Τετάρτη, 2 Μαρτίου 2011

το κεφάλαιό μου (συνέχεια)

Η τραπεζαρία της φυλακής ήταν από μόνη της μια νέα κραυγαλέα αποκάλυψη μέσα σε εκείνον τον ολοκαίνουριο, μα ελάχιστα γενναίο, κόσμο.
Το κυβικό κελί, τα ομόκεντρα στρώματα των διαδρόμων, οι εντοιχισμένοι δεσμοφύλακες, η αισθητηριακή μου απομόνωση, ακόμα και αυτός ο τετραγωνισμένος ουρανός, όλα αυτά μπορούσαν να ξεπεράσουν ακόμα και την πιο χθόνια και φαύλη φαντασία μου. Αλλά εκείνο το αχανές δωμάτιο, όπου με οδήγησε αυτό το άπιστο ομοίωμα γυναίκας, δεν είχε τίποτα απολύτως να ζηλέψει από όλα μαζί τα μεγαλιθικά αντιμνημεία των αυθαίρετων κινηματογραφικών στερεοτύπων μου.
Η έκτασή του φάνταζε απάνθρωπα υπεράνθρωπη, αφού με δυσκολία κατόρθωνα να διακρίνω τους τοίχους που οφείλουν –υποτίθεται- να οριοθετούν κάθε φορά τον εκάστοτε δομημένο χώρο. Και αν είχε μια ελάχιστα μόλις πιο ψηλή από εκείνη οροφή, που να μαντρώνει το αρχιτεκτονημένο χάος, εύκολα θα μπορούσα να σκαρώσω πίσω από τα μάτια μου μια δραπετεύουσα παραίσθηση υπαίθρου.
Η εξωφρενική ασυμμετρία ανάμεσα στο πολυμετρημένο μου κελί και στην τραπεζαρία υποήπειρο παραδόξως στην αρχή καθόλου δε με ενόχλησε, αλλά αντιθέτως μου μετέδωσε μια αμετάφραστη μυστηριώδη ευφορία. Ακόμα ήμουν μες στη φυλακή και η πύλη της εξόδου εξακολουθούσε να είναι για εμένα, όχι μονάχα μακρινή και απρόσιτη, αλλά κάπου μακριά χαμένη, στα σύνορα του σύμπαντος. Κανένας, από το προσωπικό και τη διεύθυνση, δεν είχε δείξει ως τώρα την παραμικρή διάθεση να πάρει τις διαμαρτυρίες μου στα σοβαρά και έστω να με ακούσει. Και μάλλον ο από μηχανής, αναγκαίος και ικανός, θεός, που θα έδινε ίσως τέλος σε αυτήν την παρεξήγηση, φαίνεται πως είχε πια από καιρό τεθεί εκτός της θείας λειτουργίας.
Και όμως, αυτή η αιφνίδια απόσπαση, μέσα στην κλίμακα του σωφρονιστικού οικοδομήματος, με είχε σχεδόν ενθουσιάσει. Άλλωστε, εάν υποτίθεται πως μου είχε ήδη χρεωθεί κάποιο δωμάτιο σε κάποιο είδος δομημένης κόλασης, δε θα περίμενα ποτέ ο μεταφυσικός μου αρχιτέκτονας να μου έχει επιφυλάξει τίποτα περισσότερο από ένα ξύλινο μικροσκοπικό κουτί, που ίσα-ίσα να χωρά τη σφηνωμένη μου ανυπαρξία.
Ωστόσο και πέρα από την απροσδόκητη αλλαγή του περιβάλλοντός μου, υπήρχε εκεί, μέσα σε αυτήν την υπεραίθουσα, μια πρόκληση ακόμα μεγαλύτερη για τις υποανάπτυκτες αισθήσεις μου. Πέρα από τους κίτρινους, σιωπηλούς και ανέκφραστους φρουρούς, που είχαν ακροβολιστεί σε όλο το κτηνώδες μήκος της τραπεζαρίας και μέχρι τα αγεωγράφητά της βάθη, για πρώτη φορά μπορούσα επιτέλους να δω από κοντά και άλλους φυλακισμένους. Όχι μόνο δεν ήμουν ο μοναδικός τρόφιμος αυτής της φυλακής, αλλά ο πληθυσμός των συγκρατούμενων έμοιαζε να συναγωνίζεται επάξια την άμμο της θαλάσσης.
Ήταν όλοι τους εκεί. Καθισμένοι τέσσερις-τέσσερις γύρω από αμέτρητα, στρατηγικά –λες- τοποθετημένα μεταλλικά τραπέζια, χτυπούσαν τις πλαστικές τους κούπες με ορμή σκορπώντας τριγύρω σπάταλα το περιεχόμενό τους. Και βγάζοντας ήχους, μάλλον κωμικούς, προσποιούνταν ανεπιτυχώς κρυστάλλινες προπόσεις. Όλοι ντυμένοι ομοιόμορφα, άλλοι με μαύρες και άλλοι με λευκές στολές, σαν πιόνια ενός γλεντιού επιτραπέζιου, αντάλλασαν τρομακτικές ακατανόητες ευχές σε όλες τις γλώσσες των μέχρι χθες ελεύθερων ανθρώπων. Ήταν ήδη όλοι τους εκεί και εγώ μόλις που είχα φτάσει τελευταίος.
Η απότομη μεταφορά, από τη μόνωση του αυτοπαθητικού κελιού μες στο πυκνοκατοικημένο χάος, δεν άργησε να μου εμπνεύσει τελικά μια αναπόφευκτη κοινωνική ναυτία, καταπνίγοντας τον πρόωρό μου ενθουσιασμό. Οι μισανθρωπικές φοβίες μου άρχισαν να αφυπνίζονται ξανά μες στην πολλή συνάφεια του κόσμου, μέχρι που έφτασα να σκέφτομαι πως θέλω να επιστρέψω στο κελί και έτσι, λίγο αμήχανα λίγο μηχανικά, άρχισα να πισωπατώ, μήπως και το προλάβω ελεύθερο ακόμα.
Αμέσως τότε η ξανθιά υποδαίμονας, που με είχε φέρει ως εκεί, έσπευσε να με σταματήσει, καρφώνοντας στο μπράτσο μου βαθιά τα δάχτυλά της. «Μα τι κάνετε; Που θέλετε να πάτε; Καθίστε, σας παρακαλώ! Σε λίγο ξεκινάει». Και δείχνοντάς μου ένα κάθισμα κενό στη μόνη ίσως ασυμπλήρωτη τετράδα, με έσπρωξε να χαθώ μέσα σε εκείνο τον φουρτουνιασμένο ανθρωπωκεανό.
Τράβηξα το χέρι μου να απελευθερωθώ, μα βλέποντάς την να αγγίζει το ρευματοφόρο ρόπαλο στη μέση της και ύστερα νιώθοντας τα βλέμματα της κίτρινης υποτιμητικής φρουράς να με μετρούν, άρχισα τότε να φωνάζω. Τι γίνεται εδώ πέρα; Ποιοι είστε όλοι εσείς; Τι γυρεύω εγώ εδώ ανάμεσά σας;
Οι υπόλοιποι κρατούμενοι, λες και η έκρηξή μου τους είχε άξαφνα ληστέψει τις φωνές, έστρεψαν τα κεφάλια τους, βουβοί και απορημένοι, προς το μέρος μου. Τι θέλετε, επιτέλους; Τι με κοιτάτε, έτσι; Τι περιμένετε; Μιλήστε!
Και τότε άκουσα ένα δειλό μουρμουρητό να ξεκινάει σιγά-σιγά να ρέει από μακριά, από της υπεραίθουσας τα βάθη και ύστερα κυλώντας όλο και πιο πολύ ορμητικά ανάμεσα από των κρατουμένων τις τετράδες το είδα καταπάνω μου να έρχεται. Οι φύλακες, με τη ροπαλοφόρα τους καταστολή να κρέμεται ήδη από τα χέρια τους, φάνηκαν να κοιτούν μία εμένα και μια το κύμα αναποφάσιστοι, μην ξέροντας προς ποια κατεύθυνση να στρέψουν την αντίδραση.
Τότε κάποιος από τους συγκρατούμενους, ένας από αυτούς με τις λευκές στολές, σηκώθηκε και δείχνοντάς με είπε, με όσο γινόταν πιο δυνατή φωνή, «αυτός είναι!». Σκέφτηκα πως παίζουν μάλλον πρώτα τα λευκά και περιμένοντας των μαύρων την απάντηση, αισθάνθηκα το φως να χαμηλώνει μες στην αίθουσα. Και τότε ακούστηκε η φωνή μέσα από τα αόρατα μεγάφωνα. «Καθίστε, κύριε Αντάμης, σας παρακαλώ! Οι τρόφιμοι ετούτου του ιδρύματος για άλλο λόγο έχουν απόψε εδώ συγκεντρωθεί. Μην προσπαθείτε άλλο πια να κλέψετε την προσοχή και την παράσταση. Δε σας ανήκει η βραδιά. Καθίστε, σας παρακαλώ!» Τα λόγια του με έκαναν να ντραπώ και διαμαρτυρόμενος σωπαίνοντας, άφησα τη φωνή του θείου-θεού διευθυντή και το ξανθό του εξαπτέρυγο να με οδηγήσουν στο τραπέζι μου.
Οι άλλοι τρεις κρατούμενοι που κάλυπταν τις υπόλοιπες πλευρές του συνέχισαν να με κοιτούν επίμονα. Διάβασα στο βλέμμα του ενός τον τρόμο μπροστά στη νεογέννητη απειλή. Στου άλλου είδα την ενόχληση για τον καινούριο φωνακλά παρείσακτο. Ο τρίτος μου έκλεισε το μάτι και σκύβοντας με θράσος προς το μέρος μου σφύριξε, «με θυμάσαι, ε; Σίγουρα εμένα με θυμάσαι!». Ήταν ο Κάπα! Ο ψευτοφύλακας πελάτης μου, που με έπεισε –στ’ αλήθεια δε θυμάμαι πως- να συμμετάσχω σε αυτήν τη φαρσοτραγωδία. Τον άρπαξα από το γιακά, μα εκείνος χαμογελαστός μου έδειξε το ροπαλοφρουρό πάνω από το κεφάλι μου. Τον άφησα και φρόνιμα ακούμπησα την πλάτη μου στο κάθισμα. Θα τα πούμε μετά εμείς οι δύο, κάθαρμα! «Μετά; Δεν υπάρχει άλλο μετά. Αυτό είναι το μετά. Φίλε μου, καλώς όρισες!»
Το φως στην αίθουσα κόντευε να στερέψει, όταν από το πιο απομακρυσμένο τμήμα εκείνης της σχεδόν ουράνιας οροφής άρχισε ξαφνικά να ξετυλίγεται ένα γιγάντιο λευκό πανί, καλύπτοντας όλο το πλάτος του εντοιχισμένου ορίζοντα. «Αγαπητοί μου φίλοι, καλώς ήρθατε! Όπως ήδη οι περισσότεροι γνωρίζετε και σίγουρα φαντάζεστε οι υπόλοιποι, έφτασε η μεγάλη νύχτα. Απόψε τα πιο δυσβάσταχτά μας ερωτήματα θα συναντήσουν την μοναδική απάντηση. Απόψε θα λυθούν οριστικά όλα τα προπατορικά αινίγματα. Ήδη, εδώ και λίγη ώρα, το τηλεπαθητικό δίκτυο της αγίας Τετραρχίας μας βρίσκεται σε ολοζώντανη σύνδεση με το επέκεινα και μεταδίδει ήχους και εικόνες από την πρώτη επανδρωμένη αποστολή στο θάνατο. Τα λόγια, όμως, περισσεύουν ετούτη τη στιγμή. Η διεύθυνση της φυλακής, η Τράπεζα Δικαιοσύνης και Ασφάλειας και η άδεια θέση του Προέδρου μας σας εύχονται καλή τύχη!»
Οι τελευταίες λέξεις χάθηκαν μέσα σε τριγμούς και σε παράσιτα, την ώρα που πάνω στην επιφάνεια της υφασμάτινης οθόνη άρχισε να αργοσαλεύει μια απόκοσμη γαλαζωπή ομίχλη. Ψηλά, στο πάνω μέρος της προβαλλόμενης εικόνας ξεχώριζε το έμβλημα της Κοσμοτράπεζας, δίπλα ακριβώς στα υποδειγματικά προφίλ των δυο γερμανοφιλοσόφων, ενώ εκείνο του Μπιουκάναν έμοιαζε να είχε χειρουργικά αφαιρεθεί. Κάτω, στη βάση της οθόνης έτρεχε κάποιο κείμενο, από το οποίο το εύρος της απόσταση και η ταχύτητα της εκπομπής δε μου επέτρεπαν παρά να συγκρατήσω κάποια σκόρπια αποσπάσματα, «Ερμής 33, ψυχοδρόμιο, προς Γαλάτες επιστολή, Γκονζάλες, ζωή…». Θάνατος και ξανά ζωή και ένα σμήνος ερωτηματικά, λατινικά και ελληνικά, ξοπίσω της να την καταδιώκουν.
Κάθε φορά που διακοπτόταν ο βόμβος του σήματος της εκπομπής, έφτανε ως τα αυτιά μου ένας άλλος ήχος διαφορετικός, πολύ πιο αλλιώτικος από όσα είχα στη ζωή μου ως τη στιγμή εκείνη ακούσει. Κάτι σαν το συμπύκνωμα μιας φοβερής κραυγής ολόκληρης της ανθρωπότητας, που έμοιαζε να βαράει ρυθμικά το περιτείχισμα της φυλακής, δημιουργώντας ολοένα και ισχυρότερους παλμούς στο οικοδόμημά της. Γύρισα προς το φύλακα που έστεκε πίσω από το τραπέζι μου. «Τι είναι αυτό;» πρόλαβε να μου κλέψει την ερώτηση, ενώ ο φόβος πλημμύριζε σιγά-σιγά το βλέμμα του και τη φωνή του.
Πες, τι φοβάσαι πιο πολύ, εκείνο που δείχνει το πανί ή αυτό που κρύβει ο τοίχος, ξεκίνησα να του επιστρέφω την ερώτηση, αλλά δε με άφησε η επιστροφή του ήχου στην οθόνη. «Σμηναγέ Γκονζάλες με ακούς; Λέρος προς θανατοσκάφος Ερμής 33, λαμβάνει κανείς; Απαντήστε!» Η απάντηση έμοιαζε να ξεπηδάει μέσα από ένα περιστρεφόμενο γαλάζιο σύννεφο και η αντανάκλασή της ερχόταν κατευθείαν από το πουθενά για να θερίσει όλους αυτούς που γέμιζαν με τις υπάρξεις τους το κάπου. «Σε ακούω Λέρος. Είμαι ο μαθηματικός σύμβουλος της αποστολής και είμαι νεκρός.» Για μια στιγμή εκείνη τη στιγμή το παγωμένο αίμα ανάμεσα στα μάτια μου με άφησε να ξεχωρίσω μια μικρή αναλαμπή που άστραψε στο παραπέτασμα. Αναρωτήθηκα αν, άραγε, την πρόσεξαν και οι άλλοι. Μα εκείνη την ελάχιστη στιγμή, μέσα στον άπαντα εκείνο πληθυσμό, για τον καθένα από εμάς θα ήταν λες και άλλοι δεν υπήρχαν. «Λέρος προς κύριο Μι. Που βρίσκεσαι; Έχεις επαφή με τα υπόλοιπα μέλη της αποστολής;» Ο ήχος χάθηκε ξανά για να επιτρέψει στον εξωτερικό ορυμαγδό να εισβάλει μέσα από του τείχους τις ρωγμές και να γλιστρήσει μέσα από τις χαραμάδες του συστήματος. Φύλακες και κρατούμενοι είχαν στραφεί και πάλι προς το μέρος μου και όλοι μαζί χόρευαν πια για τα καλά με το ρυθμό του πανικού τους. «Τι είναι αυτό;», ακούστηκε ξανά η φωνή μέσα από τα μεγάφωνα και πλέον γνώριζα πολύ καλά σε ποιον απευθυνόταν η ερώτηση.
Ξεκίνησα να σκέφτομαι όσο πιο γρήγορα οι συνθήκες το επέτρεπαν, την ώρα που ο μέσα μου σεισμός συναγωνιζόταν επάξια τον έξω από τα τείχη. Δικιά μου ήταν από την αρχή αυτή η ιστορία. Εγώ την πήρα από το χέρι και μόνος μου την είχα φέρει ως εδώ. Και έτσι σε εμένα, φυσικά, έπεφτε τώρα το βάρος της απόδειξης.
Κοίταξα τότε τον Κάπα απέναντί μου. Ήταν ο μόνος εκεί μέσα, ίσως ο τελευταίος άνθρωπος μέσα στη φυλακή και πάνω στον πλανήτη που είχε παραμείνει σταθερός και ψύχραιμος στη θέση του. «Αυτό είναι! Αυτό δεν έψαχνες; Για αυτό δεν ήρθες να κάτσεις στο τραπέζι μας; Για αυτό δε δέχτηκες να μπεις μες στο παιχνίδι; Λοιπόν, σε ακούμε. Ήρθε η ώρα σου! Κοίτα καλά τριγύρω σου! Τέτοιο κοινό ξανά που θα το συναντήσεις; Τέτοιο σπουδαίο ακροατήριο! Όλοι εδώ βρισκόμαστε. Μίλα!»
Δεν ξέρω. Δεν έχω ιδέα, ειλικρινά. Κάποτε νόμιζα πως γνώριζα, αλλά δεν ήθελα να μοιραστώ τη δήθεν γνώση μου μαζί σας. Ήθελα μόνο για εμένα να κρατήσω την αλήθεια την κακιά και όλους εσάς να σας αφήνω να κυλιέστε μέσα στης καλοσύνης σας τον παγωμένο βούρκο. Ύστερα, κάποτε κατάλαβα την ίδια την απάτη μου, μα είχα ήδη στο μεταξύ πιστέψει πως με είχε η τύχη μου στολίσει με μια υψηλή αποστολή, να γίνω εγώ της ιστορίας ο ψευδάγγελος. Τώρα όμως που η ιστορία αυτή έγινε και δικιά μου, τώρα που όλοι βρίσκουν άνοιγμα για να τρυπώσουν μες στο δικό μου παραμύθι, τώρα ούτε μια λανθασμένη απάντηση δεν έχω να σας δώσω. Δε βρίσκω τρόπο να σας πω, δε βλέπω έξοδο για να σας υποδείξω, δεν ξέρω πως θα μπορούσε κάποιος να τα εξηγήσει όλα αυτά και τέλος, δεν έχω -πιστέψτε με!- ιδέα αν κάποτε εγώ που σας μιλώ θα βρω το δρόμο να επιστρέψω στη στιγμή όπου αρχίσαν όλα. Η απάντηση μου δυστυχώς, για όλους αυτούς τους παραπάνω λόγους – που στην πραγματικότητα είναι μονάχα ένας, είναι πως τελικά απάντηση σωστή ποτέ δε θα υπάρξει.
Αυτά περίπου σκόπευα να τους πω και με τον τρόπο αυτό το έγκλημα μου έτσι να ομολογήσω, μα όταν άνοιξα το στόμα μου, αντί για τη δική μου τη φωνή, ήρθε ξανά του άλλου κόσμου ο ήχος να με σώσει. «Λέρος, με ακούς; Ακούστε με όλοι σας καλά, όσοι μπορείτε ακόμα. Και οι υπόλοιποι ρωτήστε εκείνους που μπορούν να σας το εξηγήσουν. Δεν υπάρχει σμηναγός Γκονζάλες πια. Δεν υπάρχει καμιά αποστολή. Δεν έπρεπε εμένα εδώ μαζί τους να με στείλετε. Δεν χρειάζονται τα μαθηματικά εδώ. Λίγη αριθμητική μονάχα ίσως να ήταν αρκετή. Λέρος, με ακούς; Λέρος, υπάρχει πρόβλημα…»
Και τότε ήταν λες και ο κόσμος των νεκρών να έδωσε με τις τελευταίες λέξεις του αυτές το σύνθημα που περιμέναν όλοι. Τράβηξαν σχεδόν αυτόματα τα ρόπαλα οι δεσμοφύλακες και μην αντέχοντας να περιμένουν να τους χιμήξουν οι κρατούμενοι, μονάχοι τους ξεκίνησαν να σπάν ο ένας του άλλου το κίτρινο κεφάλι. Μαζεύτηκαν, στριμώχτηκαν κάτω από του τείχους το πιο αδύνατο σημείο, εκεί όπου το οικοδόμημα είχε αρχίσει ήδη να ραγίζει, αφήνοντας σιγά-σιγά δειλές δεσμίδες αληθινού φωτός να εισβάλουν μες στην αίθουσα. Και εκεί, κάτω από του συστήματός τους τη ρωγμή, έπεσαν όλοι τους μέχρι τον τελευταίο.
Και ύστερα η μάχη γενικεύτηκε, με τους λευκούς να ρίχνονται στους μαύρους, που αμέσως έσπευσαν και αυτοί τότε να ανταποδώσουν. Και αφού τα ρόπαλα των νεκρών φρουρών δεν ήταν πλέον αρκετά για να καλύψουν της σύρραξής τους τις ανάγκες, οι αντιμαχόμενοι άρχισαν αμέσως να οπλοποιούν ό,τι έβρισκαν μπροστά τους. Άλλοι κομμάτιαζαν τα τραπεζοκαθίσματα και τσάκιζαν τα κόκαλα των αντιπάλων τους με τα ακρωτηριασμένα μεταλλικά τους μέλη και άλλοι τους ήδη πληγωμένους τους αποτελείωναν συνθλίβοντας τους με πέτρες από το τείχος που κατέρρεε. Και ολοένα αναζητώντας νέα πολεμοφόδια από του φυλακής τα αρχαία υλικά, βοηθούσαν άθελά τους με τον τρόπο αυτόν το έργο της κατάρρευσης.
Μέσα στο μακελειό προσπάθησα και εγώ, όντας μάλλον αόρατος, να εντοπίσω τον Κάπα ή έστω την ξανθιά, έτσι ώστε να πάρω το κομμάτι μου, αυτό που μου αναλογούσε από την πίτα της εκδίκησης και ίσως ελπίζοντας πως αν τους καταδίωκα, αυτοί θα με οδηγούσαν στον διευθυντή ή σε κάποιον άλλο στόχο ανώτερο, ψηλά στη μοχθηρή βαθμίδα. Και όμως, ήταν λες και είχαν και οι δυο τους πια εξαφανιστεί, λες και τους είχαν καταπιεί τα αφρισμένα κύματα, που είχε ήδη το χειμαρρώδες αίμα γύρω μου σχηματίσει.
Και τότε το τείχος υποχώρησε. Και ήταν σα να γκρεμίζονταν μαζί με αυτό και οι στήλες που για εκατόν έντεκα αιώνες κρατούσαν ψηλά τον ουρανό στη θέση του. Και θάφτηκε για πάντα κάτω από τα συντρίμμια του ότι είχε απομείνει από του πολέμου τα αποδεκατισμένα υποστυλώματα. Και πάνω από τα ερείπια, τα θύματα και τον πολιτισμό άρχισαν τότε να προβάλουν τα σκεπασμένα πρόσωπα των άγνωστων εισβολέων.
Τους κοίταξα στα μάτια, αφού, μέσα από τη σκόνη και τον όλεθρο, μόνο εκείνα μόλις που ξεχώριζαν. Οι περισσότεροι από αυτούς ήταν παιδιά ακόμα. Ήμουν και εγώ κάποτε, σαν και αυτούς, παιδί και μου άρεσε πολύ να σκαρφαλώνω στα χαλάσματα, μα γρήγορα το ξέχασα αυτό και άρχισα να γερνάω ανυψώνοντας και εγώ τριγύρω μου πύργους και μαυσωλεία.
Τσαλαβουτώντας με το γυμνό μου πόδι στη λάσπη της τελευταίας επανάστασης, παραπατώντας πάνω στο μοναδικό παπούτσι μου, μέσα από το αίμα των θυσιασμένων γλίστρησα, πάτησα στις ξαπλωμένες πέτρες της οργής και επέστρεψα στον κόσμο.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου