Κυριακή, 24 Απριλίου 2011

γενική θεωρία της σχετικότητάς μου

Τη μέρα εκείνη ξύπνησα με μία ανεξήγητη χαζοχαρούμενη διάθεση, λες και δεν βρισκόμουν μες στη φυλακή και μάλιστα αναίτια, αλλά σε παραθερισμό εξωτικό και αμέριμνο. Με όρεξη άδειασα στα γρήγορα το δίσκο που με περίμενε στην πόρτα, έστρωσα το κρεβάτι μου και τακτοποίησα μετά συμμετρικά τις σημειώσεις μου πάνω στην επιφάνεια του, και ήταν λες και έριχνα με αυτές κάποια περίτεχνη μυστικιστική πασιέντζα και ας μην επρόκειτο να μου έβγαινε ποτέ.
Αν και είχα από πολύ καιρό χάσει τον έλεγχο του χρόνου και μόνο κοιτώντας μέσα από το ψηλό παράθυρο μάντευα πια τις ώρες και τις εποχές, για κάποιο λόγο, ειλικρινά ακατανόητο, γεννήθηκε μες στο μυαλό μου η ιδέα ότι η μέρα εκείνη ήταν η μέρα, λέει, των γενεθλίων μου. Αν η διαίσθησή μου αποδεικνύοταν σωστή, τότε αυτό θα σήμαινε πως με τη μέρα εκείνη θα είχα μόλις συμπληρώσει ακριβώς τριάντα τέσσερα χρόνια πάνω στη Γη και δεκατρείς μήνες παρά μία μέρα μέσα στο κελί μου.
Λόγω της εορταστικής αυτής ψευδαίσθησης που με είχε κυριέψει, αποφάσισα να κάνω κάτι που τόσο καιρό επιμελώς απέφευγα - να ξυριστώ! Βλέποντας το μικρό τετράγωνο νιπτήρα του κελιού, σκέφτηκα πως ίσως τα μακριά μου γένια θα μπορούσαν να προκαλέσουν ανήκεστο δολιοφθορά σε ολόκληρο το αποχετευτικό τους σύστημα και με την ιδέα μου αυτή διασκέδασα αφάνταστα.
Όταν μετά από ώρα αρκετή τελείωσα το ξύρισμα και φάνηκε γυμνό επιτέλους το πρόσωπό μου στον καθρέφτη, μου φάνηκε πως στ’ αλήθεια πως είδα απέναντι μου να είναι κάποιος άλλος.

Υπάρχουν τέσσερις συγκεκριμένες μέρες μες το χρόνο, όπου με την ευκαιρία κάποιας γιορτής ή επετείου, μου αρέσει να επιδίδομαι σε μία, δικής μου επινόησης, δοκιμασία μνήμης. Έτσι ξεκινώντας, με αφετηρία το εκάστοτε παρόν, καταβυθίζομαι στην άβυσσο του παρελθόντος, ανασυστήνοντας στην ευκρινέστερη δυνατή μορφή τις αναμνήσεις μου. Έχοντας ως σημείο αναφοράς το πάντα εγωιστικό κριτήριο του που βρισκόμουν τη μέρα εκείνη και τι έκανα, πασχίζω να ανακαλέσω εικόνες, καταστάσεις και αισθήματα από τα χρόνια που έφυγαν και αναλόγως του βάθους, στο οποίο κατορθώνω να φτάσω δίχως να πνιγώ, βαθμολογώ κάθε φορά τις επιδόσεις μου. Και όποτε τύχει μέσα σε αυτό το αναμνησιακό μωσαϊκό να ανακαλύψω κάποιο χρονικό κενό, το οποίο να αδυνατώ να συμπληρώσω, ακόμα και με της φαντασίας μου τη χημική υποστήριξη, λυπάμαι τότε και θρηνώ για εκείνη τη γιορτή ή την επέτειο, που χάθηκε βαθιά στον πάτο της ταπεινωτικής και ένδοξής μου ιστορίας.
Οι μέρες αυτές είναι, η 1η Νοεμβρίου, η 11η Ιανουαρίου, η αεικίνητη γιορτή των Πεθαμένων και τέλος τα γενέθλια μου φυσικά.

Λίγα χρόνια μετά την απόδρασή μου από τη φυλακή –θα εξακολουθώ για αρκετό καιρό να αρνούμαι πεισματικά τη λέξη απελευθέρωση- θα αντικαταστήσω την γιορτή των αεικίνητων Νεκρών με την επέτειο της τελευταίας μέρας που ξύπνησα μες στη φυλακή. Άλλωστε, η νεκρική επέτειος, ως υποδειγματική χρονομεταφερόμενη ημέρα, πολλές φορές συνέπιπτε με τα γενέθλιά μου, οπότε συχνά και οι μνήμες θανάτου και ζωής μοιραία αλληλοεξουδετερώνονταν.
Αργότερα, όταν θα έχω πια ανακαλύψει πως από τη μνήμη μου έχει διαγραφτεί σχεδόν μια ολόκληρη δεκαετία αναμνήσεων και θα έχουν τα περήφανα αλήτικά μου χρόνια πια εξαφανιστεί μες στην ανυπαρξία, θα σταματήσω για πάντα αυτό το επικίνδυνο και ανώφελο παιχνίδι. Θα βάζω στο μυαλό μου στόχους πολύ πιο προσιτούς και αρκετά λιγότερο σκληρές δοκιμασίες στην ψυχή μου. Θα χαίρομαι και μόνο που θα θυμάμαι της προηγούμενής μου νύχτας τη βροχή ή την επίμονη ερώτηση ενός άγνωστου παιδιού, την ώρα που θα ψάχνω να του δώσω τη γνωστή –μα όχι σωστή- απάντηση.
Κάποτε μάλλον θα τα ξεχάσω όλα ή ίσως διαλέξω τελικά μία συγκεκριμένη εικόνα ή ένα κάποιο όνομα για να πιαστώ πάνω σε αυτό, μέχρι να γίνω στο τέλος ανάμνηση και εγώ μες στο μυαλό των άλλων. Ίσως σε αυτήν την τελευταία μου εικόνα να κρύβεται το μεγάλο μυστικό, ίσως στο τελευταίο εκείνο όνομα να συναντήσει επιτέλους τη λύση του το μεγαλύτερο μυστήριο του κόσμου.

Για την ώρα πάντως θυμόμουν όχι τα πάντα μα πάντως αρκετά και όσο μπορούσα να θυμάμαι, τόσο υπήρχα και ήμουν ζωντανός. Και για όσο ακόμα θα θυμόμουν και θα ήμουν ζωντανός, κανένα δόλιο τέχνασμα, καμία άθλια συμπαντική απάτη δεν ήταν ικανή να με κρατά για πάντα χτισμένο μέσα σε έναν πέτρινο καταραμένο κύβο, που κάποιοι προσπαθούσαν να μου αποδείξουν πως αυτό ήταν ότι είχε απομείνει από τον κόσμο μου. Από έναν κόσμο που ακόμα θυμόμουν αρκετά καλά και άρα, τουλάχιστον ακόμα, κάπου αυτός υπήρχε.
Και για όσο καιρό ακόμα θα μπορούσα στη μνήμη μου να ανακαλέσω ποιος ήμουν και τι έκανα, πριν με τη θέλησή μου σχεδόν εγκλωβιστώ μες στην κοιλιά της χίμαιρας, κάθε μου μέρα μες στη φυλακή θα ήταν και ένα ακόμα βήμα προς την έξοδο. Όλα εκείνα, που έτσι εύκολα παραίτησα και που κατόπιν με αγωνία ήθελα, δεν θα επρόκειτο, για όσο καιρό μοιράζονταν μαζί μου εκείνο το κελί, να με αφήσουν να πεθάνω.

Πίσω και πάλι στο κελί, στο τότε τώρα και στο αστείο παιχνιδάκι μου - είχα ήδη κατορθώσει με σχετική ευκολία να αποδράσω από εκείνο το παρόν φτάνοντας μέχρι τα εικοστά γενέθλιά μου και πλέον πάλευα να απελευθερώσω εκείνα του 1994 από τη μέγγενη της λήθης.
Έτσι τραβώντας το σύρτη του μυαλού και ύστερα την πόρτα του σιδερένιου χρόνου ανοίγοντας, κατάφερα να διασχίσω δεκατέσσερα έτη, διαδρόμους της ζωής μου, περνώντας διαδοχικά από τα χάρτινα κύματα, την παρέα του πλατάνου, το θερισμό, τα τείχη της Ιεριχούς, τον 38ο παράλληλο, το σκοτεινό θάλαμο, το σιδηροδρομικό μουσείο, τις πόρνες, την παρέα της ελιάς, την Ακουιτανία, το αμφιθέατρο, τη θέα στον πεζόδρομο, το κόκκινο ποδήλατο και τη νύχτα των γειτόνων.
Και κάπου εκεί ήταν που ξαφνικά κόλλησαν οι τροχοί της άμαξας στη λάσπη. Και τότε άρχισαν να ακούγονται ξανά τα ρυθμικά χτυπήματα στον τοίχο.

Θα ήταν περίπου ένας μήνας από τότε που τα άκουσα ή έστω που τα πρόσεξα για πρώτη μου φορά και από τη στιγμή που συνειδητοποίησα πως κάποιος προσπαθούσε, κάνοντας χρήση ενός αρχαίου κώδικα, μαζί μου να μιλήσει, ήδη είχα γεμίσει περίπου εκατό φύλλα τετράγωνου χαρτιού, μεταγλωττίζοντας πάνω σε αυτά τα σκοτεινά μηνύματά του. Συχνά τύχαινε, μάλιστα, να μπερδεύονται τα λόγια αυτά αυτές με τα δικές μου λέξεις, που κρύβονταν στο περιθώριο τους ντροπαλά. Αφού η αλήθεια είναι πως δεν απείχανε πολύ στο ύφος ή στο περιεχόμενο όσων είχαν να πουν και αυτών που ήθελαν να κρύψουν.
Βγήκα δυο-τρεις φορές από το κελί μου στο διάδρομο αναζητώντας την πηγή τους, μα αφού δεν έβρισκα εκεί έξω πουθενά, πλην της δικής μου και της δίδυμης αντικριστής, κάποια άλλη είσοδο ή έξοδο, γύριζα πίσω με μόνο λάφυρό μου την υποψία πως υπήρχε ίσως εκεί, στο πλάι, χτισμένο ένα άλλο κλειστό δωμάτιο. Θα υπήρχε σίγουρα τρόπος να το ανοίξω, αλλά αν καθυστέρησα τόσο πολύ να καταλάβω πως το δικό μου άνοιγε από μέσα, πόσο καιρό θα χρειαζόμουν, άραγε, μέχρι να ανακαλύψω τη μυστική θύρα ενός άλλου, ξένου και αόρατου κελιού;
Δεν είχα ιδέα ποιος θα μπορούσε να είναι αυτός ο άγνωστος υποβολέας, όμως προσπάθησα πολύ να κάνω κάποιες υποθέσεις. Ήταν σίγουρα κάποιος που γνώριζε καλά τόσο εμένα όσο και τα βιβλία μου και που είχε, όπως και εγώ, οπωσδήποτε βρεθεί στις Εσωτερικές Ινδίες, αφού μιλούσε άπταιστα τη γλώσσα εκείνου του ξεχασμένου κώδικα. Η σχετική εμπορική τύχη των πνευματικών μου τέκνων, σε συνδυασμό με τον ελάχιστο αριθμό των επιζώντων, που περίσσεψαν από τον τελευταίο πόλεμο των κόσμων, περιόριζαν στο ελάχιστο τη λίστα των υπόπτων.
Ωστόσο, η ιστορία εκείνου του μυστηριώδους γείτονα με είχε ως τα γενέθλιά μου λίγο απασχολήσει. Και όταν δεν σκεφτόμουν πως ήταν και αυτό ακόμα ένα παιχνίδι του μυαλού, πίστευα πως είχα να κάνω μάλλον με μια ακόμα φάρσα του διευθυντή και της παρέας του.

Μέχρι που ήρθαν των γενεθλίων τα χτυπήματα και ανατράπηκαν για ακόμα μια φορά όλα τα δεδομένα. Μηχανικά σχεδόν κόλλησα αμέσως στο τοίχο το αυτί και αυτόματα ξεκίνησα να μεταφράζω. Πρόλαβα, μάλιστα, και έκανα μία γρήγορη σκέψη πολύ διασκεδαστική, πως ίσως να ήθελε με το δικό του τρόπο ο άγνωστος να μου ευχηθεί να τα εκατοστίσω. Μα τελικά ο πίσω από τον τοίχο κρυμμένος άνθρωπος μου επιφύλασσε μια έκπληξη ακόμα μεγαλύτερα - «μέτρα ως το εκατό και άνοιξε την πόρτα», είδα το χέρι μου να γράφει στο χαρτί και έσπασα τρομαγμένος το μολύβι .
Μέτρησα βιαστικά, κλέβοντας ίσως λιγάκι στην αρίθμηση, τον τράβηξα, την άνοιξα, αλλά μη συναντώντας τίποτα και κανέναν πίσω από αυτή να περιμένει, έκανα τότε να την ξανακλείσω με δύναμη και θυμό, αλλά αυτή μου αντιστάθηκε. «Περίμενε», κάποιος ψυθίρισε. Την άνοιξα ξανά και είδα με τα μάτια μου, επιτέλους, τον μυστικό να ενσαρκώνεται.
Αν ο διευθυντής της φυλακής είχε κάτι από το θείο μου να μου θυμίζει, αυτός έμοιαζε μάλλον με κάποιον αιώνιο παλιό συμμαθητή, που, ωστόσο, το όνομά του δε θα κατάφερνα ποτέ να αποστηθίσω, ακόμα και αν γερνούσαμε και οι δυο μαζί πάνω σε διπλανά θρανία. Πέρασε στο κελί μου και αφού έκλεισε προσεκτικά την πόρτα, άρχισε να μου μιλάει βιαστικά μα πάντα χαμηλόφωνα, σα να κοιμόταν κάποιος στο διπλανό δωμάτιο, σα να έπρεπε να φύγουμε τρέχοντας από εκεί, πρωτού αυτός ξυπνήσει.
«Ήρθε η ώρα! Μάζεψε τώρα τα πράγματά σου και ακολούθα με!» Να πάμε που; «Να φύγουμε! Δε θέλεις;» Θέλω, αλλά δε ξέρω πως. «Ξέρω εγώ. Γρήγορα! Σου λέω, δεν υπάρχει χρόνος.» Αν είναι να αρχίσουμε να απαριθμούμε παρέα πόρτες και διαδρόμους, ας το καλύτερα! Ήδη το έχω δοκιμάσει. «Δοκίμασες να προχωρήσεις μονάχα στην ευθεία. Ούτε στιγμή δε σκέφτηκες πως ίσως έπρεπε να δοκιμάσεις την τύχη σου αλλάζοντας επίπεδο. Αν λίγο σήκωνες το βλέμμα σου ψηλά, ίσως και να την είχες συναντήσει. Η έξοδος σου σε έβλεπε να την προσπερνάς, μα δε μπορούσε να κάνει κάτι περισσότερο, από το να χάσκει πάνω από το κεφάλι σου, μήπως και την προσέξεις. Πάμε, σου λέω! Τώρα!»
Τόσο η επιμονή του όσο και η δική μου έκπληξη δεν άφηναν μεγάλα περιθώρια. Κοιτάζοντας τα γένια του, προσπάθησα να υπολογίσω πόσο καιρό ήταν και αυτός κλεισμένος εκεί μέσα. Κατάλαβε μα αντί για απάντηση, προτίμησε να αντιστρέψει το ερώτημα, «γιατί ξυρίστηκες;». Άσε και να σου πω, δεν πρόκειται ποτέ να καταλάβεις.
Μάζεψα όσα χαρτιά χωρούσαν μες στις τσέπες μου, ενώ αυτός άνοιγε ξανά όσο γινόταν πιο αθόρυβα την πόρτα και έλεγχε ήδη τον διάδρομο. «Γρήγορα!».
Τον ακολούθησα μετρώντας δεκαεννιά αντικριστές εξόδους. Στον εικοστό διάδρομο, έστριψε ξαφνικά αριστερά και άρχισε να τρέχει. Στάθηκα. Δίστασα. Γύρισε και με κοίταξε. Ούρλιαξε χωρίς όμως να βγάλει ήχο. Στα μάτια του είχε συμπυκνωθεί το αίμα όλου του κόσμου. Ένα ερπετό σιχαμερό μέσα στο στόμα μου ψαλίδιζε μεθοδικά τα αντανακλαστικά μου. Αυτός με επίμονες κινήσεις μου έδειχνε κάτι ψηλά στο βάθος, την ώρα που η χαμένη μνήμη των δεκαεννιά ετών αναδυόταν αναπάντεχα μέσα από το βούρκο. Θυμήθηκα - μια άγνωστη παραλία, ένα ουράνιο φαινόμενο, κάποιο κορίτσι, πρώτα χαρά και ύστερα η φρίκη.
Ένα δαιμονικό σφύριγμα πλημμύρησε τότε τον λαβύρινθο. Κοίταξα πίσω και είδα το κέντρο του να ξερνάει κίτρινες στολές. Ξανά αυτόν. Ψηλά στο βάθος, εκεί όπου μου έδειχνε, ένα ασημένιο φως εξέθετε ανεπανόρθωτα το οικοδόμημά τους.
Έτρεξα - τρέξαμε και οι δύο σαν τρελοί, μέχρι που κάποτε αυτός σταμάτησε αφρίζοντας οργή και πανικό. «Κοίτα ψηλά!» Κοίταξα. Είδα. Και; Δε φτάνουμε. «Φτάνει ο ένας, αν τον αφήσει ο άλλος πάνω του να πατήσει.» Και ο άλλος; «Ο άλλος, βλέπουμε.» Αλήθεια; Και ποιος από τους δυο μας είναι ο άλλος; «Νόμιζα πως αυτό εσύ θα το ήξερες. Αυτή δεν υποτίθεται πως είναι η δουλειά σου;»
Ο κίτρινος πόταμος συνάντησε πόρτα κλειστή και αριστερά εκτράπηκε τότε στο διάδρομο χιμώντας καταπάνω μας. Κάποτε ίσως να υπήρχε χρόνος, μα τώρα είχε πια χαθεί. Το αίμα μέσα στα μάτια του διέλυσε τα φράγματα. Σύρθηκε πίσω στη φωλιά δειλό το ερπετό. Και ύστερα ήρθαν με τη σειρά ο πόνος, το σκοτάδι, το σπίτι μου, εκείνη, για λίγο ο πανικός και πάλι το σκοτάδι. Και τίποτα μετά.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου