Σάββατο, 15 Ιανουαρίου 2011

Τo Τύxoς

Ξυπνήσαμε ένα πρωί και το είδαμε μπροστά μας. Από τη μια άκρη της πόλης απλωνόταν ως την άλλη. Κι αφού κανείς δεν γνώριζε πού άρχιζε και πού τελείωνε η πόλη, σκεφτήκαμε πως και εκείνο δεν είχε τέλος και αρχή. Ήταν φτιαγμένο από καλάμια. Πολύ ψηλό δεν ήταν και σε μερικά σημεία μπορούσες να κοιτάξεις ανάμεσα. Οι περισσότεροι το θεώρησαν αστείο. Κακόγουστο μεν, αλλά αστείο. Λίγοι το πήραν σοβαρά. Μέχρι να βραδιάσει το είχαμε βαρεθεί. Μαζεύτηκαν οι λύκοι της πόλης και από τις δυο πλευρές της και βάλθηκαν να φυσάνε. Οι καλαμιές σαρώθηκαν και πήγαμε όλοι για ύπνο. Ευτυχισμένοι που είχαμε βρει με κάτι τη μέρα μας να απασχολήσουμε.
Το άλλο πρωί ξυπνήσαμε και το βρήκαμε πάλι στη θέση του. Μόνο που αυτή τη φορά ήταν φτιαγμένο από ξύλα. Πώς βρέθηκαν τόσο πολλά ξύλα; Ποιος τα κουβάλησε μέχρι το κέντρο της πόλης; Ξέραμε καλά πως το τείχος είχε χτιστεί από μόνο του. Κανένας δεν έβαλε το χέρι του για να στηθεί. Ποιος θα μπορούσε άλλωστε; Κανείς και για κανένα λόγο δεν ξαγρυπνούσε ακόμα τότε. Γι’ αυτό και το είπαμε «τύχος», αφού μόνο του, κατά τύχη, υψώθηκε και χώρισε στα δύο την πόλη. Κάποιοι άρχισαν να ανησυχούν. Ίσως και να φοβήθηκαν. Οι πιο πολλοί από αυτούς ήταν στην άλλη πλευρά της πόλης. Μετά μάθαμε πως το ίδιο είχαν σκεφτεί και οι άλλοι για μας. Δεν ήταν ιδιαίτερα ψηλό, και με ένα καλό άλμα μπορούσες να κρυφοκοιτάξεις από την άλλη. Γιατί όμως να κοιτάξουμε κρυφά; Πώς έγινε και γεννήθηκε έτσι ξαφνικά το λάθος και το παράνομο ανάμεσά μας; Ακόμα όμως και τον φόβο, ακόμα και την πιο βαθιά ανησυχία τη βαρεθήκαμε. Ήρθαν τότε οι λύκοι της πόλης κι από τις δυο της πλευρές και βάλθηκαν πάλι να φυσούν. Πιο δυνατά αυτή τη φορά. Και πάλι το γκρέμισαν. Αγκαλιαστήκαμε και φιληθήκαμε με τους άλλους και πήγαμε για ύπνο όλοι ευτυχισμένοι.
Την άλλη μέρα δεν ξυπνήσαμε. Ούτε την επόμενη. Τρεις μέρες μετά ξανανοίξαμε τα μάτια μας. Σηκωθήκαμε και τρέξαμε στα παράθυρα και τα μπαλκόνια μας. Και το είδαμε και πάλι εκεί. Μπροστά μας. Θεόρατο. Ατελείωτο να χάνεται στο βάθος της ματιάς μας. Πολύ πιο πέρα από εκεί που είχε ταξιδέψει ο καθένας μας. Ούτε που τους βλέπαμε, ούτε που τους ακούγαμε πια τους άλλους. Γιατί ήταν χτισμένο με πέτρες και βράχια αυτή τη φορά. Και τίποτα δεν φαινόταν ικανό να το γκρεμίσει. Και κατά μήκος τους βρήκαμε όλους τους λύκους της πόλης κρεμασμένους και ξεκοιλιασμένους. Οι καημένοι, όσο και να φυσούσαν, τέτοιο «τύχος» δεν γκρεμιζόταν. Καμιά φορά όμως δεν ξέρεις. Δεν περιμέναμε να βραδιάσει. Γυρίσαμε σφυρίζοντας στα κρεβάτια μας και στα δικά μας τείχη. Στη δική μας την παλιά διαίρεση. Ξαπλώσαμε και κρυφτήκαμε ξανά πίσω απ’ αυτό που ακόμα μας χωρίζει από τον παλιό ανατολικό μας εαυτό.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου