Κυριακή, 27 Μαρτίου 2011

μαμά, διψάω! θέλω κι άλλο αίμα…

Τα τελευταία τέσσερα χρόνια μένω σε ένα διαμέρισμα στον τέταρτο όροφο ενός μικρού και γκρίζου πύργου στο κέντρο της πόλης. Το διαμέρισμα μου είναι πολύ μικρό. Για την ακρίβεια δεν είναι παρά ένα στενό, τετράγωνο δωμάτιο, αλλά μιας και μένω μόνος μου, είναι για μένα αυτό ακριβώς που μου αξίζει και χρειάζομαι. Και έπειτα έχω να περηφανεύομαι πως κανένας μόνος σε αυτήν την πόλη δεν είναι πιο μόνος από εμένα και κανένα δωμάτιο δεν είναι πιο δωμάτιο από το δικό μου, μέσα σε αυτό το παχύρρευστο, γκρίζο και σκουριασμένο αρχιπέλαγος.
Στους τρεις πρώτους ορόφους του πύργου υπάρχουν μόνο γραφεία και ιατρεία. Αυτό σημαίνει ότι τα βράδια δε μένει κανείς εκεί και έτσι, όταν νυχτώνει, είμαι ελεύθερος να ακούω μουσική δυνατά χωρίς να ενοχλώ κανέναν. Στα υπόλοιπα διαμερίσματα στον όροφό μου μένουν άνθρωποι που επίσης μπορούν τα βράδια χωρίς να ενοχλούν να ακούνε δυνατά μουσική. Καμιά φορά και έτσι, για αστείο συναγωνιζόμαστε ποιανού η μουσική θα ακουστεί πιο δυνατά, μα στο τέλος, συνήθως, καταλήγουμε να μην μπορεί κανείς να ακούσει τίποτα.
Στον πέμπτο και τελευταίο όροφο όλα σχεδόν τα διαμερίσματα είναι άδεια και ακατοίκητα. Υπάρχει μόνο ένα κομμωτήριο, το οποίο τα βράδια είναι επίσης και αυτό κλειστό και άρα η μουσική δεν μπορεί να ενοχλήσει τις κομμώτριες – αν και πιστεύω ότι ούτως ή άλλως αυτές τίποτα δε θα τις ενοχλούσε.
Επίσης, στα βάθη του διαδρόμου του πέμπτου ορόφου του μικρού μας γκρίζου πύργου υπάρχει ένα πάρα πολύ μικρό και σκοτεινό δωμάτιο, κάτι σαν πληγή στο αδύναμο κορμί του οικοδομήματος, που μέσα του κάποτε ζούσε ένα παιδί βρικόλακας.
Το παιδί αυτό έμενε μόνο του για πολλά χρόνια στο μικρό αυτό δωμάτιο. Κανείς δεν ξέρει πόσα ακριβώς. Όπως και κανένας δε θα μπορούσε με σιγουριά να μιλήσει για την ηλικία του παιδιού. Εγώ πάντως, αν και πάντα δυσκολεύομαι να μαντέψω τις ηλικίες των ανθρώπων, τις αιφνίδιες αλλαγές του καιρού και το αναμενόμενο τέλος αυτής της ιστορίας, δεν πιστεύω πως το παιδί βρικόλακας υπήρξε ποτέ πάνω από επτά χρονών.
Οι γονείς του νοίκιαζαν ετούτο το δωμάτιο για να μένει μόνο του, ελεύθερο και ανεξάρτητο ή με άλλα λόγια για να μένει μακριά τους και δεν ερχόντουσαν ποτέ να το επισκεφτούνε. Οι περισσότεροι από τους ενοίκους στον πύργο τους δικαιολογούσανε απόλυτα. Άλλωστε, το κέντρο βρίσκεται πάρα πολύ μακριά από όλα τα άλλα σημεία της πόλης και από οποιοδήποτε άλλο μέρος του πλανήτη γενικότερα.
Το παιδί βρικόλακας έβγαινε εξαιρετικά σπάνια από το δωμάτιό του και ποτέ μα ποτέ κατά τη διάρκεια της μέρας. Οι άλλοι έλεγαν πως ήταν αντικοινωνικό, μίζερο και παράξενο και ήτανε από πείσμα και αρρωστημένο εγωισμό που κρυβόταν από το φως του ήλιου και το βλέμμα των ανθρώπων. Εγώ πάλι πιστεύω ότι είχε να κάνει με το ότι το παιδί ήταν βρικόλακας, αν και θα συμφωνήσω πως δεν πρέπει λόγω της ιδιαιτερότητάς του αυτής να του δικαιολογούμε κάθε του πράξη και παράλειψη.
Οι κοπέλες που δουλεύουν στο κομμωτήριο ήταν οι μόνες στον πύργο που καμιά φορά τολμούσαν να έρθουν, κατά κάποιον τρόπο, σε επαφή μαζί του. Χτυπούσανε την πόρτα του κάποια απογεύματα μετά τη δουλειά και το ρωτούσανε ευγενικά, αν ήθελε να φάει μαζί τους. Εκείνο τότε άρχιζε να ουρλιάζει, σαν δαιμονισμένο, πως πολύ θα γούσταρε να φάει μία από αυτές ή και όλες τους ακόμα και μετά ξεσπούσε σε γέλια υστερικά και λόγια ακατανόητα και κοπανούσε την πόρτα του δωματίου του με τις γροθιές του για να τρομάξει τις κομμώτριες και να τις κάνει να φύγουν μακριά του. Μα εκείνες απομακρύνονταν πάντα αμέριμνες και χαμογελαστές, αφού καθόλου δε φαινότανε να τον φοβούνται. Οι κομμώτριες είναι ίσως οι μόνοι άνθρωποι που τίποτα και κανείς δεν μπορεί ποτέ να τους φοβίσει.
Τους τελευταίους μήνες άρχισαν να παρατηρούνται στις γειτονιές του κέντρου διάφορα αποτρόπαια και ειδεχθή εγκλήματα. Μικρά παιδάκια βρέθηκαν δαγκωμένα στο λαιμό, στα χέρια και αλλού και εντελώς αποστεγνωμένα από αίμα, δάκρυα και άλλα ζωτικά υγρά. Ολόκληρη η πόλη συνταράχθηκε και οι άνθρωποι άρχισαν να αναζητούνε οργισμένοι, περίεργοι και τρομοκρατημένοι το τέρας που κρυβόταν πίσω από ετούτο το απρόσκλητο κακό.
Στον δικό μου πύργο δεν υπήρξε κανένα παρόμοιο περιστατικό, αλλά όλοι -εκτός ίσως από τις κομμώτριες- καταλάβαμε πως για όλα αυτά ευθυνόταν το παιδί βρικόλακας του πέμπτου. Φυσικά, κανένας μας δε μίλησε, αφού το τελευταίο πράγμα που θέλαμε ήταν να αρχίσουν να πλακώνουν αστυνομίες και δημοσιογράφοι έξω από τις πόρτες μας. Αφού εμάς δε μας ενοχλούσε, γιατί να το μαρτυρήσουμε; Άλλωστε, εμάς στον πύργο το μόνο που μας ένοιαζε, ήταν να ακούμε δυνατά μουσική. Διαφορετικά, δε θα νοικιάζαμε διαμερίσματα στο κέντρο αυτής της πόλης, αλλά θα πηγαίναμε να μείνουμε σε κάποιο από τα μακρινά προάστια, εκεί όπου οι βρικόλακες ούτε να πλησιάσουν δεν τολμούν, αφού φοβούνται τους λυκάνθρωπους*.
Η αλήθεια είναι πως και παλιότερα σπάνια ασχολούμασταν με το παιδί βρικόλακα. Καμιά φορά, εγώ ίσως μονάχα, ρωτούσα το γέρο λαχειοπώλη που μένει στο διπλανό μου διαμέρισμα διάφορα σχετικά με τον μικρό -είναι κάτι μικρά ζιζάνια ερωτηματικά, που κατά καιρούς τρυπώνουν στο κεφάλι μου και δε λένε να με αφήσουν να ακούσω τη μουσική- και εκείνος μου απαντούσε με μία βεβαιότητα αφοπλιστική, που σε οποιοδήποτε άλλον θα φαινόταν τουλάχιστον ύποπτη. Όταν του έλεγα πως δεν μπορώ να καταλάβω με τι τρεφότανε και πώς κατόρθωνε να επιβιώνει το παιδάκι, έτσι όπως το είχαν ξεχασμένο οι δικοί του και αφού ούτε καν τις κομμώτριες δεν καταδεχότανε να του δώσουνε να φάει, εκείνος με διέκοπτε, διαλύοντας το σμήνος των ερωτηματικών μέσα στο μυαλό μου, φωνάζοντας για να ακουστεί πιο πάνω και από τη μουσική, «Με αίμα, φίλε μου, με αίμα! Βρικόλακας είναι. Τι θέλεις να τρώει; Παντεσπάνι;» Και έσταζε η σοφία από του γέρου λαχειοπώλη τα άσπρα γένια, καθώς τα χάιδευε, κοιτώντας κάπου έξω από το παράθυρο του φωταγωγού.
Δεν κοροϊδεύω και ούτε μου αρέσει να ειρωνεύομαι τους γείτονές μου. Ο παππούς είναι πραγματικά σοφός. Κάποτε κι εγώ ακόμα αμφέβαλα, αλλά τώρα πια είμαι σίγουρος πως ξέρει σχεδόν τα πάντα. Ένα βράδυ που κοιτούσαμε παρέα στην τηλεόραση κάποια εκπομπή για τη ζωή του Χίτλερ, σε κάποια στιγμή ο δημοσιογράφος έδειξε το σημείο στην αυλή της καγκελαρίας όπου τα φιλαράκια του τον έκαψαν μαζί με το κορίτσι του και ο γείτονάς μου έβαλε τα γέλια. Όταν τον ρώτησα γιατί γελάει, εκείνος δείχνοντάς μου τις στάχτες στην οθόνη, μου είπε, «Μα, είναι γελοίο! Δεν τον ακούς τι λέει; Αν θέλεις να ξέρεις, ο Αδόλφος ζει στην Ουρουγουάη και την περνάει μια χαρά. Και όποτε γουστάρεις, σε πάω να τον δεις!»
Τα πράγματα στον πύργο μας άρχισαν αιφνίδια να αλλάζουν ένα πρωί, όταν μέσα στο ασανσέρ βρέθηκε ένας από αυτούς τους νεαρούς με μηχανάκι, που εργάζονται τις νύχτες ως διανομείς στα εξωτικά εστιατόρια της πόλης. Όταν τον βρήκαμε ήταν ήδη από ώρα πια νεκρός. Κάποιος $ποιος άραγε;$ τον είχε δαγκώσει στο πόδι, πίσω από το γόνατο. Του είχε σκίσει το παντελόνι και το δέρμα και του είχε ρουφήξει όλο σχεδόν το αίμα. Όσο από αυτό είχε περισσέψει, σχημάτιζε στο πλάι του νεκρού μια μικρή λιμνούλα, την επιφάνεια της οποίας τάραζε με τη γλώσσα της μια απαίσια μαύρη γάτα, που είχε καταφέρει $άγνωστο πώς$ να τρυπώσει ανάμεσά μας, για να ξεγελάσει με τον άκομψο τρόπο της τη δίψα, τη φύση και ίσως την περιέργειά της. Επίσης του είχανε κόψει, μάλλον με τα δόντια, το αριστερό του αυτί, το οποίο όσο και αν ψάξαμε τριγύρω δε βρέθηκε πουθενά.
Την πίτσα, πάντως, «τέσσερα τυριά και επτά σαλάμια», που μετέφερε, την βρήκαμε ανέγγιχτη. Είχε βέβαια κρυώσει τόσες ώρες εκεί μέσα και έτσι προτιμήσαμε να μην τη δοκιμάσουμε, μην τυχόν και μας πειράξει. Το μηχανάκι του άτυχου νεαρού ήταν παρκαρισμένο στην είσοδο του πύργου με τη μηχανή του ακόμα αναμμένη, καθώς φαίνεται πως κανείς δεν μπήκε στον κόπο να το κλέψει. Πάνω στο μηχανάκι βρήκαμε τη φίρμα και το τηλέφωνο του εστιατορίου και ειδοποιήσαμε τα αφεντικά του να έρθουν να τον μαζέψουν. Στο μεταξύ, για να διευκολύνουμε το έργο της αστυνομίας, αρχίσαμε να ρωτάμε ο ένας τον άλλον, μήπως και βρούμε ποιος είχε κάνει τη μοιραία παραγγελία.
Δώδεκα λεπτά μετά έφτασε στον γκρίζο πύργο μας ισχυρή, πολύχρωμη και πολυδύναμη αστυνομική δύναμη, με επικεφαλής της έναν από τους καλύτερους υπαστυνόμους της πόλης, ο οποίος, αφού διαπίστωσε ότι ο θάνατος του νεαρού προήλθε από εγκληματική ενέργεια, φάνηκε ιδιαιτέρα πρόθυμος να βάλει την υπόθεση στο αρχείο και να μας στείλει όλους γρήγορα πίσω στα διαμερίσματά μας.
Και τότε ήταν που τρία απρόσμενα τηλεφωνήματα ήρθαν να αλλάξουν τα σχέδια της αστυνομίας και τις δικές μας τύχες. Ο νεαρός στο ασανσέρ δεν ήταν ένας τυχαίος νεαρός με μηχανάκι, αλλά ο αγαπημένος μοναχογιός του υπουργού Εμπορικής και Πολεμικής Ναυτιλίας και βαφτιστήρι του διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας Αίματος, Σπέρματος και Δακρύων. Προφανώς ο μικρός βρικόλακας είχε κάνει διάνα! Πρώτα ο φυσικός και μετά ο πνευματικός πατέρας του νεαρού τηλεφώνησαν διαδοχικά στον υπαστυνόμο για να του ζητήσουν να κάνει τα πάντα προκειμένου να πέσει άπλετο φως στην υπόθεση.
Ο συγκεκριμένος υπαστυνόμος ήταν ένα από τα σαράντα δύο δημόσια πρόσωπα που εμφανίζονταν σε καθημερινή βάση στην τηλεόραση και έτσι ήταν ήδη για όλους λίγο-πολύ δικός μας άνθρωπος. Αυτός μάλλον ήταν και ο λόγος που κανένας από τους ενοίκους του μικρού μας γκρίζου πύργου δε φάνηκε να ενοχλείται, όταν αυτός και οι άνδρες του άρχισαν να μας απευθύνουν τις ερωτήσεις τους με τρόπο εξαιρετικά ανάγωγο και ταπεινωτικό. Όταν όμως οι κομμώτριες άρχισαν να φλερτάρουν με τους νεαρούς αστυφύλακες και να ανταλλάσουν λοξές ματιές, χαμόγελα και πυροβολισμούς, ο υπαστυνόμος αναγκάστηκε να τους διώξει όλους και -αφού μας ζήτησε να του ψήσουμε καφέ- να συνεχίσει μόνος το δύσκολό του έργο.
Παραδόξως, το ποιος είχε παραγγείλει τη θρυλική πλέον πίτσα «τέσσερα τυριά και επτά σαλάμια» ήταν τελείως αδιάφορο στον υπαστυνόμο, αφού όχι μόνο δε μας ρώτησε τίποτα σχετικά, αλλά έβαλε και τα γέλια όταν η κυρία Ευγενία του ορκίστηκε ότι ουδέποτε παραγγέλνει έτοιμο φαγητό από έξω για τα παιδιά της και ότι τους μαγειρεύει καθημερινά αγνά και παραδοσιακά φαγητά της πόλης. Αυτό είναι αλήθεια. Το διαμέρισμα της κυρίας Ευγενίας είναι ακριβώς απέναντι από το δικό μου και είναι φορές που οι μυρωδιές από την κουζίνα της σχεδόν δε με αφήνουν να ακούσω τη μουσική. Όλα ετούτα, όμως, φαίνεται πως δεν είχαν καμία σημασία για την ιστορία, το νόμο και την έρευνα. Ο υπαστυνόμος επέμεινε να εξετάσει και τα επτά παιδιά της κυρίας Ευγενίας, τα οποία, παρεμπιπτόντως, δεν είναι και τόσο παιδιά, αφού το μικρότερο είναι αρκετά χρόνια μεγαλύτερό μου και μόνο το ύψος τους μοιάζει παιδικό.
Η επιμονή του αστυνόμου να ανακρίνει τους επτά νάνους του πύργου μας, που φοβισμένοι μούγκριζαν και στριμωχνόταν ο ένας πίσω από τον άλλον, προκάλεσε την έκρηξη της μάνας τους: «Γιατί τα βασανίζετε τα καημένα τα παιδάκια έτσι, κυρ αστυνόμε; Τι φταίνε αυτά; Γιατί δε ρωτάτε το παιδί βρικόλακα του πέμπτου τι έφαγε χτες το βράδυ;»
Δεν πρόλαβε να τελειώσει την κουβέντα της και έπεσαν να την κατασπαράξουν τα κορίτσια από το κομμωτήριο, που αμέσως ένιωσαν να κινδυνεύει ο προστατευόμενός τους. Ήταν, όμως, ήδη αργά. Ο υπαστυνόμος τέλειωσε τον καφέ του, σηκώθηκε, τεντώθηκε, με μια κίνηση θεατρική παραμέρισε τις γυναίκες και με μια κινηματογραφική κίνηση αμέσως μετά τις έκανε να σωπάσουν. Δυστυχώς, πριν προλάβουμε να απολαύσουμε την πολυτάλαντη προσωπικότητα του εκπροσώπου του νόμου, εκείνος μπήκε βιαστικά στο ασανσέρ, κλώτσησε έξω το μαύρο απαίσιο γατί, που κόντευε να αποξηράνει τη μικρή λιμνούλα με τα απομεινάρια του αίματος του άτυχου νεαρού και έφυγε βολίδα για τον πέμπτο.
Τότε κι εμείς αρχίσαμε να σκαρφαλώνουμε τις σκάλες, όλοι μας, άνθρωποι και κομμώτριες. Δεν ήταν και τόσο δύσκολο να ανέβουμε τρέχοντας τους πέντε ορόφους του μικρού μας πύργου. Οι περισσότεροι, άλλωστε, βρισκόμασταν σε εξαιρετική φυσική κατάσταση, αφού τελευταία κάθε μέρα εξασκούμασταν στο ολοκαίνουριο εμπορικό κέντρο**, που τότε μόλις είχε ανοίξει τις πύλες και τα πόδια του στα ανατολικά προάστια της πόλης.
Και ενώ μέχρι τον δεύτερο όλα πηγαίνανε καλά, ξαφνικά το φως του διαδρόμου έσβησε και πριν προλάβουμε να σκεφτούμε καν να το ανάψουμε ξανά, νιώσαμε όλοι μας κάτι τρομακτικό και ανεξήγητο, λες και γλιστρούσαν κάτω από τα πόδια μας το πάτωμα, η λογική και ο κόσμος. Ακολούθησε πανικός. Οι περισσότεροι από τους ενοίκους βρέθηκαν πεσμένοι στα τέσσερα και κάποιοι άλλοι άρχισαν να κουτρουβαλάνε πίσω ξανά προς το ισόγειο. Φωνές, βλαστήμιες και απειλές δόνησαν το οικοδόμημα και από κάπου, ίσως όχι και τόσο μακριά, μόλις που ακουγόταν μια ξεκούρδιστη κιθάρα να παίζει κάτι πένθιμο. Κι ύστερα, ένα άγριο δαιμονικό νιαούρισμα ήρθε και σκέπασε όλους τους άλλους ήχους. Το φως επέστρεψε και τότε μόνο είδαμε παράλυτοι από τρόμο και από έκπληξη δεκάδες γάτες να τρέχουν ανάμεσα μας. Εκατοντάδες μαύρα, πορτοκαλιά, γκριζοπράσινα γατιά κυλούσανε ορμητικά στις σκάλες ουρλιάζοντας έναν θρήνο φρικτά παράλογο, όλα μαζί, λες και είχανε μια και μοναδική φωνή.
Ο γατοποταμός κύλησε ανάμεσα στα αδύναμα κορμιά μας, κάτω από τα έκπληκτα μάτια και πλάι στα τρυφερά αυτιά μας και για μια στιγμή κόντεψε να ξεσκίσει τις αισθήσεις μας. Και έπειτα στέρεψε, μέχρι που η φωνή του ποταμού χάθηκε και αυτή σε κάποιο βάθος τόσο σπαρακτικό, που ποτέ κανείς μας δεν είχε ως τότε ονειρευτεί. Σηκωθήκαμε, κοιταχτήκαμε, κλείσαμε τα μάτια σαν να τα είχαμε πια δει όλα στον κόσμο, τα ανοίξαμε ξανά σαν να μην είχε συμβεί στη μέρα τίποτα και ύστερα αγκομαχώντας και κουτσαίνοντας πήραμε να ανεβαίνουμε το υπόλοιπο της σκάλας.
Όταν φτάσαμε στον πέμπτο, ο υπαστυνόμος ήταν ήδη εκεί, έξω από την πόρτα του παιδιού. Κρατούσε ένα τετράδιο και κάτι σημείωνε. Πλάι του ένας χοντρός άνδρας με τιράντες και γυαλιά του ψιθύριζε στο αυτί. Σε όλο το μήκος του διαδρόμου είχαν παραταχτεί πάνοπλοι αστυνομικοί με το δάχτυλο στη σκανδάλη και με το βλέμμα στο επόμενο ρεπό. Ανάμεσά τους φωτογράφοι, δημοσιογράφοι και ειδικοί είχαν τρυπώσει με σύνεργα και μηχανές, ενώ με αγκωνιές και βρυχηθμούς απειλούσε ο ένας να φάει τη δουλειά του άλλου. Έξω από τα ανοιχτά παράθυρα περνούσαν ζέπελιν και ελικόπτερα σε αλλόκοτους σχηματισμούς, ενώ μια φιλαρμονική, επάνω στην ταράτσα δοκίμαζε ένα ολοκαίνουριο εμβατήριο κουρδίζοντας τις χορδές της πόλης.
Ήταν φανερό πως ο υπαστυνόμος δεν μπορούσε να σκεφτεί και να λειτουργήσει μέσα σε αυτόν τον χαλασμό. Σήκωσε το δεξί χέρι στον αέρα και μέχρι να το φέρει πίσω ξανά στη θέση του, όλα τριγύρω είχανε σωπάσει. Όλος ο κόσμος κρατούσε την ανάσα του. Τότε μονάχα μπορέσαμε να ακούσουμε μέσα από την πόρτα το παιδί βρικόλακα να βγάζει τις γνωστές τσιρίδες του, λέγοντάς μας να φύγουμε όλοι μακριά, να το αφήσουμε ήσυχο, να πάμε να πνιγούμε μέσα στο ίδιο μας το αίμα και άλλα τέτοια όμορφα. Ο υπαστυνόμος, χωρίς να χάσει την ψυχραιμία του, του πρότεινε να ανοίξει την πόρτα και να τα πουν σαν άνδρες και να μην κάνει έτσι, σαν μικρό παιδάκι. «Μα είναι παιδάκι, υπαστυνόμε!», φώναξε μία από τις κομμώτριες, έλκοντας αυτομάτως πάνω της τον μισό τουλάχιστον αριθμό από πυροβόλα και κάμερες.
Ο υπαστυνόμος τότε ρώτησε ποιος είναι ο διαχειριστής του πύργου. Εμείς του απαντήσαμε πως δεν υπάρχει διαχειριστής και εκείνος, κοιτάζοντάς μας για πρώτη του φορά στα μάτια, είπε, «Τότε κύριοι, είσαστε όλοι σας διαχειριστές!» και ζήτησε από όλους μας να του δώσουμε το αντικλείδι του δωματίου. Όταν τον βεβαιώσαμε πως δεν υπάρχει αντικλείδι και πως η πόρτα του αγοριού ανοίγει μονάχα από μέσα, ο υπαστυνόμος τραβήχτηκε με τον χοντρό άνδρα με τα γυαλιά και τις τιράντες στην άκρη του διαδρόμου για να μιλήσουνε. Όμως τα έλεγαν τόσο χαμηλόφωνα, που τίποτα δεν μπορούσαμε να ακούσουμε εμείς, οι διαχειριστές, και έτσι περάσαμε αμέσως μέσα στο κομμωτήριο και ανοίξαμε την τηλεόραση να δούμε τη συνέχεια, αφού η αγωνία μας ήταν πια αβάσταχτη.
Εκεί μάθαμε πως το παιδί βρικόλακας ευθυνόταν για τουλάχιστον εκατόν έντεκα ανεξιχνίαστα εγκλήματα, πως οι συγγενείς των θυμάτων είχαν συγκεντρωθεί έξω από τον πύργο μας ζητώντας να αποδοθούν δικαιοσύνη και έμψυχα ανταλλάγματα και πως τα ιδιόμορφα εγκληματικά ένστικτα του παιδιού είχαν αρχίσει να εμφανίζονται από πολύ μικρή ηλικία, όταν στο σαλόνι του πατρικού σπιτιού του αναρριχιόταν στο έπιπλο της τηλεόρασης και έγλυφε με μανία την οθόνη.
Επίσης μάθαμε πολλά και διάφορα για εμάς και τις ζωές μας. Πράγματα για τα οποία κανένας μας δεν αισθανόταν όμορφα, μα που για όλους μας ήτανε πια αργά, πολύ αργά για να αλλάξει κάτι. Όμως τα καταφέραμε και αλλάξαμε κανάλι.
Στην άλλη πλευρά ήτανε ένας που ζητούσε την επαναφορά της θανατικής ποινής για κανιβάλους και βρικόλακες, ενώ ένας άλλος δίπλα του διαφωνούσε λέγοντας πως πρέπει να σεβόμαστε τις ιδιαιτερότητες των μειονοτήτων και να είμαστε πιο ανεκτικοί σαν κοινωνία απέναντί τους. «Διαφωνώ με το ότι είσαι βρικόλακας», έλεγε κοιτώντας τον φακό και όλους μας, «μα θα υπερασπιστώ, μέχρι τελευταίας ρανίδας του δικού μου αίματος, το δικαίωμα σου να πίνεις το αίμα των άλλων». Τη στιγμή εκείνη ένας εκκωφαντικός κρότος συντάραξε ολόκληρο το κτήριο και κάτι σαν σεισμός λίκνισε για μια στιγμή το μικρό μας γκρίζο πύργο πάνω στην αδιατάρακτη επιφάνεια της πόλης. Κλείσαμε την τηλεόραση και τρέξαμε ξανά πίσω στο διάδρομο.
Άνθρωποι και αστυνόμοι, όλοι στα γόνατα πεσμένοι έτριβαν τα μάτια τους και προσπαθούσαν να καθαρίσουν τις κάνες των μηχανών και τους φακούς των πυροβόλων τους. Χώμα, σκόνη και ντροπή πλανιόντουσαν στον αέρα και σκέπαζαν ό,τι κινιόταν και ανέπνεε. Και εκεί που κάποτε έστεκε η πόρτα η απόρθητη, που έκρυβε το παιδί βρικόλακα, τα άλλοθι και τις ενοχές μας, τώρα μια τρύπα στραβή, πλατιά και αστεία, σαν το στόμα χαζού δράκοντα, έχασκε και απειλούσε να ρουφήξει μέσα της τον κόσμο ολόκληρο.
Έσπρωξα φωτογράφους και ειδικούς για να κοιτάξω και να δω. Στριμώχτηκα ανάμεσα σε αυτά που γύρευα και εκείνα που απρόσκλητα μου ήρθαν, μήπως και βρω τι είχε απομείνει εκεί μέσα.
Και τότε είδα ένα παιδί γυμνό, στο πάτωμα κουλουριασμένο, στο αίμα του να επιπλέει, στο δάκρυ του θεού να βυθίζεται, να πνίγεται στο σάλιο των ανθρώπων. Και είχε τα δόντια του στο μπράτσο του βαθιά μπηγμένα, γουλιά-γουλιά να βιάζεται τη ζωή του να στερέψει, στάλα τη στάλα να μετράει ανάποδα το χρόνο μέχρι να το αφήσουμε και πάλι μόνο του.
Το παιδί και το δωμάτιο και ένας κόσμος εκεί έξω να απορεί. Και μια ζωή εκεί μακριά να περιμένει.
Όπως αναμενότανε μέχρι το βράδυ είχανε όλα ξεχαστεί. Όλοι μας τραβηχτήκαμε στα διαμερίσματά μας, κλειστήκαμε και στρίψαμε τρεις φορές το κλειδάκι μας στην πόρτα. Και αν γινόταν να γυρίσει το κλειδί και τέταρτη φορά, θα το είχαμε σίγουρα γυρίσει. Μα όσο και να προσπαθήσαμε να ακούσουμε τη μουσική -ποτέ ξανά δεν είχε ακουστεί στην πόλη τόσο δυνατά μουσική- δεν το μπορέσαμε. Από πάνω, πιο πάνω και από τον πέμπτο όροφο, ψηλά, κάτω από τον ουρανό, τα αστέρια και το τίποτα, οι κομμώτριες είχανε μαζευτεί να ξενυχτήσουν το νεκρό αγόρι. Και ο θρήνος τους είχε εξαφανίσει κάθε άλλο ήχο στον πύργο και στην πόλη.
Μα όσο και να φώναζαν και πάλι δεν τους έφτανε και έτσι άρχισαν τότε να χορεύουν. Βροντούσαν τα τακούνια τους στην οροφή να μην ακούσει η πόλη. Μην ακουστεί που λίγο παρακάτω, σε μια άλλη γειτονιά, την ώρα εκείνη, ένα άλλο παιδί βρικόλακας γεννιόταν.



*Οι λυκάνθρωποι, που επίσης επιβιώνουν πίνοντας αίμα και τρώγοντας σάρκες ωμές και ζωντανές, έχουν επιπλέον την παράλογη απαίτηση τα θύματά τους να γίνονται και αυτά λυκάνθρωποι, πράγμα στο οποίο οι βρικόλακες τελευταία φαίνονται πιο διαλλακτικοί. Οι ίδιοι οι λυκάνθρωποι δημιουργήθηκαν από λύκους που κάποτε δάγκωσαν ανθρώπους, αλλά δεν τους έφαγαν κιόλας -είτε ίσως γιατί δεν πεινούσανε και τόσο, είτε ίσως γιατί δεν τους άρεσε αυτό που δοκιμάσανε- και έτσι είναι μισοί λύκοι και μισοί άνθρωποι. Όταν όμως ένας λυκάνθρωπος επιλέξει έναν κανονικό άνθρωπο για να δαγκώσει, τότε ο άνθρωπος αυτός δε γίνεται ακριβώς λυκάνθρωπος, αλλά ανθρωπολυκάνθρωπος, αφού μόνο κατά το ένα τέταρτο υπάρχει στο εξής ο λύκος μέσα στο αίμα του. Έτσι οι διατροφικές συνήθειες δεν εξυπηρετούν μόνο τη διαιώνιση των ειδών, αλλά και την ανάμειξή τους.
**Το νέο εμπορικό κέντρο χτίστηκε πάνω στα ερείπια του πύργου της Βαβέλ και θεωρείται το όγδοο αρχιτεκτονικό θαύμα του κόσμου, ανώτερο των προηγούμενων επτά. Συμβολικά του δόθηκε το όνομα «Τα Ερείπια του Πύργου της Βαβέλ».

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου