμες για το ενδεχόμενο μιας τέτοιας αιφνίδιας ερώτησης, δεν κατορθώνω να βρω καμία απολύτως και η αμήχανη σιωπή μου τραβάει το χαμόγελο του διευθυντή από τις άκριες, ώσπου το ξεχειλώνει.

- Είναι απολύτως λογικό να αρνείστε να συμβιβαστείτε με την ιδέα ενός μακρόχρονου εγκλεισμού, αλλά δυστυχώς πρέπει να δεχτείτε πως αυτό αποτελεί βασικό συστατικό της επιβληθείσας ποινής. Μπορώ να σας υποσχεθώ πως από την πλευρά μου θα κάνω ό,τι είναι δυνατό προκειμένου η παραμονή σας στο κατάστημά μας να είναι για εσάς όσο το δυνατό λιγότερο ανυπόφορη. Θα πρέπει, όμως, και εσείς να φανείτε περισσότερο συνεργάσιμος, να υπακούετε στους κανόνες της φυλακής και να σέβεστε τους υπαλλήλους της, οι οποίοι, πιστέψτε με, κάνουν μια δουλεία καθόλου ευχάριστη.
- Ναι, τους λυπάμαι τους καημένους τους υπαλλήλους σας, ειδικά εκείνη τη σκατόφατσα, που στέκεται τώρα πίσω από αυτή την πόρτα και γελάει.
- Σας υπενθυμίζω πως η συνομιλία μας καταγράφεται και σας συνιστώ να αποφεύγετε τέτοιου είδους εκφράσεις, που, άλλωστε, δεν ταιριάζουν σε έναν άνθρωπο του νόμου και του πνεύματος, όπως εσείς.

Η δεσποινίς Λάμδα που υποτίθεται πως καταγράφει όλα όσα λέω, μέχρι στιγμής δεν έχει γράψει ούτε μια λέξη στο μπλοκάκι της και το μόνο που κάνει είναι να με κοιτάει με ένα άδειο βλέμμα, το οποίο πολύ θα λαχταρούσα να γεμίσω.
Σκέφτομαι ότι και εγώ πολλές φορές, που λέω πως θα κάτσω για να γράψω κάτι, περνάω στην αρχή ώρες ατέλειωτες κοιτάζοντας στα μάτια το κενό να στάζει από την οθόνη μου. Μέχρι που κάποτε στερεύει τελείως το κενό και ύστερα δεν έχω ούτε καν αυτό απέναντί μου - και τότε γράφω.
Τώρα μάλλον το κενό είμαι εγώ. Και μάλλον τώρα στάζω.

- Κύριε διευθυντά -με τα λίγα νομικά που ξέρω- δε μπορεί να υπάρξει ποινή χωρίς να έχει προηγηθεί δίκη και μπορεί πολύ συχνά να ξεχνάω τι έφαγα το μεσημέρι, αλλά να είστε σίγουρος πως αν είχα δικαστεί και καταδικαστεί, σίγουρα αυτό θα το θυμόμουν. Επίσης, αν δεν κάνω λάθος, για να υπάρξει καταδίκη, θα πρέπει να έχει προηγηθεί κάποια εγκληματική πράξη και κάποιος γαμημένος –παρακαλώ, γράψτε το αυτό με μεγάλα γράμματα στα πρακτικά σας!- νόμος που να την απαγορεύει και να προβλέπει τις συνέπειες. Μπορεί το βιογραφικό μου να είναι στ’ αλήθεια γεμάτο από εγκλήματα, αλλά -χωρίς να θέλω να σας απογοητεύσω- κανένα από αυτά δεν συμπεριλαμβάνεται στους ποινικούς σας κώδικες. Και για να μη σας κουράζω άλλο, σας παρακαλώ, φωνάξτε αμέσως τον κύριο Κάπα για να σας εξηγήσει καλύτερα αυτός για ποιο λόγο ακριβώς βρίσκομαι εδώ πέρα.
- Ποιος είναι ο κύριος Κάπα;
- Ένας από τους υπαλλήλους σας και συμπτωματικά πελάτης μου, ο οποίος μου πρότεινε να δοκιμάσω μια περίοδο εθελοντικής κράτησης, προκειμένου να αντλήσω ιδέες και έμπνευση για τα γραψίματά μου. Δυστυχώς, όμως, το κόλπο του δεν έπιασε. Δεν έχω καταφέρει να γράψω σχεδόν τίποτα καλό από τη μέρα που μπήκα εδώ μέσα, δεν περνάω καλά, βαρέθηκα και θέλω να γυρίσω πίσω.
- Υπάρχει δεσμοφύλακας με αυτό το όνομα στο κατάστημά μας;

Η ξανθιά ξυπνάει και αρχίζει να ξεφυλλίζει το μπλοκάκι της, το οποίο, δε ξέρω γιατί, αλλά έχω εντύπωση πως δε γράφει τίποτα απολύτως.
Κάποτε είχα παραδώσει ένα αχειρόγραφο εκατόν έντεκα κενών σελίδων στον εκδότη μου, μόνο και μόνο για να χαζέψω με την αντίδρασή του. Αυτός, αφού μου έκανε κάποιες παρατηρήσεις, που έκανα πως τις άκουσα και αφού μου συνέστησε λίγες αλλαγές, που ασφαλώς τις έκανα, μα πάντα εκτός κειμένου, στο τέλος το εξέδωσε. Το βιβλίο γνώρισε κάποια σχετική –καλύτερη σίγουρα από τα προηγούμενα- επιτυχία και νομίζω ότι μεταφράστηκε κιόλας στα Γκουαρανί και στα Ακκαδικά.

- Όχι, κύριε διευθυντά, ούτε υπάρχει ούτε υπήρξε ποτέ κύριος Κάπα στη φυλακή μας αλλά και σε ολόκληρο το σωφρονιστικό μας σύστημα. Αν μου επιτρέπετε, το όνομα αυτό μοιάζει περισσότερο με όνομα κρατουμένου.
- Τι ανοησίες είναι όλα αυτά; Αν δε γνωρίζετε εσείς τους υπαλλήλους σας, δε σας φταίω εγώ. Αφήστε με να φύγω τώρα αμέσως!
- Ηρεμήστε, κύριε Αντάμης!
- Και σταματήστε αυτό το ηλίθιο κύριε Αντάμης! Από όσο θυμάμαι, μέχρι τη μέρα τουλάχιστον που έφτασα εδώ, τα κύρια ονόματα ακόμα κλίνονταν στη γλώσσα μου.

Έχω σχεδόν χάσει την ψυχραιμία μου. Όχι ότι είμαι και ο πιο αυτοκυριαρχούμενος άνθρωπος στον κόσμο, αλλά μια τέτοιου είδους εξωφρενικά παράλογη κατάσταση φαντάζομαι ότι θα μπορούσε να οδηγήσει ακόμα και έναν άγγελο στην αυτανάφλεξη σχεδόν με μαθηματική ακρίβεια.
Αν δεν το έχει κάνει ήδη, αφού μια μυρωδιά φτερών τσουρουφλισμένων ήδη φαινόταν να πλανιέται από ώρα στην ατμόσφαιρα.
Έχω πολλές φορές στο παρελθόν σκεφτεί πως, αν συναντούσα ποτέ σοβαρά προβλήματα με το νόμο και τα όργανά του, θα απευθυνόμουν σίγουρα σε έναν συνάδελφο σαφώς δικηγορότερο από εμένα. Σε κάποιον από αυτούς που αποφεύγω επιδεικτικά να τους μιλώ, όταν τους συναντώ στο δρόμο. Σε έναν από εκείνους οπωσδήποτε που, δίπλα μου όταν κάθονται στα μπαρ, αρνούνται πεισματικά ακόμα και να με κοιτάξουν.

- Στη γλώσσα σας, ε; Επιτρέψτε μου, αν και δεν είναι καθόλου δική μου δουλειά να σας κρίνω, να σας πω ότι ακούγεται μάλλον κωμικό κάποιος σαν και εσάς να υπερασπίζεται τη γλώσσα του με τόση στ’ αλήθεια θέρμη;
- Μπα, και γιατί, παρακαλώ;
- Διότι ο τρόπος με τον οποίο εσείς γράφετε, όχι απλά δεν υπακούει στις θεμελιώδεις και ιερές αρχές της μητρικής σας γλώσσας, αλλά αντιθέτως μαρτυρά πως δεν έχετε καν την παραμικρή διάθεση να συμμορφωθείτε στις σύγχρονες εξελίξεις της κοινής τετραρχικής πανδιαλέκτου.
- Με τιμάτε, κύριε διευθυντά! Έχετε διαβάσει τα βιβλία μου;
- Δυστυχώς όχι! Βλέπετε, σπάνια φτάνουν ως τα μέρη μας μη εγκεκριμένες και ανεξάρτητες εκδόσεις. Η άποψη μου βασίζεται αποκλειστικά στα όσα έχετε γράψει κατά την παραμονή σας στο κατάστημά μας.
-Τι;
- Με συγχωρείτε, αλλά δε μπορούσα να αντισταθώ στον πειρασμό και να σας πω την αλήθεια ένας λόγος που με εμπόδιζε μέχρι σήμερα να σας επισκεφτώ είναι που κατά βάθος έτρεμα μήπως θελήσετε να συμπεριλάβετε και εμένα στο επικείμενο σας μυθιστόρημα.
- Πως γίνεται να διαβάσατε τις σημειώσεις μου; Τόσες μέρες δεν έχει μπει μες στο κελί μου άλλος άνθρωπος. Και έπειτα, με ποιο δικαίωμα; Και ποιος σας είπε, κύριε, πως γράφω μυθιστόρημα;
- Μα, ο δικηγόρος σας.
- Ποιος δικηγόρος μου;
- Ο κύριος…
- Ο κύριος Ζήτα.
- Σας ευχαριστώ δεσποινίς Λάμδα! Χωρίς εσάς, στ’ αλήθεια δεν ξέρω τι θα έκανα. Βλέπετε, κύριε Αντάμης, η μνήμη μου όσο πάει και εξασθενεί. Αλλά και η δική σας, από ότι φαίνεται, δεν είναι και σε πολύ καλύτερη κατάσταση. Έχετε, άραγε, σκεφτεί να προσλάβετε και εσείς μία γραμματέα;

Νιώθω πως είμαι έτοιμος πια να εκραγώ. Μετά από το τέλος του πολέμου πέρασα από όλα τα σχετικά τεστ για να διαπιστωθεί αν πράγματι είμαι ακόμα ζωντανός και αν η πολυετής μου έκθεση στα διάφορα νεοοπλικά κοκτέιλ δεν μου είχε δημιουργήσει κάποιο είδος αναπηρίας στο πνεύμα ή στην ψυχή μου.
Θυμάμαι πως στις ασκήσεις μνήμης εξέπληξα όλους τους ιατρονόμους μου, αφού είχα κατορθώσει να ανακαλέσω την παλαιότερη –στο σύνολο των επιζώντων των Εσωτερικών Ινδιών- προσωπική ανάμνηση μέσα από το σκοτεινό βυθό του τρίτου μόλις μήνα της ζωής μου - ο άνεμος στις Σποράδες, το γυάλινο τραπέζι, ο πατέρας μου και το αίμα πάνω στο λευκό πουκάμισό του.
Τα χαμόγελα των δύο επισκεπτών μου αναδύουν τώρα ένα αίσθημα συμπόνιας και κατανόησης. Νομίζω ότι προλαβαίνω να τους σπάσω και των δυο τα μούτρα, μέχρι να πλακώσουνε οι κίτρινες στολές μες στο κελί και να με κάνουν κομματάκια. Προτιμώ να δοκιμάσω έναν ελιγμό και παίζω για λίγο το παιχνίδι τους.

- Θα ήθελα τότε να μιλήσω με τον δικηγόρο μου, παρακαλώ! Και μάλιστα το συντομότερο!
- Πολύ ευχαρίστως! Αυτό, άλλωστε, είναι δικαίωμά σας. Θα τον ειδοποιήσω απόψε κιόλας, αλλά, όπως πολύ καλύτερα γνωρίζετε, τα δρομολόγια προς στο νησί μας αυτήν την εποχή δεν είναι και τόσο τακτικά, όποτε ενδέχεται η επίσκεψή του για λίγες μέρες να καθυστερήσει. Στο μεταξύ, θα σας συνιστούσα ειλικρινά να περνάτε κάποιες από τις ώρες της ημέρας σας στην αυλή της φυλακής. Ενδεχομένως μάλιστα να δοκιμάζατε και κάποιο είδος σωματικής άσκησης. Η συνεχής και αδιάλειπτη παραμονή σας στα στενά όρια του κελιού είναι πολύ πιθανό να σας προκαλέσει συμπτώματα νευρικής διαταραχής και πνευματικής δυσκαμψίας. Αντιλαμβάνομαι πως έχετε ανάγκη από μόνωση, προκειμένου να επιδοθείτε στο γράψιμό σας, αλλά καλό θα ήτανε να μην το παρακάνετε.

Και κάπως έτσι η συζήτησή μας πράγματι καταγράφτηκε.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου