Τετάρτη, 23 Μαρτίου 2011

Ήταν ένα μικρο καράβι

Το είχαμε κανονίσει από καιρό. Από τον χειμώνα ακόμα. Φροντίσαμε να πάρουμε όλοι τις άδειές μας τις ίδιες πάνω κάτω μέρες. Για τις λεπτομέρειες φρόντισε κάποιος από την παρέα που το είχε ξανακάνει. Ήταν και κάποιος άλλος που είχε δίπλωμα ανοιχτής θαλάσσης. Κι έτσι δεν χρειάστηκε να νοικιάσουμε και πλήρωμα. Οι υπόλοιποι που δεν ξέραμε, θα μαθαίναμε. Κι ας μην τα είχαμε καταφέρει ούτε καν στην ανοιχτή στεριά ακόμα.
Έτσι ξεκινήσαμε για ένα μακρύ ταξίδι μες στου Αιγαίου τα νερά. Δώδεκα άνθρωποι, όλοι διαλεχτοί. Παιδιά βασιλιάδων όλοι μας. Κι έμοιαζε με κιβωτό το καραβάκι μας, με όλα τα είδη των ανθρώπων έτσι μαντρωμένα.
Οι πρώτες μέρες πέρασαν ξέγνοιαστα. Οι δεύτερες εξωφρενικά. Λίγο οι ορίζοντές μας που ξαφνικά μεγάλωσαν. Λίγο που το ποτό δεν έλεγε να στερέψει. Τα πάθη απελευθερώθηκαν. Αποχαλινωθήκαμε. Όλου του κόσμου τους δεσμούς έτσι, εν πλω τους ξαναδέσαμε. Όλης της μίζερης ζωής μας τα δεσμά έτσι, εν θερμώ να κόψουμε βαλθήκαμε.
Οι μέρες όμως περνούσαν και το μικρό καράβι σε κανένα λιμάνι δεν έφτανε. Κανένα από τα αναρίθμητα νησιά δεν ερχόταν να μας συναντήσει. Κάποιοι άρχισαν να ανησυχούν. Και της ανησυχίας τους τα χρώματα πήρε να βάφεται το αρχιπέλαγος. Ταράχτηκε κι αυτό και έβγαλε το γαλάζιο του που έπαψε πια να του πηγαίνει.
Μετά τις μέρες άρχισαν να περνάνε κι οι εβδομάδες. Μεγάλωνε η ανησυχία, θέριευε. Άλλοι κρυφά, άλλοι δειλά δοκίμαζαν το ανεξήγητο να ερμηνεύσουν. Τίποτα δεν κατάφερναν. Φορτίο περιττό του ανθρώπου οι ερμηνείες, μίλια μακριά τις είχαμε βυθίσει. Μόνο εγώ είδα, ένα βράδυ που οι άλλοι είχαν αποκοιμηθεί, από το βάθος του ορίζοντα το κακό με δρασκελιές να πλησιάζει. Μα το πρωί κανένας δεν με πίστεψε. Και το ‘χασα έτσι άδικα το στοίχημα που είχαμε σιωπηλά ορίσει. Πως όποιος πρώτος το αντίκριζε, δικαίωμα να το βαφτίσει όπως ήθελε θα είχε. Και σε πέντ’ έξι εβδομάδες σώθηκαν όλες οι τροφές.
Αρχίσαμε να ψαρεύουμε. Μα είχαν και τα ψάρια σαν τα νησιά κι αυτά εξαφανιστεί. Μονάχοι απομείναμε. Δώδεκα άνθρωποι σε ένα μικρό καράβι. Ανάμεσα στη θάλασσα και τον ουρανό. Στη ρωγμή του χρόνου. Στο πουθενά. Μετά μας έλειψαν και οι νύχτες. Ζούσαμε μια μέρα ατελείωτη. Χωρίς ήλιο. Μόνο φως. Φως εκκωφαντικό. Να ταξιδεύουμε σε ένα απέραντο, διαβολικό λευκό. Κάποιος για αστείο είπε πως είχαν οι μέρες τις δημιουργίας ερήμην του Θεού την αντίστροφη πορεία τους διαλέξει.
Και τότε ρίξαμε τον κλήρο.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου