Παρασκευή, 25 Μαρτίου 2011

Μεσάνυχτα ακριβώς

Είχα κάποτε έναν φίλο που ήθελε να καταστρέψει τον κόσμο. Τελικά, μάλλον δεν τα κατάφερε. Αν και προσπάθησε πολύ. Το κεφάλι του πάντως το έφαγε. Ωραίος τύπος. Κρίμα. Πολύ κρίμα.
Ένα μεσημέρι με πήρε και με ξύπνησε. Με πήρε και με σήκωσε. Με είχε ανάγκη. Με ήθελε για πειραματόζωο. Να δοκιμάσει πάνω μου το νέο του υπερόπλο. Με αυτό, έλεγε, θα κέρδιζε μιας πιτσιρίκας την καρδιά. Και θα έκανε τον γαμημένο άξονα της Γης να σταματήσει να γυρίζει. Προσφέρθηκα. Το ήξερα πως κινδύνευα. Αλλά γι’ αυτό δεν είναι οι φίλοι; Άλλωστε τόσες ζωές στο δοκιμαστικό σωλήνα της ταπεινής μου ύπαρξης τόσα πειράματα ανέχθηκα. Ας το έκανα για άλλη μια φορά. Για κάποιον φίλο. Για ιερό σκοπό.
Έφτασα μεσάνυχτα στο εργαστήρι του. Ήταν χτισμένο πάνω σε βράχο μυτερό. Στο κέντρο της Λιμνούπολης. Στην καρδιά της Βαβυλώνας. Στη γειτονιά των πορνών. Των βδελυγμάτων της Γης. Βδέλυγμα κι εκείνος, μόνο ανάμεσά τους μπορούσε με άνεση να ζει και να δημιουργεί.
Μεσάνυχτα μπήκα στο εργαστήρι του. Μεσάνυχτα βγήκα. Δηλαδή, όταν βγήκα, τα μεσάνυχτα ήμουν εγώ. Ξαναγεννήθηκα στο εργαστήρι του και πήρα τη μορφή του δώδεκα ακριβώς. Μαύρα μεσάνυχτα. Έτσι, υποτίθεται, τον σύμπαντα κόσμο θα κατακτούσαμε.
Μα δεν προλάβαμε. Ξημέρωσε και του έκαψε του φίλου η αυγή τα μάτια και τα όνειρα. Κι απέμεινα εγώ, μεσάνυχτα ακόμη ακριβώς, να προσποιούμαι πως είμαι δώδεκα το μεσημέρι.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου