Δευτέρα, 18 Απριλίου 2011

μετά

Το Νοέμβριο του 2007 πραγματοποιήθηκε μέσα στο κεφάλι μου η πρώτη έκδοση αυτού του βιβλίου σε αυστηρώς περιορισμένα αντίτυπα. Ύστερα από λίγες εβδομάδες έλαβα μία επιστολή από μια άγνωστη γυναίκα, η οποία μου ζητούσε να συναντηθούμε το συντομότερο δυνατό. Ήθελε, λέει, να μου μιλήσει επειγόντως για κάποιο θέμα που αφορούσε τόσο τη Λεγεώνα όσο και τον ίδιο το συγγραφέα της προσωπικά.
Το όνομά της ήταν Μάγδα και ζούσε, νομίζω, κάπου στην Ελβετία.
Την εποχή εκείνη ταξίδευα ακόμα με εξαιρετικά μεγάλη δυσκολία, για αυτό και δέχτηκα να τη δω, αλλά της πρότεινα να μοιραστούμε την απόσταση. Συναντηθήκαμε στην εθνική οδό, λίγα χιλιόμετρα έξω από τα σύνορα της πόλης μου, πριν από ένα χρόνο, περίπου τέτοια εποχή.
Τη βρήκα να με περιμένει με αναμμένη τη μηχανή πλάι στο δρόμο, ανάμεσα σε αγκάθια σαρκοβόρα και μουχλιασμένα σύννεφα. Άνοιξα την πόρτα και κάθισα στη θέση του συνοδηγού. Δεν ήταν όμορφη, αλλά εύκολα αναγνώρισα στο πρόσωπό της την επιστολή, το όνομα και την προέλευσή της, αλλά κυρίως την επείγουσα επιθυμία της να μου μιλήσει.
Δεν είπε πολλά. Έβγαλε από την τσάντα της έναν τετράγωνο άσπρο φάκελο και τον ακούμπησε πάνω στα γόνατά μου. Πρόσεξα πάνω του το γραμματόσημο και τη σφραγίδα της παλιάς μου φυλακής και παρακάτω το όνομα και τη διεύθυνση της Μάγδας, γραμμένα με το χέρι μου.
Άνοιξα το φάκελο και άρχισα να διαβάζω.

Αγαπημένη μου,
σου γράφω αυτό το γράμμα, αν και δεν είμαι καθόλου σίγουρος πως θα μπορέσω στο τέλος να το στείλω, ενώ υπάρχουν στιγμές που αμφιβάλλω αν θα ήθελες το γράμμα αυτό και εσύ να το διαβάσεις.
Είναι η εκατοστή ενδέκατη ημέρα μου εδώ, στη φυλακή και ακόμα δυσκολεύομαι να προσαρμοστώ στο θορυβώδες σου κενό και στη βουβή δική μου παρουσία. Είμαι καλά, αφού ακόμα σε θυμάμαι, την ίδια ώρα που η ανάμνησή σου, δήμιος και μοναδικός συγκάτοικος, διαρκώς με εξοντώνει.
Μια νύχτα, κατάφερα τόσο δυνατά να ανακαλέσω τη μορφή σου, που ήταν σχεδόν σα να σε έβλεπα μπροστά μου. Σα να είχες έρθει για να μοιραστείς, έστω για μία νύχτα, μαζί μου το κελί και για να καταλύσεις, έστω για μια στιγμή, την κυβική μου απομόνωση. Τόσο έντονα σε φαντάστηκα, που μπόρεσε το φάσμα σου να ρίξει πάνω στον τοίχο τη σκιά του. Και ύστερα εγώ σηκώθηκα, πλησίασα τον τοίχο και χάραξα γύρω από τη σκιά του σώματός σου το περίγραμμα.
Ήταν μόλις χθες το βράδυ που με άφησες να σε αφήσω. Σου είπα πως έπρεπε για λίγο να σου λείψω. Πως ετούτη τη φορά μαζί μου ήταν αδύνατο να έρθεις. Πως μέχρι να σηκώσεις το τραπέζι, σίγουρα, εγώ θα έχω επιστρέψει. Και εσύ είπες εντάξει και μου χαμογέλασες. Όχι, δε σου είπα ψέματα, απλώς δεν τόλμησα να σου αποκαλύψω ολόκληρη την αλήθεια. Δε θα με πίστευες. Εδώ, ακόμα και εγώ, είναι φορές που μου είναι στ’ αλήθεια δύσκολο εμένα να πιστέψω.
Είναι κάποιες φορές –το ξέρεις- που η αλήθεια δεν αντέχεται και είναι καλύτερα να την σκεπάζουμε καλά με επινοήματα, παρά να την αφήνουμε να κυκλοφορεί έξω γυμνή στον δρόμο.
Άλλωστε, και όλα να σου τα είχα τότε πει, πάλι εσύ μετά θα τα ξεχνούσες. Εσένα, το να ξεχνάς σου ήταν πάντα εύκολο. Και ύστερα, όταν θα έφευγαν οι μέρες και θα το καταλάβαινα πως με έχεις λησμονήσει, θα άρχιζε να μικραίνει το κελί, μέχρι στο τέλος να γίνει σαν σπιρτόκουτο. Έτσι, όπως στο τέλος καταντούν όλες οι ξεχασμένες μας αλήθειες.
Δε με πειράζει που ξεχνάς. Ποτέ δε με είχε ως τώρα ενοχλήσει. Το έβλεπα, αντίθετα, και αυτό σαν ένα από τα παιχνίδια μας, σαν άλλη μια δοκιμασία. Να πρέπει διαρκώς εγώ να σου ξαναγεμίζω τα κενά της μνήμης σου. Ήταν αυτό για μένα μια ακόμα αφορμή, να αναζητώ συνέχεια καινούριες συγκινήσεις και έπειτα να παραφουσκώνω με αυτές τα μαξιλάρια μας, που χώριζαν, στα διαλλείματα του εκατονταετούς πολέμου μας, τα ιδρωμένα σώματά μας.
Ήταν λες και ξανάγραφα διαρκώς την ιστορία μας, άλλοτε δίνοντάς της βάθος λυρικό και άλλοτε πάλι ωθώντας την σε επικές διαστάσεις.
Αυτό που, ωστόσο, ποτέ δε μπόρεσα να αντέξω ήταν που στο τέλος πάντα εσύ αμφέβαλες. Ακόμα και για τα πλέον προφανή. Ακόμα και όταν έξω από την πόρτα μας στριμώχνονταν οι μάρτυρες, ακόμα και όταν ξεχείλιζε από αποδείξεις το δωμάτιο. Κουράστηκα κάποια στιγμή να παριστάνω των προθέσεών μου το συνήγορο. Ψέματα, δε κουράστηκα, αλλά αν μου είχες δώσει ένα κίνητρο να συνεχίσω, να ξέρεις, πολύ θα το εκτιμούσα. Ψέματα, μου είχες δώσει κίνητρο. Μου έδωσες εσένα.
Το μόνο που δε θα κατορθώσω, ίσως, να συγχωρήσω σε εσένα ήταν που δεν πίστεψες ποτέ σε εκείνη την ωραία εκδρομή, στην πιο περήφανή μας βόλτα. Στο ομορφότερο ταξίδι που είχαν ποτέ τολμήσει οι άνθρωποι να κάνουν. Σε εκείνον τον Ιούλιο που κοιταχτήκαμε στα μάτια για πρώτη μας φορά και είπαμε, τι άλλο έχει να μας πει η Γη; Τι θα μπορούσε ακόμα αυτός ο κόσμος να μας δώσει; Σε εκείνο εκεί, το πρωινό της Κυριακής –ποτέ ξανά δεν είχαμε τόσο νωρίς ξυπνήσει- που δέσαμε στο σκάφος τις αποσκευές, φορέσαμε τις ολοκαίνουριες στολές μας και φύγαμε επιτέλους μακριά από των ανθρώπων τις ατμόσφαιρες.
Πως μπόρεσες και άφησες πίσω σου μια τέτοια περιπέτεια; Πως γίνεται, τόσο εύκολα, να σβήστηκε από τα μάτια σου η ανατολή του ίδιου μας του κόσμου, έτσι, όπως την αντικρίσαμε μαζί από τον έρημο και σιωπηλό του δορυφόρο; Πως είναι δυνατό, τόσο απλά, από τα αυτιά σου να γλίστρησαν οι ήχοι που οι τροχιές των άλλων πλανητών χάραζαν πάνω στο διάστημα;
Με ανάγκασες να ανοίξω του παρελθόντος τα συρτάρια και όλες εκείνες τις παλιές φωτογραφίες να ξεθάψω, μήπως και της τεχνολογίας τα τεκμήρια μπορέσουν και αναστήσουνε τη μνήμη σου. Αλλά και τότε ακόμα εσύ παρέμεινες ανένδοτη. Έλεγες πως ήταν όλες τους εικόνες ψεύτικες. Πως μόνος μου τις είχα εγώ κατασκευάσει. Πως προσπαθούσα, έλεγες, το παρελθόν παραχαράζοντας, να σου εμπνεύσω για ακόμα μια φορά ψεύτικες αναμνήσεις.

Πρώτα σου έδειξα εκείνη με τα ίχνη, που άφησαν πάνω στη σκόνη τα γυμνά μας πέλματα, μα εσύ μου είπες πως αυτό δε γίνεται. Πως η ελάχιστη βαρύτητα του δορυφόρου μας τόσο βαθιά και καθαρά αποτυπώματα δεν επιτρέπει.
Μετά σου έδειξα μια άλλη, όπου είχες βγάλει το πουκάμισο και ύστερα το κρέμασες πάνω σε ένα κοντάρι και έπειτα εκείνο άρχισε να κυματίζει στο κενό. Αλλά εσύ στράβωσες το στόμα σου και είπες πως ούτε αυτό μπορούσε να συμβεί, αφού αέρας στη σελήνη δεν υπάρχει.
Σου έδειξα και άλλες πολλές φωτογραφίες, με τις σκιές μας να χορεύουν πάνω στη στέρφα επιφάνεια, μα εσύ τότε άλλο δεν κρατήθηκες και έβαλες τα γέλια. «Κοίτα, χαζέ», μου έλεγες, «πως οι σκιές απλώνονται σε αντίθετες διευθύνσεις! Μα ούτε ένα σωστό ψέμα πια, μου φαίνεται, δεν είσαι ικανός να φτιάξεις».
Συνέχισες για ώρα μαζί μου να γελάς και με καταγγέλλεις και εγώ καθόμουν και σε κοιτούσα αμίλητος και προσπαθούσα να συγκρατηθώ να μη σου ανοίξω στα δύο το κεφάλι. Να μην αρχίσω να ψάχνω εκεί μέσα του να βρω, τι είχε από έμενα απομείνει. Να μη σου χώσω για πάντα με τη βία εκεί βαθιά όλα αυτά, που τόσο επίμονα αρνιόσουν. Όλα εκείνα για τα οποία θα ήθελα μονάχα εσύ να με θυμάσαι.
«Αυτή εδώ, τουλάχιστον, είναι καλή. Ψεύτικη βέβαια και αυτή, μα πάντως είναι ωραία», είπες και μου την πέταξες στα μούτρα. Την πήρα και την κοίταξα. Από όλες τις φωτογραφίες αυτού του ταξιδιού, αυτή ήταν η μόνη όπου φαινόμασταν και οι δυο - ποιος να την είχε, άραγε, τραβήξει;
Μου άρεσε και εμένα. Από όλες τους, σίγουρα αυτή ήταν η ομορφότερη. Και εμείς μέσα σε αυτήν τόσο ωραίοι, τόσο νέοι και τόσο δυνατοί! Η λάμψη μας, ήταν λες και τσάκιζε στα δυο ολόκληρο το σύμπαν.
Το μόνο που με πείραξε ήταν που πίσω από εμάς, εκεί, στο μαύρο της φωτογραφίας ουρανό, δε μπόρεσε ούτε ένα γαμημένο αστέρι να χωρέσει…

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου