Κυριακή, 10 Απριλίου 2011

…μέσω της φυσικής επιλογής μου

Μέχρι τη μέρα εκείνη της κρίσιμης σκηνής θα πρέπει σίγουρα να είχαν περάσει χωρίς να αντικρίσω άλλον άνθρωπο τρεις με επτά βδομάδες. Με μόνη, βέβαια, εξαίρεση εκείνη την εξ αντανακλάσεως αφόρητη μορφή, που συναντούσα κάθε φορά που έκανα το λάθος να περάσω μπροστά από το μικρό τετράγωνο καθρέφτη μου, χωρίς τα μάτια μου να χαμηλώσω. Τις συγκρατούμενες των άλλων τις φωνές ούτε καν να φανταστώ πως τις ακούω δε μπορούσα. Και από τους δεσμοφύλακές μου μόνο τα χέρια και το χρώμα των στολών είχα ως τότε κατορθώσει βιαστικά να διακρίνω, όταν από της πόρτας μου τη μικροσκοπική θυρίδα περνούσαν μέσα στο κελί μου κάθε μέρα τρεις φορές όλα εκείνα που, από το νόμο προφανώς, κρίνονταν για την επιβίωσή μου ως απολύτως απαραίτητα, αλλά και παντελώς για την ώρα άχρηστες ποσότητες από τετράδια και μολύβια.
Τους άκουγα κάποιες φορές να σφυρίζουν έξω στο διάδρομο μυστήριους σκοπούς και άλλοτε να ανταλλάζουν σε γλώσσες βίαιες κατάρες και βρομόλογα. Ζητούσα διαρκώς να μου εξηγήσουν για ποιο ακριβώς λόγο βρισκόμουν σε απομόνωση και όχι σε ένα κανονικό κελί, αλλά μη παίρνοντας απάντηση, είχα σκεφτεί πως ήταν και αυτό ακόμα κομμάτι του πειράματος και άσχετος, όπως ήμουν, με αυτού του μέσα κόσμου τις σκοτεινές συνήθειες, δεχόμουν το παράλογο σαν να ήτανε και αυτό συνθήκη απαραίτητη μες στης δοκιμασίας την εξίσωση.

Δε μου απάντησαν. Δεν ήταν πως δε με άκουγαν. Εδώ μπορούσα εγώ από μέσα να ακούσω καθαρά τις βρώμικες ανάσες τους. Έμοιαζε να αδιαφορούν, να με αγνοούν, να μη θέλουν στα ρυθμικά μου χτυπήματα και αιτήματα να υπακούσουν. Θύμωσα στην αρχή, μα ύστερα πάλι σκέφτηκα πως ίσως να υπήρχαν κανόνες και αυστηρές διαταγές που να μην τους επιτρέπουν να έρχονται σε επαφή και να συνομιλούν με τους κρατούμενους.
Μα εγώ δεν ήμουν σαν τους άλλους -εγώ υπήρχα- οι άλλοι ήταν ένα μονάχα επινόημα. Είχαν εφευρεθεί μόνο και μόνο για να μπορώ εγώ ανάμεσά τους να υπάρχω. Ήμουν μια ειδική, ξεχωριστή περίπτωση. Ήμουν εγώ – ο κανόνας στην εξαίρεση. Η παρουσία μου τιμούσε την αποστολή τους. Η ύπαρξή μου την ιδιότητά τους αναβάθμιζε. Ήμουν εγώ – το πολυτιμότερο πετράδι στο στέμμα του συστήματος. Επιτέλους, κάποιος θα έπρεπε για όλα αυτά να τους είχε ήδη ενημερώσει. Εκτός εάν τους είχαν πει να με μεταχειρίζονται με τρόπο τέτοιο που να εξομοιώνει τη φιλοξενία μου με τις αληθινές συνθήκες κράτησης. Αυτό είναι! Αν είναι να παίξουμε, ας παίξουμε στα σοβαρά! Σχεδόν για μια στιγμή τους θαύμασα. Μόνο που εγώ το παιχνιδάκι τους αυτό το είχα βαρεθεί και άλλο μαζί τους πια δεν ήθελα πια να παίξω. Για αυτό σταμάτησα την πόρτα να χτυπώ και άρχισα να φωνάζω.
Χρειάστηκε τελικά να περιμένω μέχρι το μεσημέρι για να συνειδητοποιήσω τη σοβαρότητα του προβλήματος αλλά και το γελοίο της κατάστασης. Όταν κουράστηκα πια κάποια στιγμή να ουρλιάζω και να βροντάω τις απαιτήσεις μου στην πόρτα των κουφών, κάθισα κάτω και απλώς περίμενα μέχρι να ανοίξει η θυρίδα για να μου δώσουνε να φάω.

Τις πρώτες μέρες ήταν για μένα μια μικρή και ανέξοδη διασκέδαση να βάζω με τον εαυτό μου χαζά στοιχήματα για το είδος και το περιεχόμενο των καθημερινών γευμάτων μου. Για την ποιότητά τους θα ήμουν άδικος και αναμφίβολα αχάριστος, αν έλεγα κάποια κακιά κουβέντα. Και ούτε για των μερίδων μου το μέγεθος δε θα τολμούσα ποτέ να τους γκρινιάξω. Μου είχε, βέβαια, φανεί ύποπτο και παράξενο, αφού κάπως αλλιώς τις είχα φανταστεί της φυλακής τις διατροφικές συνήθειες, μα από την άλλη, μπορεί, ως υψηλός προσκεκλημένος του ιδρύματος, να μου είχαν επιφυλάξει μια κάποια άλλου είδους περιποίηση.

Μια νύχτα ήρθε και κάθισε, λέει, μια μορφή πάνω στο όνειρό μου και σκέφτηκε πως ίσως με τρέφανε έτσι, γενναία και καλά, ώστε να με παχύνουν αρκετά και να με μαγειρέψουν για να με φάνε στη συνέχεια. Μα είπα στου ονείρου τη μορφή να πάψει να βάζει πάντα στο μυαλό της το κακό και να πέσει επιτέλους και αυτή να κοιμηθεί, μήπως και ηρεμήσουμε και οι δύο μας. Και τότε εκείνη με άκουσε –αφού δικό μου ήταν το όνειρο και δε μπορούσε παρά να με υπακούσει- και έκλεισε τα μάτια της και αποκοιμήθηκε για να ονειρευτεί και αυτή με τη σειρά της τους δεσμοφύλακες μου να κόβουν, λέει, κομμάτια από τον ψητό μου εαυτό και να μοιράζουν ίσες και ακριβοδίκαιες μερίδες στους άλλους κρατούμενους.
Και τότε είπα εντάξει, φτάνει, ως εδώ! Και ξύπνησα.

Και ενώ παραφυλούσα για να υποβάλω αυτό το «εντάξει, ως εδώ!» στο φύλακα-τροφοδότη μου, κάποια στιγμή στο τέλος μεσημέριασε και φάνηκε το γεύμα μου στο άνοιγμα της πόρτας. Μάζεψα όλη τη συσσωρευμένη μου οργή και αμέσως χίμηξα προς το μέρος του. Είχε τόσο μεθοδικά η απελπισία προμελετήσει τις κινήσεις μου, που από ζήλο υπερβάλλοντα ήθελα να τραβήξω μέσα από εκείνη τη σχισμή, όχι μονάχα το φρουρό, αλλά και ολόκληρο το σιχαμένο το σωφρονιστικό τους σύστημα, που είχε τολμήσει να δείξει τέτοια περιφρόνηση στις διαθέσεις του υψηλού του επισκέπτη.
Έτσι, ενώ με το ένα χέρι μου είχα ήδη αρπάξει το κίτρινο μανίκι του και έσφιγγα τον κιτρινισμένο του καρπό, με το άλλο χέρι άρχισα ξανά με ρυθμική μανία να κοπανάω την πόρτα που μας χώριζε, τονίζοντάς του πως απαιτούσα να με ξεκλειδώσουν αμέσως εκείνη τη στιγμή και να με αφήσουνε να φύγω.
Για μια στιγμή, η μυρωδιά του φαγητού σφύριξε μεθυστικά κάτω από τα ρουθούνια μου, μα οι αισθήσεις μου ήδη για άλλους πειρασμούς είχαν αναχωρήσει. Ας την κρατούσαν την εκλεκτή τετραρχική κουζίνα τους για να ταΐσουν τα σκυλιά και τους ευνούχους τους! Εγώ θα γύριζα ξανά πίσω στον έξω κόσμο, για να ριχτώ με λαιμαργία στου δρόμου τα βδελυρότερα εδέσματα, μέχρι να αρρωστήσω από το δρόμο τον πολύ και εκεί έξω ελεύθερος στο δρόμο να ψοφήσω.
Δεν πρόλαβα, όμως, τη φράση μου να ολοκληρώσω και ένιωσα έναν κάψιμο αφόρητο το χέρι μου να παραλύει και ένα άλλο ρεύμα κακό και ακατανίκητο να με τινάζει, λες και ήμουν μια γελοία πάνινη, ξεψυχισμένη κούκλα στην άλλη άκρη του κελιού μου. Μετά από μια σύντομη και άνευ σχεδίου πτήση, κοπάνησα στον τοίχο με την πλάτη και προσγειώθηκα ξανά παρέα με το γεύμα μου στο πάτωμα.
Και ύστερα τρίβοντας μηχανικά τα μουδιασμένα μου άκρα, έμεινα να κοιτάζω τριγύρω σαν ηλίθιος τα αναποδογυρισμένα πιάτα. Μάλλον τώρα θα έπρεπε, τουλάχιστον ως το βράδυ, να παραμείνω νηστικός.

Μέσα σε σκέψεις σκοτεινές πέρασα την υπόλοιπη μου μέρα κοιτάζοντας ψηλά τον τετραγωνισμένο ουρανό, μέχρι που πήρανε τα μάτια μου το σχήμα και το χρώμα του και εκείνος άρχισε σιγά-σιγά να μου νυχτώνει τις προθέσεις, αφήνοντας ίσως έτσι, για υποσημείωση ένα ασήμαντο και ήδη νεκρό αστέρι στην κάτω αριστερά γωνία.
Τι είδος, άραγε, θεός ήταν ετούτος πάλι, που μπορούσε έτσι εύκολα και αθόρυβα να κρύβεται μέσα σε ένα τόσο ελάχιστο κομμάτι ουράνιου στερεώματος;
Και πάνω που κόντευα να ολοκληρώσω μια φρέσκια φαντασίωση μίσους τονωτικού και λαίμαργης εκδίκησης, άκουσα τότε την παράνοια να μου χτυπάει την πόρτα. Όχι, δεν είχε αρχίσει ακόμα του μυαλού η έκτη φάλαγγα να στήνει τόσο αληθοφανείς ενέδρες στις αισθήσεις μου. Κάποιος χτυπούσε στ’ αλήθεια την πόρτα του κελιού, μα έχοντας ακόμα ανάμεσα στα αυτιά μου τα δικά μου πρωινά χτυπήματα, μου φάνηκαν αυτά τα ξένα ξεψυχισμένοι απόηχοι της πρωινής μου άδοξης εξέγερσης.
Αυθόρμητα, κάπως αμήχανα και σίγουρα αρκετά ηλίθια ρώτησα: ποιος είναι;

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου