Τετάρτη, 30 Μαρτίου 2011

πριν

Είμαι ένας από τους ελάχιστους επιζώντες του πολέμου των Εσωτερικών Ινδιών. Χάρη στους τίτλους μου και τις σπουδές μου και κυρίως λόγω της χαμηλής μου αυτοεκτίμησης, υπηρέτησα για έξι περίπου χρόνια ως έφεδρος απολυμαντής. Και υπό το βάρος των αλάνθαστων και αβάσταχτων ενστίκτων μου και ενός τρισχιλιετούς ένδοξου παρελθόντος, διέπρεψα ως πολυμήχανος και ακούραστος εγκληματίας.
Δεν προτίθεμαι, σε καμία περίπτωση, να κατηγορήσω τους ανωτέρους μου - αναλαμβάνω πλήρως την ευθύνη όλων των πράξεων και παραλείψεών μου. Εντάξει, μπορεί να εκτελούσα εντολές, μα όποτε χρειάστηκε, ανέλαβα τέτοιες πρωτοβουλίες, που θα έκαναν ακόμα και τους πιο κυνικούς μου εντολείς να κοκκινίζουν και να κρύβονται πίσω από τα κουμπιά και τις οθόνες τους.
Δεν κέρδισα απολύτως τίποτα. Σε αυτές τις ιστορίες, άλλωστε, στο τέλος κανένας δεν κερδίζει. Δεν ανήκω στους νικητές και αν στ’ αλήθεια ψάχνετε για τέτοιους, καλύτερα να τους αναζητήσετε στων άλλων τα βιβλία. Πάντως επέζησα - κάτι που λίγοι και πάντως και αυτοί ακόμα μονάχα για προσωρινά ως τώρα το έχουν καταφέρει.
Και όταν τελειώσανε κάποια στιγμή οι σφαίρες και τα ψέματα και άρχισαν να συγκεντρώνονται ξανά μες στις στοές της αγοράς οι έμποροι και οι προφήτες, μου είπαν να γυρίσω σπίτι μου. Έβγαλα την κατακόκκινή μου πανοπλία, φόρεσα πάλι το σακάκι μου και δήθεν ψάχνοντας στις τσέπες τα κλειδιά επέστρεψα ακολουθώντας τις χορταριασμένες ράγες.
Πίσω, στο σπίτι και στην πόλη μου, τόσο καιρό κανείς δεν είχε καταλάβει τίποτα από του δύοντος πλανήτη μας το πρόσφατο σφαγείο, μα ήδη είχαν όλοι τους έξω, στους δρόμους βγει για να υποδεχτούνε δουλικά το αλαζονικό κλαψούρισμα της νέας τάξης των πραγμάτων. Κανένας δε με ρώτησε, σε ποια άγνωστη καταραμένη γη έλειπα τόσα χρόνια. Και εγώ καμιά αναγκαία ιστορία και ικανή, από όσα είχα ζήσει εκεί κάτω, δεν έβρισκα να τους διηγηθώ και αυτοί να την πιστέψουν.
Και τότε ήταν που ξαφνικά άρχισα να γράφω τις δικές μου.

Σήμερα, μετά από έξι χρόνια, έχω φτάσει πια να αντιμετωπίζω τον τωρινό μου εαυτό ως έναν περίπου κανονικό, σωστό και επαγγελματία συγγραφέα. Όχι, φυσικά, γιατί πληρώνομαι για αυτά που γράφω, ούτε γιατί υπάρχει, έστω και ως μακρινή προοπτική, να επιβιώνω κάποτε μονάχα από τα κραυγαλέα προϊόντα της ταπεινής διάνοιάς μου – καμία σχέση. Και ούτε, βέβαια, πιστεύω πως θα μπορούσα να γίνω ποτέ ένας καλός ή έστω υπάκουος υπηρέτης των γραμμάτων. Οπότε και ο χαρακτηρισμός του επαγγελματία δεν έχει καθόλου να κάνει με αξιολόγηση των ικανοτήτων μου, που μόνο δουλειά δική μου δεν είναι. Δε τολμώ καν να με συγκρίνω με άλλους συγγραφείς, που ενδεχομένως να θεωρούν τους εαυτούς τους απλώς ερασιτέχνες και ως εκ τούτου ανεπαρκείς, δειλούς και μέτριους.
Καλός αναγνώστης, ναι - αυτό μπορώ να το ισχυριστώ και αν μου δώσετε λιγάκι χρόνο παραπάνω, να σας το αποδείξω. Άλλωστε, στα διαλλείματα των γενοκτονιών που εξαπέλυσα, μπόρεσα να καταβροχθίσω τόσες πολλές σελίδες, που θα μπορούσαν να καλύψουν ολόκληρη την επιφάνεια της Γης και ίσως ακόμα και τη γύμνια της να κρύψουν.
Ανεξαρτήτως του τι αξίζει το χάρτινο σαρκίο μου έξω, στην αγορά ή μέσα στο μυαλό σας, εγώ επιμένω να θεωρώ επαγγελματία τον τωρινό μου συγγραφέα-εαυτό και μόνο εξαιτίας του ότι από τότε που γύρισα από τη μάχη και το πλιάτσικο, ασχολούμαι συστηματικά με το γράψιμο με μέθοδο και ευσυνειδησία, τηρώντας ευλαβικά τα ωράρια που μου έχω επιβάλει και ακολουθώντας σχεδόν εμμονικά στόχους και χρονοδιαγράμματα. Και ίσως, κάπου εδώ, θα ήταν αχαριστία μου να μην σταθώ να αναγνωρίσω την παράπλευρη επιρροή της στράτευσης σε έναν -όχι δικό μου- πόλεμο στο έργο μου και στη δουλειά μου. Αφού άθελά της μου ενέπνευσε το μέτρο, το ρυθμό και τη συνέπεια, που πάντα πιο μπροστά μου έλειπαν και που εγώ πάντα σε λάθος μέρη αναζητούσα.
Σκέφτηκα μάλιστα ακόμα και να αφιερώσω ετούτο το βιβλίο σε όλους εκείνους τους παλαιούς μου συμπολεμιστές, που ένδοξα τώρα πια σαπίζουν νοερά βαθιά μέσα στο κενοτάφιο της Τράπεζας του Κόσμου, αλλά το είχα ήδη υποσχεθεί στην αδερφή μου, παλιά, σε μια στιγμή ανυποψίαστη. Άλλωστε, την δεδομένη τη στιγμή, την πρώτη ύλη και τα καύσιμα σε εκείνη τα οφείλω. Οι ιδέες συνήθως έρχονται μετά.
Τις ώρες εκείνες που δε γράφω ή δε μελετώ ή που δεν κάνω τίποτα από όλα αυτά που περικλείονται στην απαραίτητη για τα γραψίματά μου έρευνα -για κάποια από τα οποία ίσως και να ντρέπομαι αφόρητα μια μέρα– παριστάνω πως κάνω, κατά καιρούς, διάφορες δουλειές, προκειμένου να σχηματίσω ένα αξιοπρεπές εισόδημα για να μπορώ με άνεση να γράφω, να πίνω, να ταξιδεύω και να προσφέρω δώρα ακριβά προσδοκώντας δυστυχώς σε ανάξια μάλλον ανταλλάγματα. Δουλειές, για τις οποίες πάντα θα αισθάνομαι, αν όχι περηφάνια, τουλάχιστον χαρά και ικανοποίηση, αφού, στ’ αλήθεια, σχεδόν καμιά δουλειά δεν είναι τελικά ντροπή.
Ντροπή και αβάσταχτη ταπείνωση είναι να θεωρείται η οποιαδήποτε δουλειά και τα παράγωγά της πανίσχυρο κριτήριο και προϋπόθεση μοναδική τόσων άλλων πολλών, σημαντικών και όμορφων πραγμάτων. Μα όλα αυτά είναι, μάλλον, μια άλλη ιστορία.
Τέλος πάντων, στο χρόνο που μου περισσεύει και που θα μπορούσα, ίσως, να τον ονομάσω ελεύθερο -όχι τόσο χάριν ευφυολογήματος, αλλά πιο πολύ για να συνεννοούνται τα αντισυμβαλλόμενα μέρη- ασκώ την επιστήμη για την οποία ξόδεψα επιπόλαια έξι περίπου χρόνια από τη μη αναστρέψιμη ζωή μου, περιφερόμενος στο περιστύλιο μιας άγνωστης ακαδημαϊκής κοινότητας.
Ας πούμε, λοιπόν, πως είμαι ένας δικηγόρος μερικής μονάχα απασχόλησης, πράγμα που από μόνο του αποτελεί, ίσως, σχήμα οξύμωρο και γλωσσικό παραλογισμό. Αφού όλοι οι δικηγόροι, συνήθως, δικηγορούν είκοσι τέσσερις ώρες το εικοσιτετράωρο, ακόμα και όταν κοιμούνται ή ξαγρυπνούν ή κάνουν βόλτες με τα άλλοθί τους αγκαζέ στην παραλία. Για το λόγο αυτό, άλλωστε, και συνιστώ σε όλους τους κατά το γράμμα συναδέλφους μου να μη συναναστρέφονται και σε καμία περίπτωση να μη συντροφεύουν με ομότεχνούς τους. Αφού, ακόμα και αυτοί οι δικηγόροι, όσο γερνούν τα χρόνια, έχουν ανάγκη από κάποια αλλαγή των παραστάσεων.
Κατά τα άλλα, ακόμα και αυτή η δουλειά μια χαρά δουλεία είναι και σίγουρα καθόλου δεν αποτελεί ντροπή. Και εγώ, φυσικά, τιμώ και σέβομαι αυτούς που την ασκούν, ίσως κατά τον ίδιο τρόπο που οι άπιστοι πάντα κρυφοκοιτάζουν τους πιστούς και κάπου κατά βάθος τους φθονούνε.
Ως δικηγόρος μερικής απασχόλησης λοιπόν, έχω τη δυνατότητα –με παρακολουθείτε, άραγε;- να δημιουργώ στον εαυτό μου την ψευδαίσθηση πως είμαι εγώ που επιλέγω τους εκάστοτε πελάτες μου. Όπως περίπου, ας πούμε, διαλέγω τις συντρόφους και τους φίλους μου - άσχετα αν με τους περισσότερους από αυτούς υπάρχουνε φορές που έχω την εντύπωση πως γεννηθήκαμε παρέα. Και όποτε μου δίνεται η ευκαιρία, ανοίγω την πόρτα και τους υποδέχομαι, αυτούς και τις σπουδαίες υποθέσεις τους, προσδοκώντας οι κακές επαγγελματικές μου συναναστροφές, εκτός από την προβλεπόμενη κατώτατη αμοιβή, να μου αποδώσουν και άλλα πρόσθετα ανώτερα οφέλη. Όπως το να υποκλέψω μία ιστορία ενδιαφέρουσα, την αξία της οποίας οι πελάτες μου ποτέ δε τόλμησαν να φανταστούν ή να αναπλάσω μια δικιά μου από την αρχή, αναμειγνύοντας στοιχεία από τα λόγια τους και ίχνη από τις μορφές τους.

Κάπως έτσι δέχτηκα ως πελάτη στο γραφείο μου, ένα βράδυ κάποιου υγρού και ύπουλου Μαΐου, έναν μυστηριώδη, σκοτεινό και πάντως μίζερο σωφρονιστικό υπάλληλο ή αλλιώς άνοιξα μόνος μου την πόρτα του εύθραυστου κελιού μου για να περάσει μέσα ένας πολύ κανονικός επαγγελματίας δεσμοφύλακας.
Ο επισκέπτης μου –ας τον πούμε κύριο Κάπα– δεν έφτασε, ευτυχώς, με άδεια χέρια έξω από την πόρτα του γραφείου μου. Λίγο μετά το νευρικό -μα πάντως συμπαθητικό- και άχρωμο πρόσωπό του, πρόσεξα, τη στιγμή που τον υποδεχόμουν, πως κρατούσε στο ένα του χέρι έναν φάκελο, που προφανώς περιείχε τα σχετικά με την υπόθεσή του έγγραφα και στο άλλο ένα τριγωνικό μπουκάλι. Αυτός σαν να περίμενε να δει που θα σταθμεύσει τελικά το βλέμμα μου και ύστερα απολογήθηκε, «θα πάω σε ένα φίλο μου μετά, που έχει τη γιορτή του, αλλά αν θέλετε εσείς, το ανοίγουμε από τώρα». Καλά αρχίσαμε, σκέφτηκα και τον άφησα να διαλέξει μία από τις σκοπίμως άβολες πολυθρόνες των επισκεπτών, μέχρι να φέρω ποτήρια και παγάκια.
Η υπόθεση του ήταν απλή, αν και για τον ίδιο μάλλον εξαιρετικά δυσάρεστη. Είχε αποφασίσει ή μάλλον είχε δεχτεί να χωρίσει από τη γυναίκα του, αλλά, επειδή δεν εμπιστευόταν το δικό της δικηγόρο, προτίμησε να ζητήσει τη βοήθεια κάποιου άλλου. Χαμογέλασα από μέσα μου και εκείνος μάλλον σαν να με άκουσε και έσπευσε να συμπληρώσει, «σας σύστησε ο κύριος Άλφα». Ποιος είναι ο κύριος Άλφα, προσπάθησα μάταια να θυμηθώ. Και ύστερα, ωραία, σκέφτηκα - με σύστησε ένας άγνωστος σε έναν άλλον άγνωστο, ο οποίος λέει πως με εμπιστεύεται περισσότερο από κάποιον άλλο συνάδελφο και προφανώς επίσης άγνωστο.
Συζητήσαμε την περίπτωσή του για λίγη ώρα και πάλι καλά που κρατούσα σημειώσεις, διαφορετικά το μόνο που θα είχα συγκρατήσει, από τα φτερωτά του λόγια, θα ήταν η φράση, «δέχομαι να την ελευθερώσω», που, όπως και να έχει, και μόνο στο στόμα ενός δεσμοφύλακα αποκτά μια διαφορετική αξία, όχι;
Στο τέλος της κουβέντας μας πήρε το ύφος του μικρού παιδιού, που έχει μόλις ξυπνήσει με τις φωνές και τα παιχνίδια τον μπαμπά του από το ακριβοδίκαιο μεσημεριανό υπνάκο του και με ρώτησε, «και γράφετε κάτι τώρα;». Προφανώς ο κύριος Άλφα δε με είχε συστήσει μόνο με την ιδιότητα του δικηγόρου. Αλλά ποιος διάολος ήταν, επιτέλους, αυτός ο κύριος Άλφα; Ναι, κάτι… Γιατί; Διαβάζετε; «Όχι όσο θα ήθελα, αλλά πάντα προσπαθώ. Ξέρετε, στη φυλακή μονάχα οι κρατούμενοι έχουν πολύ ελεύθερο χρόνο». Ευτυχώς που έχουνε και αυτοί κάτι πολύ και ελεύθερο. «Πάντως εσάς, ως τώρα, δεν έτυχε να σας διαβάσω και να σας πω την αλήθεια, ούτε καν σας γνώριζα πιο πριν». Μισές δουλειές κάνει αυτός ο κύριος Άλφα. Ας πιούμε ακόμα ένα, λοιπόν, να το γιορτάσουμε!

«Και, αν επιτρέπεται, τι είναι αυτό που τώρα γράφετε;» Μμ… Θα σας έλεγα ένα αποσπασματικό μυθιστόρημα, αλλά θα σας πω μία σειρά αφηγημάτων, αφού σε εσάς μάλλον κάπως έτσι θα φτάσει, αν φτάσει τελικά ποτέ. Για μια στιγμή πέρασε από μπροστά μου η εικόνα ενός φυλακισμένου να διαβάζει κάποιο από τα βιβλία μου κλεισμένος μέσα στο κελί του και αγχώθηκα. Με βοήθησε, «έχετε κάνει ποτέ στη φυλακή;». Δυστυχώς, αυτό νομίζω πως εμπίπτει στα ασυμβίβαστα του επαγγέλματος - όχι, δεν μου έχει τύχει. «Κρίμα. Ίσως θα έπρεπε». Μάλιστα! Και ακόμα δε με έχετε καν διαβάσει. «Γιατί γελάτε; Σκεφτείτε πόσοι σπουδαίοι συγγραφείς έχουν περάσει μικρά ή μεγαλύτερα διαστήματα της ζωής τους μέσα στις φυλακές και έγραψαν ή εμπνεύστηκαν σε αυτές: ο Ντοστογιέφσκυ, ο Σάλιντζερ, ο Ντε Σαντ… Αμφιβάλλετε πως μια τέτοιου είδους εμπειρία θα μπορούσε να σας βοηθήσει να γράψετε κάτι πραγματικά μεγάλο;» Όχι ακριβώς, αλλά –με τα λίγα νομικά που ξέρω- για να βρεθώ πίσω από τα κάγκελα, θα πρέπει προηγουμένως να έχω διαπράξει κάποιο έγκλημα ή κάτι παρόμοιο τέλος πάντων. Και δυστυχώς, ασχέτως του τι σας έχει πει ο κύριος Άλφα, που μάλλον δε θα είναι αυτός που θα έρχεται για να μου φέρνει τα τσιγάρα μου, κάτι τέτοιο, προς το παρόν τουλάχιστον, δεν ανήκει στις προτεραιότητές μου. «Μα αυτό είναι κάτι που θα μπορούσε να κανονιστεί. Διαλέξτε εσείς ένα σωφρονιστικό κατάστημα και πείτε μου για πόσο χρόνο θα θέλατε να σας φιλοξενήσουμε - τα υπόλοιπα να είστε σίγουρος πως θα μείνουν αυστηρώς ανάμεσά μας. Ξέρετε, εκτός από δεσμοφύλακας είμαι και αντιπρόεδρος της συντεχνίας μας, η οποία μάλιστα σκοπεύει σύντομα να συστήσει τη δικιά της συνεταιριστική αποικία. Μας έχει παραχωρήσει η Τετραρχία μία μεγάλη έκταση κάπου κοντά στη θάλασσα για να χτίσουμε τον θερινό μετοικισμό μας, όπως έχουνε ήδη κάνει πολλοί άλλοι κλάδοι των απελεύθερων. Αν θέλατε, θα μπορούσατε ίσως επίσης να αναλάβετε εσείς τα διαδικαστικά». Σαν πολύ δουλειά να μου έχει πέσει ξαφνικά. «Και ίσως, αντί της αμοιβής, θα μπορούσαμε να σας παραχωρήσουμε κάποιο αδέσποτο οικόπεδο, για να φτιάξετε και εσείς εκεί, δίπλα στο κύμα και σε εμάς, την εξοχική σας κατοικία».
Μια χαρά! Στην αρχή θα έπρεπε να παραστήσω τον κρατούμενο, προκειμένου να γράψω «κάτι πραγματικό μεγάλο» και ύστερα θα μπορούσα να περνώ τα καλοκαίρια μου πλάι στη θάλασσα, με ηλιοκαμένους δεσμοφύλακες και τις σωφρονισμένες οικογένειές τους τριγύρω μου να με φυλάνε. Δε ξέρω για τον Ντοστογιέφσκυ και τον Ντε Σαντ, αλλά ο Κάφκα θα είχε σίγουρα δακρύσει από τα γέλια.

Ο κύριος Κάπα, αφού είπε όλα όσα είχε να πει, σηκώθηκε και έφυγε. Και ύστερα εγώ, έτσι, μάλλον για αστείο στην αρχή, ξεδίπλωσα ένα πειρατικό αντίγραφο του χάρτη της Νέας Γεωγραφίας και άρχισα να ψηλαφώ την επικράτεια αναζητώντας τα σύμβολα εκείνα που υποδείκνυαν τις φυλακές ανάμεσα στις πλαζ και τα ιστορικά μνημεία.
Η Τράπεζα Δικαιοσύνης και Ασφάλειας είχε φροντίσει να κατανείμει στο χώρο πολύ αρμονικά την κατασταλτική της υπερπαραγωγή, ικανοποιώντας ταυτόχρονα κριτήρια πολιτικά και μικρόψυχες σκοπιμότητες. Η Τράπεζα Εκπαίδευσης και Άμυνας είχε αποτυπώσει τα σωφρονιστικά της υπερκαταστήματα με τέτοιο τρόπο στα πληροφοριακά τις εγχειρίδια, που ένιωθα το υλικό του χάρτη να ζέχνει απειλή και φόβο. Και η Τράπεζα Εγώ διέτρεχε τώρα με το βλέμμα της νομούς και περιφέρειες, λες και έψαχνε ιδανικό προορισμό για να βολέψει τα παραθεριστικά απωθημένα της.
Κάπως έτσι το βλέμμα και ο δείκτης μου σταμάτησαν σε μια κουκίδα στο βορειοδυτικό διάζωμα του Μεταρχιπελάγους. Αναρωτήθηκα τι καιρό να κάνει σε εκείνα εκεί τα μέρη τέτοια εποχή, τι ρούχα να έπαιρνα μαζί μου. Ήταν μια ιδέα παράλογη και εξωφρενική. Και μόνο που είχα αρχίσει να το σκέφτομαι, ήταν σαν να είχα μπει σε έναν άνισο χορό με την παράνοια την ίδια. Και όμως, μια φάλτσα εμμονή μέσα μου μηχανικά επαναλάμβανε, τι έχεις να χάσεις, στ’ αλήθεια τι;
Είχα ως τότε διανύσει ανάποδα το χείμαρρο του χρόνου, παίζοντας ρόλους που οι άλλοι αρνιόντουσαν πεισματικά να δοκιμάσουν. Προσποιούμενος άλλους εαυτούς, όλες μου τις αποστολές τις έφερα σε πέρας. Κάθε φορά που έσβηναν στην αίθουσα τα φώτα, ζούσα ζωές που δε θυμάμαι ποτέ να γίνονται δικές μου. Πως θα μπορούσα να αφήσω έτσι απερίσκεπτα να πληγωθεί μια τέτοια αναπάντεχη καινούρια εμπειρία; Και ύστερα, αν το μετάνιωνα, αν δεν πετύχαινε το κόλπο, σε μια βδομάδα θα ήμουν και πάλι πίσω εδώ, στη θέση μου, να κοιτάζω από το παράθυρό μου τις μουριές και να γκρινιάζω για το θόρυβο στο δρόμο.
Δίπλωσα δύο φορές την υπό κλίμακα τσαλακωμένη Τετραρχία, στράγγιξα το δώρο που ο φίλος του πελάτη μου δε θα έπαιρνε ποτέ και έπειτα σηκώθηκα και πήγα να πλύνω τα μελανιασμένα από το χάρτη δάχτυλά μου.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου