Δευτέρα, 7 Σεπτεμβρίου 2015

οι δύο δάφνες

Όταν βγήκα από το σταθμό ήτανε πια απόγευμα, και μολονότι η (…) βρίσκεται αρκετά πιο βόρεια από τη δική μου πόλη, δεν έλεγε ακόμα να δροσίσει. Θα ήθελα να βρω κάποια σκιά για να κρυφτώ μέχρι να πέσει ο ήλιος, μα είχα, υποτίθεται, μία αποστολή. Έπρεπε να βρω το συντομότερο το σπίτι όπου με είχαν προσκαλέσει. Είχα σημειώσει τη διεύθυνσή του επάνω στην παλάμη μου, αλλά έτσι όπως ίδρωνα συνέχεια, όταν την άνοιξα δεν είδα παρά μόνο μια μουτζούρα. Ευτυχώς με τα νούμερα πάντα τα πήγαινα καλύτερα. Έτσι, αν και είχα ξεχάσει τελείως την οδό, θυμόμουν πως το σπίτι βρισκόταν στον αριθμό 1607. Πόσοι τόσο μεγάλοι δρόμοι να υπήρχαν στη (…); Αργά ή γρήγορα με κάποιον τρόπο θα το έβρισκα. Όμως η άγνωστη φωνή με είχε προειδοποιήσει, έπρεπε να πάω εκεί όσο πιο γρήγορα γινότανε. Η (…) φαινόταν έρημη, όπως και η δική μου πόλη. Ρώτησα δυο παιδιά που βρήκα ξαπλωμένα καταμεσής στην άσφαλτο, όμως δεν μίλαγαν την γλώσσα μου. Συνέχισα να προχωρώ, μα όποιον συναντούσα ήταν παράφρων ή νεκρός, πράγμα που δεν επέτρεπε καμιά επικοινωνία. Ύστερα βρήκα ένα ταξί. Ο οδηγός κοιμόταν επάνω στο τιμόνι του. Τον ξύπνησα. Του είπα ότι ήμουν άφραγκος, αλλά βιαζόμουνα να βρω το 1607 κάποιας οδού που είχα ξεχάσει το όνομά της. Μου είπε ότι μπορεί να με πετάξει ως εκεί, φτάνει να τον απασχολούσα καθοδόν, να του έλεγα μια ιστορία τόσο καλή και αληθινή που να μπορούσε να τον κρατήσει ξύπνιο. Του απάντησα ότι η μόνη ιστορία που ήξερα να πω ήταν αυτή που τώρα αφηγούμαι και πως ακόμα ήταν νωρίς για να γνωρίζω πώς θα εξελισσότανε. Τον απογοήτευσα. Μου έδειξε τον δρόμο προς το βάθος. «Συνέχισε να περπατάς. Το σπίτι που αναζητάς βρίσκεται στο τέλος αυτής της λεωφόρου.» Ήθελα να μάθω πώς ήταν τόσο σίγουρος, αλλά τον πήρε αμέσως ξανά κοντά του ο ύπνος. Ούτε να τον ευχαριστήσω μα ούτε και να τον εκδικηθώ δεν πρόλαβα. Κοίταξα τα νούμερα εκεί όπου βρισκόμουν. Ακόμα ήτανε διψήφια. Μέχρι να φτάσω ως 1607, θα με έπιανε η νύχτα. Το καλοκαίρι, η ζωή θα τέλειωνε. Θα πέθαινε η ιστορία, πριν κάνει καν τα πρώτα της τα βήματα. Θα ερχόταν η συντέλεια του κόσμου. Έψαξα, βρήκα ένα ποδήλατο ξεκλείδωτο. Δεν το έκλεψα. Αν όλα πήγαιναν καλά, θα το γυρνούσα πίσω. Έτσι όπως ήταν όλη η πόλη έρημη, έτσι όπως γέμιζαν τα μάτια μου με αίμα, πίστεψα ότι σε λίγη ώρα θα είχα φτάσει στον προορισμό. Μα ο δρόμος ήταν ανηφορικός και η ζέστη τόσο αφόρητη. Κοίταξα ψηλά, στον ουρανό. Ήταν, νομίζω, προφανές, ο ήλιος ερχόταν καταπάνω μας. Ένας ακόμα λόγος να βιαστώ. Να φτάσω στο σπίτι, στη φωνή όσο γινότανε πιο γρήγορα. Συνέχισα να προχωρώ μέχρι που είδα να με εγκαταλείπουν οι δυνάμεις μου και είπα, ας κάνω μια στάση. Διψούσα. Είδα στο πλάι ένα ζαχαροπλαστείο ανοιχτό. Ήταν στον αριθμό 224. Ακόμα ήμουν τόσο μακριά. Διψούσα. Μπήκα μέσα. Ζήτησα να μου δώσουνε νερό. Τους είπα ότι δεν έχω να πληρώσω. Τα γλυκά τους έλιωναν στις βιτρίνες τους και έσταζαν. Το ίδιο και τα δυο κορίτσια πίσω από τον πάγκο που μου κοιτούσαν τρομαγμένα. Έμοιαζαν πολύ κι εγώ διψούσα τόσο. Της ρώτησα αν είναι αδερφές κι αυτές κουνήσαν τα κεφάλια του. Το μόνο που ήθελα ήταν ένα ποτήρι με νερό. Ορκίστηκα, αν μου το έδιναν, πως δεν θα τις πειράξω. Όσο η μια μου το έφερνε, η άλλη κατέβαζε τα στόρια. Τα γλυκά έλιωναν. Τα βούτυρα και τα σιρόπια τους κυλούσανε στο πάτωμα. Αρχίσαμε μαζί τους να κυλιόμαστε κι εμείς. Τη μια την λέγαν Δάφνη. Της άλλης δεν το συγκράτησα το όνομα. Τις φώναζα Δάφνη και τις δυο όσο παλεύαμε εκεί, πάνω στο γλυκερό μωσαϊκό. Κολλούσαμε και προσπαθώντας να σηκωθούμε όρθιοι γλιστρούσαμε και ξαναπέφταμε. Γελούσαμε και κλαίγαμε ταυτόχρονα. Μετά από εννέα μήνες οι δύο Δάφνες θα γεννούσαν δυο παιδιά, που θα αναλάμβαναν να αναστήσουνε την ανθρωπότητα και τον πολιτισμό μετά από τη συντέλεια. Όμως, αντί για την ιερή αυτή αποστολή, θα περνούσαν όλη την μέρα ξαπλωμένα επάνω στο ανέμελο οδόστρωμα, μέχρι να περάσουν από πάνω τους οι ρόδες κάποιου μισοκοιμισμένου ταξιτζή και να σβηστούνε όλα, οριστικά ετούτη τη φορά, μέσα σε μια πόλη άδεια, σε μια πόλη γεμάτη με νεκρούς και με παράφρονες.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου