Σάββατο, 17 Οκτωβρίου 2015

το παιδί

Κάποια στιγμή η ανηφόρα άρχισε σιγά-σιγά να εξομαλύνεται. Βρισκόμουν πια στα τελευταία μέτρα αυτής της λεωφόρου, που έμοιαζε να καταλήγει σε ένα παράδοξο αστικό οροπέδιο. Κοίταξα πίσω μου, όλον τον δρόμο που είχα διανύσει, και με έπιασε ίλιγγος, μόλις συνειδητοποίησα πόσο ψηλά είχα ανεβεί. Η (…) τώρα πια φαινόταν βυθισμένη μέσα σε εκείνον τον πολεοδομικό γκρεμό από τσιμέντο και από μέταλλο. Κοίταξα ξανά μπροστά. Τα τελευταία οικοδομικά τετράγωνα έσβηναν μαζί με τα φώτα της κεντρικής οδού και ύστερα ακολουθούσε κάτι σαν ζούγκλα, σαν ένα χάος αόριστο κι ανεξερεύνητο. Κοίταξα πλάι μου. Βρισκόμουν στον αριθμό 1567. Μόλις σαράντα νούμερα με χώριζαν από τον προορισμό μου, με τον οποίον είχα πια αποκτήσει οπτική επαφή, αν και προφανώς δεν γνώριζα ποιο από όλα αυτά, τα τελευταία σπίτια, ήταν εκείνο της φωνής. Και έτσι όπως προχωρούσα αναζητώντας με το βλέμμα μου, πρόσεξα ότι σε αντίθεση με την υπόλοιπη την πόλη, εδώ υπήρχε κόσμος. Υπήρχαν άνθρωποι γύρω μου πολλοί, σε όλα τα μπαλκόνια, που παρακολουθούσαν το πέρασμά μου κρατώντας την ανάσα τους, σαν να έβλεπαν ταινία. Παρέες, ζευγάρια, οικογένειες τρώγαν καρπούζια, παγωτά κι ό,τι άλλο είχε περισσέψει από τα μεσημεριανά τραπέζια και με κοιτούσαν σιωπηλοί, λες κι έκανα την πιο μεγάλη τρέλα. Κάποια παιδιά βάζαν κάτι τσιρίδες και με δείχνανε, μα οι γονείς τους τα συνέφερναν, σκύβοντας και ψιθυρίζοντας τους στο αυτί λόγια ακατανόητα, που μόνο λίγο πριν το θάνατό τους θα τα θυμόντουσαν ξανά και θα τα καταλάβαιναν. Ντράπηκα. Έσκυψα το κεφάλι και συνέχισα, χωρίς να ρίχνω καν ματιές στους αριθμούς του δρόμου. Δεν είχε, εξάλλου, νόημα. Είχα ήδη φτάσει και τώρα το μόνο που θα έπρεπε να με απασχολεί είναι το τι θα έλεγα για να δικαιολογηθώ που είχα τόσο πολύ καθυστερήσει. Και κάπως έτσι έφτασα μπροστά στο τελευταίο σπίτι της πλευράς με τους μονούς τους αριθμούς. Σήκωσα το κεφάλι μου και άκουσα κάτι πνιχτά γελάκια. 1605. Δεν μπορεί. Δεν είναι αυτό το τέλος. Κι αν δεν θυμόμουνα καλά; Κι αν είχα κάνει λάθος; Μια γριά καθότανε μόνη στη βεράντα αυτής της μονοκατοικίας και με κοιτούσε ειρωνικά, ενώ χάιδευε το σκαλιστό μπαστούνι της. Συγγνώμη, κυρία, εσείς μένετε εδώ; Αυτό είναι το τελευταίο σπίτι; Αντί για απάντηση, σήκωσε το μπαστούνι και το βάρεσε με δύναμη στο κάγκελο. Είδα το σχέδιο στην κορυφή του μπαστουνιού: ένα κεφάλι λύκου. Τρόμαξα. Πήγα και στάθηκα ξανά καταμεσής στο δρόμο. Κοίταξα όλα εκείνα τα μπαλκόνια που από πάνω μου κρεμόντουσαν. Κανένας δεν φαινόταν πρόθυμος για να με βοηθήσει. Εάν ξανάρθω προς τα μέρη σας, θα είμαι ζωσμένος με εκρηκτικά και όλους σας μαζί μου θα σας πάρω, να το ξέρετε, είπα κουνώντας τη γροθιά μου στον αέρα και έτσι συνέχισα φωνάζοντας και βρίζοντας, μα αυτοί γελούσαν και τα χάχανα σκέπαζαν τις φωνές μου. Κάποιοι αρχίσαν να μου πετάνε πράγματα και γρήγορα τους μιμηθήκαν κι οι άλλοι. Οι πιο πολλοί πετούσανε σκουπίδια και αντικείμενα ασήμαντα, μα κάποιοι έριχναν κειμήλια οικογενειακά και άλλα πολύτιμα που είχαν για χρόνια μες στα σπίτια τους φυλάξει. Μέχρι που ένας άρπαξε το ίδιο το παιδί του και καταπάνω μου κι αυτό το εκσφενδόνισε. Εγώ, για να προφυλαχθώ, έτρεξα ξανά κάτω από τη βεράντα της γριάς. Το πιτσιρίκι έσκασε επάνω στο οδόστρωμα, μα παραδόξως δεν φάνηκε να είχε πάθει κάποια σοβαρή ζημιά από αυτήν την πτώση. Ο πατέρας του, από τον τρίτο όροφο, του φώναζε να σηκωθεί και να γυρίσει σπίτι. Όμως αυτό εκεί, έκανε πως δεν άκουγε και έμενε ξαπλωμένο πάνω στο δρόμο ανάσκελα, σαν να λιαζόταν κάτω από έναν ήλιο που δεν επρόκειτο ξανά ποτέ να ανατείλει. Μου φάνηκε πως κάτι έλεγε, ενώ γυρνούσε με τρόπο το κεφάλι κι άλλοτε κοίταζε εμένα κι άλλοτε το σκοτάδι, μες στο οποίο χανότανε μετά τα σπίτια ο δρόμος. Έσκυψα, σύρθηκα προς το μέρος του, ενώ οι γείτονες είχαν αρχίσει πάλι τον βομβαρδισμό, και με μεγάλο κόπο έφτασα πλάι στο κεφαλάκι του. Τι λες, το ρώτησα. Θες να μου δείξεις κάτι; Μετά το δάσος, μου απάντησε, έχει και άλλους αριθμούς. Υπάρχουν κι άλλα σπίτια. Εκεί είναι το 1607. Συνέχισε να προχωράς. Έχεις ακόμα δρόμο.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου