Παρασκευή, 2 Σεπτεμβρίου 2011

Το Ασχημόπαιδο

Ο κόσμος των παραμυθιών χωρίζεται σε δύο μεγάλες κατηγορίες. Στους καλούς και στους κακούς. Περίπου όπως κι ο κόσμος ο πραγματικός. Μόνο που στον πραγματικό κόσμο οι δύο αυτές κατηγορίες συχνά μπερδεύονται.
Στα παραμύθια, όμως, η διαφορά ανάμεσα στους καλούς και στους κακούς είναι πολύ συγκεκριμένη, και πολύ σπάνια καλοί και κακοί αλλάζουν ρόλους. Λένε μάλιστα πως χάρη σ’ αυτήν τη διαφορά μπορούν και υπάρχουν παραμύθια. Γιατί τα παραμύθια θέλουν το κακό από το καλό να ξεχωρίζει.
Αντιθέτως, ο πραγματικός κόσμος χωρίζεται σε δύο άλλες επίσης πολύ μεγάλες κατηγορίες. Στους όμορφους και τους άσχημους. Γιατί, όπως στα παραμύθια οι καλοί νοιάζονται να ξεχωρίσουν από τους κακούς, έτσι και στην πραγματικότητα οι όμορφοι παλεύουν να δείξουν πόσο διαφορετικοί από τους άσχημους είναι.
Και λένε πάλι πως κι ο κόσμος ο πραγματικός χωρίς αυτή τη διαφορά θα είχε προβλήματα. Ενώ, όσο ξεχωρίζουν οι καλοί από τους κακούς και οι όμορφοι από τους άσχημους, όλα δουλεύουν ρολόι και στους δύο κόσμους. Μάλιστα οι όμορφοι του πραγματικού κόσμου χρόνια τώρα προσπαθούν να αποδείξουν πως είναι ό,τι και οι καλοί για τα παραμύθια. Αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία – ή μήπως όχι;
Στα παραμύθια πάντως ομορφιά και καλοσύνη πάνε συνήθως μαζί, όπως παρέα συναντιούνται η κακία με την ασχήμια. Μπορεί να υπάρξει άσχημος και καλός πρίγκιπας; Όχι, βέβαια. Όμορφος και κακός δράκος γίνεται; Κι αυτό δύσκολο ακούγεται. Είναι πολύ συγκεκριμένα τα πράγματα στα παραμύθια και οι παραμυθοδιαφορές είναι πολύ πιο μεγάλες από τις πραγματικοδιαφορές. Γι’ αυτό και η πραγματικότητα τα παραμύθια πάντα τα ζηλεύει.
Ένα από αυτά τα παραμύθια που ο κόσμος ο πραγματικός πάντα ζήλευε, ήταν αυτό του Ασχημόπαιδου. Το Ασχημόπαιδο γεννήθηκε –δυστυχώς γι’ αυτό, και ευτυχώς για το ίδιο το παραμύθι– σε ένα παραμύθι πραγματικά πολύ όμορφο. Σε ένα παραμύθι όπου όλοι και όλα ήταν απίστευτα όμορφα και στ’ αλήθεια έπρεπε να κουραστείς για να βρεις κάτι έστω και λιγάκι άσχημο. Τόσο παραμυθοπανέμορφα ήταν όλα στο παραμύθι αυτό που κινδύνευε να καταντήσει βαρετό. Ακόμα και για τους ίδιους τους ήρωές του.
Για να γλυτώσουν από την παραμυθοβαρεμάρα οι όμορφοι και οι όμορφες του παραμυθιού, βάλθηκαν να κάνουν διαγωνισμούς ομορφιάς για να βρουν ποιος είναι ο πιο όμορφος απ’ όλους. Κι οι διαγωνισμοί αυτοί όμως, αποτυχημένοι ήταν, αφού και οι κριτές, που κι αυτοί ακόμα σκίζανε από ομορφιά, ψήφιζαν τους εαυτούς τους. Και όλο μαλώνανε οι όμορφοι κι οι όμορφες και νικητή να βγάλουν δε μπορούσαν, αφού κανένας δεν ήταν πιο όμορφος από κάποιον άλλο. Ούτε μπορούσε κανένας από κακία τους άλλους να κοροϊδέψει, αφού ως όμορφοι έπρεπε να ήταν και καλοί.
Και τότε μία από τις όμορφες του παραμυθιού βγήκε μπροστά και μίλησε. «Για μια στιγμή! Πώς λέγεται το παραμύθι στο οποίο παίζουμε;» «Το Ασχημόπαιδο», της απάντησαν οι άλλοι με μια φωνή. «Ε, τότε γιατί ομορφοκαθόμαστε κι άδικα ομορφομαλώνουμε; Αφού είμαστε ήρωες στο παραμύθι του Ασχημόπαιδου, πάει να πει πως δεν είναι όλα όμορφα σ’ αυτό το παραμύθι. Κάπου εδώ τριγύρω υπάρχει και κάτι στ’ αλήθεια άσχημο. Ένα Ασχημόπαιδο κανονικό! Ας ψάξουμε λοιπόν να το βρούμε κι αφού πιο όμορφο παραμυθονικητή μεταξύ μας δε μπορούμε να βγάλουμε, ας στέψουμε το Ασχημόπαιδο πρωταθλητή στην παραμυθοασχήμια!»
Δε χρειάστηκε, ωστόσο, να ψάξουν και πολύ για να το βρούνε το Ασχημόπαιδο μέσα στο ομορφοπαραμύθι τους. Γιατί τόσο καιρό το Ασχημόπαιδο ανάμεσα στους όμορφους και τις όμορφες ζούσε. Κι όσο κρατούσε ο βαρετός τους διαγωνισμός, ήταν κι αυτό κάπου εκεί μέσα στον ομορφόκοσμο κρυμμένο και παρακολουθούσε από περιέργεια και μόνο. Κι αν μέχρι τότε δεν το είχε κανείς από τους ομορφοήρωες προσέξει, ήταν επειδή οι άσχημοι έτσι συχνά απαρατήρητοι περνάνε μέχρι σε κάτι χρήσιμοι στους όμορφους να φανούν. Και όταν σήκωσε το Ασχημόπαιδο το χέρι του και φώναξε, «εδώ είμαι!», όλοι τους τρομάξανε που την είχαν την ασχήμια έτσι ανάμεσά τους να υπάρχει χωρίς να το ’χουν καταλάβει.
Κι αμέσως όλοι τους οι παραμυθοόμορφοι και οι παραμυθοόμορφες ζητήσανε από το Ασχημόπαιδο από το παραμύθι τους να φύγει. Γιατί είχανε όλοι τους συνηθίσει μες την ομορφιά και τόση ξαφνική ασχήμια να την αντέξουν δε μπορούσαν. Καλύτερα μονάχοι τους και ας μη μπορούν ομορφοπαραμυθονικητή να βγάλουν στον βαρετό κι ανώφελό τους διαγωνισμό, παρά να έχουν ένα τόσο άσχημο παιδί την ομορφιά τους την παραμυθένια έτσι να την λερώνει. «Φύγε μακριά!», του φώναζαν. «Έξω από το παραμύθι μας! Κι αν του είχες δώσει ως τώρα το όνομά σου, εμείς κι αυτό θα τ’ ομορφοαλλάξουμε. Και θα το πούμε ο Ομορφόκοσμος ή κάτι τέτοιο, όμορφο πάντως, να μας ταιριάζει.» Και με κλειστά τα μάτια το έσπρωχναν να φύγει, γιατί ούτε να το κοιτάξουν δεν αντέχανε.
Κι έτσι έφυγε το Ασχημόπαιδο ομορφόπληκτο κι ασχημολυπημένο. Κι ασχημοκλαίγοντας πήρε της εξορίας τον δρόμο. Με το κεφάλι του σκυφτό έτρεχε δρόμο να βρει να βγει έξω από το ίδιο, το δικό του παραμύθι. Γιατί δε μπορεί, σκεφτότανε, κάπου θα υπάρχει κάποιος παραμυθόκοσμος άσχημος να πάει και να τρυπώσει. Κανέναν να μην ενοχλεί με την ασχήμια του. Και έκρυψε το ασχημοκέφαλό του κάτω από μια γκρίζα σακούλα χάρτινη. Να μη το δει κανείς από τους όμορφους και τις όμορφες του παραμυθιού, ώσπου τον δρόμο τον σωστό να βρει και να το σκάσει. Μα βράχηκε η γκριζοχάρτινη η σακούλα από της ομορφιάς την περιφρόνηση και το Ασχημόπαιδο ακόμα πιο άσχημο έδειχνε έτσι, κάτω απ’ αυτήν κρυμμένο.
Κι αφού ατέλειωτα παραμυθολίβαδα περπάτησε και σε παραμυθοπόταμα ορμητικά κολύμπησε, κατάφερε να φτάσει στου παραμυθιού του τα βόρεια σύνορα. Το παραμύθι του Ασχημόπαιδου συνόρευε τότε προς βορρά με εκείνο του Χαζόδρακου. Κι επειδή το παραμύθι με τον πιο χαζό παραμυθόδρακο ήταν την εποχή εκείνη το πιο χαζό από τα παραμύθια, μπόρεσε το Ασχημόπαιδο τα σύνορά του με ευκολία να περάσει. Γιατί μέσα στη χαζομάρα είχαν βυθιστεί ακόμα και οι παραμυθοφύλακές του και πως στο παραμύθι τους τρύπωσε ήρωας άλλου παραμυθιού δεν το κατάλαβαν. Κι έτσι βρέθηκε το Ασχημόπαιδο παραμυθομετανάστης.
Απ’ την αρχή του άρεσε πολύ το ξένο αυτό το παραμύθι γιατί με τόσους χαζοήρωες που ήτανε γεμάτο, του ήτανε πιο εύκολο έτσι άσχημος να κυκλοφορεί. Και βρέθηκαν και κάποιοι ακόμα εκεί μέσα που όμορφο το βρήκαν το Ασχημόπαιδο, γλυκούλι και χαριτωμένο. Και χάρηκε που τόσο γρήγορα κατάφερε να βρει μια νέα φιλική παραμυθοπατρίδα. Και άρχισε να ψάχνει να βρει κάπου να φανεί χρήσιμο του ξένου αυτού παραμυθιού. Γιατί, ακόμα και στον πιο χαζό χαζότοπο, ο ξένος, αν δεν είναι σε κάτι χρήσιμος, ακόμα πιο ξένος γίνεται και όλοι πάντα τον έχουνε για ξένο.
Μια μέρα συνάντησε τυχαία τον Χαζόδρακο να περιφέρεται κι αυτός με το σπαθάκι του και τη γελοία του κορόνα στο χοντροκέφαλο του. Να ψάχνει κι αυτός τρόπο πως είναι πρίγκιπας –άρα χρήσιμος κι αυτός– να αποδείξει. Και το Ασχημόπαιδο που δεν είχε ακουστά για την μεγάλη του δράκου παραμυθοχαζομάρα, του φώναξε από μακριά, «ε! κυρ-Δράκο! Στάσου μια στιγμή, να σε ρωτήσω κάτι!» «Σε μένα μιλάς, ξενόπαιδο;», το ρώτησε ο δράκος. «Μάλιστα!», το παιδί ευγενικά απάντησε.
Γιατί το ήξερε καλά πως όσο πιο ευγενικά ο ξένος φέρεται τόσο γι’ αυτον καλύτερα. «Και τότε, αν μιλάς σε μένα, γιατί κυρ-Δράκο με φωνάζεις; Δε βλέπεις πως είμαι πρίγκιπας;», είπε ο Xαζόδρακος και κούνησε το σπαθάκι του τάχα φοβιστικά στον αέρα. «Συγχωρήστε με καλέ μου πρίγκιπα!», είπε το Ασχημόπαιδο κι έκανε υπόκλιση βαθιά, «είμαι ξένος στο παραμύθι αυτό κι όλα εδώ ανάποδα μου φαίνονται.» «Κι από που μας έρχεσαι, ξενοκαλόπαιδο;»
«Από το παραμύθι του Ασχημόπαιδου, που είναι στα νότια απ’ το δικό σας παραμύθι. Κι εμένα που με βλέπετε είμαι το Ασχημόπαιδο το ίδιο. Του παραμυθιού μου ο ήρωας», είπε το παιδί και για πρώτη του φορά ένιωσε περηφάνια που έλεγε τέτοια κουβέντα. «Μα πώς μπορεί να λείπει από το παραμύθι ο ήρωάς του και βόλτες να κάνει στα άλλα παραμύθια;», χαζοαπόρησε ο δράκος.
Και τότε ακουστήκανε φωνές και γύρισαν κι οι δυο τους και είδαν πλήθος να τρέχει προς το μέρος τους. Και το Ασχημόπαιδο από μακριά τους κατάλαβε πως ήταν οι όμορφοι κι οι όμορφες απ’ τη δικιά του την παλιά παραμυθοπατρίδα. Μα όταν πλησιάσανε είδε πως είχαν όλοι τους λιγάκι ασχημύνει. «Γύρισε πίσω, Ασχημόπαιδο!»
Και οι ομορφοπαραμυθοήρωες, «συγχώρησε μας που σε διώξαμε!», κλέγαν, παρακαλούσαν. «Μας έλειψες πολύ. Το λάθος μας το καταλάβαμε και πάθημα μας έχει γίνει. Και στην ομορφοχώρα εσένα Ασχημοβασιλιά μας θα κηρύξουμε!» «Εντάξει, έρχομαι», δέχτηκε το Ασχημόπαιδο.
«Αφού κι εσείς μου λείψατε». Μα, πριν φύγει πάνω στων όμορφων τα χέρια, γύρισε και ρώτησε τον Xαζόδρακο πως λένε το δικό του παραμύθι. «Ο Χαζόδρακος», ο δράκος του απάντησε, «μα ακόμα γιατί το είπαν έτσι δεν το έχω καταλάβει.»



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου