Πέμπτη, 13 Αυγούστου 2015

κατακούτελα

Το καλοκαίρι του 2013 βρέθηκα για πρώτη φορά στη (…). Όχι, δεν ήταν η πρώτη φορά που επισκεπτόμουν αυτήν την πόλη. Αυτός είναι και ο λόγος που λέω «βρέθηκα» και όχι «πήγα» - προσπαθώ πάντα να είμαι όσο πιο ακριβολόγος γίνεται. Έτσι όταν λέω βρέθηκα, το εννοώ. Ενώ κανονικά ήμουν κάπου αλλού το καλοκαίρι εκείνο, βρέθηκα ξαφνικά στη (…). Ο λόγος της αιφνίδιας αυτής μετάβασης –ακόμα δυσκολεύομαι να πω πως ήτανε ταξίδι- θα αποκαλυφθεί σιγά-σιγά κατά την εξέλιξη αυτής της ιστορίας. Ο τρόπος όμως θα ήτανε καλύτερα να αναφερθεί εδώ εξ αρχής, έτσι ώστε να αποφευχθούν τυχόν παρεξηγήσεις και να βοηθηθεί έτσι ο αναγνώστης να καταλάβει στη συνέχεια κάποια πράγματα που ίσως ακούγονται κάπως ασυνήθιστα, αν όχι και ακατανόητα. Ενώ, λοιπόν, ήμουνα μόνος μου στο σπίτι μου –ήταν ένα πολύ ζεστό κυριακάτικο μεσημέρι και η πόλη είχε αδειάσει- χτύπησε το τηλέφωνο. Ήταν ένας άγνωστος αριθμός που ξεκινούσε με τον κωδικό της (…) που τότε ακόμα αγνοούσα. Απάντησα χωρίς να το καλοσκεφτώ. Άλλωστε δεν είχα εκείνη την στιγμή, για να μην πω και σε ολόκληρή μου τη ζωή, κάτι καλύτερο να κάνω, και μια περιπέτεια απρόβλεπτη είναι πάντα καλοδεχούμενη. Ακόμα και αν επρόκειτο για λάθος, η κλήση αυτή θα με έβαζε σε μια διαδικασία αναστάτωσης που η διαχείρισή της θα με απασχολούσε μέχρι αργά το βράδυ που θα έπεφτα να κοιμηθώ, για να μην πω και μέχρι να πεθάνω. Απάντησα, λοιπόν, χωρίς κανέναν και δισταγμό και άκουσα μια φωνή τελείως άγνωστη, όπως και ο αριθμός του τηλεφώνου της να μου ζητάει να πάω όσο πιο γρήγορα μπορώ από το σπίτι της. «Μα δεν σας γνωρίζω και ούτε ξέρω και πού μένετε», τόλμησα λίγο να διαμαρτυρηθώ, αλλά δεν είχε νόημα. Η φωνή επανέλαβε την προσταγή –την πρώτη φορά είχε ακουστεί πιο πολύ ως παράκληση- και μάλιστα συνόδευσε αυτό το «έλα αμέσως σπίτι μου» με μια ακαταλαβίστικη –και ίσως για αυτό ακόμα πιο τρομακτική- απειλή πως δεν έκανα όσο πιο γρήγορα μπορούσα, τότε θα το μετάνιωνα. Εγώ συνέχισα για λίγο ακόμα να διαμαρτύρομαι, μέχρι που συνειδητοποίησα ότι μιλούσα μόνος μου, αφού το είχε κλείσει. Όταν άφησα κι εγώ το τηλέφωνο στην άκρη, είχα να πάρω μια απόφαση προκειμένου να αντιμετωπίσω μίαν κατάσταση εξόφθαλμα παράλογη. Έπρεπε να μεταβώ το συντομότερο στο σπίτι αυτό, από όπου μου είχαν μόλις τηλεφωνήσει, για τον πολύ απλό λόγο πως αν δεν το έκανα, όπως με είχε προειδοποιήσει η φωνή, θα το μετάνιωνα. Να πω εδώ ότι η φωνή αυτή ήτανε γυναικεία. Δεν ξέρω γιατί δεν το επισήμανα από την αρχή. Ίσως γιατί νομίζω ότι αυτό εξυπακούεται. Άλλωστε η φωνή είναι γένους θηλυκού. Κι εγώ, αν διάβαζα κάπου έτσι σκέτα να αναφέρονται σε μια φωνή, μάλλον στη φωνή μιας γυναίκας θα πήγαινε ο νους μου. Εν πάση περιπτώσει, άφησα το τηλέφωνο στην άκρη και είπα πως πρέπει να πάρω μια άμεση απόφαση. Ή θα ξεχνούσα το όλο περιστατικό και θα συνέχιζα τη μέρα και το καλοκαίρι μου, σαν να μην είχε γίνει ποτέ αυτό το τηλεφώνημα ή θα μάζευα τα πράγματά μου και θα αναχωρούσα το συντομότερο για να την συναντήσω. Το μόνο στοιχείο που είχα ήταν ο αριθμός του τηλεφώνου. Ήξερα ότι το σπίτι αυτό όπου με είχαν προσκαλέσει βρισκόταν στη (…). Ενδεχομένως να μπορούσα να βρω και την ακριβή διεύθυνση μέσω των πληροφοριών του καταλόγου, όπως και το όνομα της συνδρομήτριας – πράγματι μέσα σε ελάχιστα λεπτά είχα όλα αυτά τα απαραίτητα στοιχεία. Η αλήθεια είναι ότι δεν είχα αρκετά λεφτά προκειμένου να πραγματοποιήσω το ταξίδι αυτό. Βασικά τα χρήματα που είχα στην τσέπη μου ίσα που έφταναν για να αγοράσω ένα εισιτήριο, ίσως και μια εφημερίδα για να έχω στο δρόμο να διαβάζω. Δεν είχα ιδέα πώς θα επέστρεφα μετά πίσω στο σπίτι μου, αλλά η πρόσκληση ή έστω η εντολή που είχα μόλις λάβει ήταν μονάχα για να πάω εκεί – φαντάστηκα ότι για τα υπόλοιπα θα φρόντιζε η κάτοχος της φωνής και της τηλεφωνικής γραμμής, θα υπήρχε κάποια πρόνοια. Έριξα λίγα ρούχα κι ένα τετράδιο στο σάκο μου, φόρεσα τα παπούτσια μου, βγήκα στο δρόμο και άρχισα να περπατώ προς το σταθμό, ενώ ο ήλιος έκαιγε και βάραγε την ιστορία αυτή αλύπητα και κατακούτελα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου