Σάββατο, 30 Αυγούστου 2014


Τη μέρα εκείνη του μακελειού, του τηλεφωνήματος, του αναπάντεχου «τι γίνεται;» και του δειλού «δεν ξέρω», είχε φύγει πολύ νωρίτερα από τη δουλειά. Είχε ακούσει πως λόγω των επεισοδίων το κέντρο θα ήτανε κλειστό. Φοβήθηκε ότι και εκείνο το καφέ με το όνομα το τόσο ακατανόητο, στο οποίο τα μεσημέρια σύχναζε, δεν θα είχε ανοίξει επίσης. Τον έπιασε άγχος φοβερό, την ώρα που περπατούσε προς τα εκεί. Διέσχισε την πανικόβλητη πλατεία, χωρίς σχεδόν καθόλου να προσέξει το πλήθος που είχε ήδη εκεί συγκεντρωθεί. Παρέκαμψε τα μπλόκα των αστυνομικών παρά τις υποδείξεις τους. Κατέβηκε το δρομάκι με τα διάφορα καφέ, στο τέλος του οποίου βρισκόταν το δικό του. Ήταν όλα τους κλειστά. Τον έπιασε ταχυπαλμία. Ωστόσο, όσο πλησίαζε στο στόχο του, άρχιζε σιγά-σιγά να διακρίνει μια μουσική παράταιρη στον ήχο και τον θόρυβο της πόλης και της μέρας. Έφτασε. Είδε πως ήταν ανοιχτά. Την είδε να κάθεται στο μπαρ. Του φάνηκε πως κάτι τραγουδούσε. Με κόπο κρατήθηκε να μην πανηγυρίσει έξαλλα. Άνοιξε την πόρτα, την καλημέρισε, άφησε τα πράγματά του στο τραπέζι του και κατευθύνθηκε αμέσως προς την τουαλέτα. Τη μέρα εκείνη έμεινε στο καφέ αυτό περίπου το διπλάσιο χρόνο από όσο καθημερινά συνήθιζε. Για αυτό και κατ’ εξαίρεση ήπιε και δυο καφέδες. Ήτανε νηστικός κι ο δεύτερος μοιραία του προκάλεσε μεγάλη νευρικότητα. Ωστόσο, δεν ήτανε ο μόνος. Και η σερβιτόρα το μεσημέρι εκείνο ήταν επίσης νευρική και ανήσυχη πηγαινοερχόταν μες στο μαγαζί, άλλοτε ρίχνοντας ματιές στο έρημο δρομάκι κι άλλοτε δυναμώνοντας την ένταση της μουσικής, κάθε φορά που κάποιος πολεμικός αχός έφτανε ως τα αυτιά της. Δύο φορές του έφερε μπισκότα και βουτήματα, όσες και οι καφέδες του. Έξι φορές του άλλαξε τασάκι –η αλήθεια είναι πως τη μέρα εκείνη είχε καπνίσει αρκετά. Επτά φορές ήρθε να του ξαναγεμίσει το ποτήρι με νερό, αν και τις περισσότερες ήταν ήδη γεμάτο. Κάθε που τον πλησίαζε αυτός σκέπαζε τα χαρτιά του, άλλοτε με τα χέρια του κι άλλοτε με μια εφημερίδα που προσποιούνταν ότι διάβαζε. Κάπου εκεί, ανάμεσα στις επισκέψεις της, ήταν που χτύπησε πρώτη φορά και το τηλέφωνό του. Το έκλεισε και κοίταξε αμέσως προς το μέρος της. Δεν φάνηκε να το είχε καταλάβει. Η ένταση της μουσικής ήτανε πια τόσο δυνατή που πια όλα τα απορροφούσε. Τη δεύτερη φορά κοίταξε την οθόνη του και τρόμαξε. Κατάλαβε πως άλλο δεν γινότανε πια να το αποφεύγει. Σηκώθηκε και βγήκε από το μαγαζί. Ενώ μιλούσε έξω –δεν ήτανε και τόσο εύκολο, πνιγότανε από τους καπνούς και οι αλλεπάλληλες εκρήξεις τον αποσυντόνιζαν- την είδε να πλησιάζει το τραπέζι του. Το έκλεισε, επέστρεψε στη θέση του και άρχισε να τα μαζεύει. «Τι γίνεται;» τον ρώτησε αυτή. Σε θέλω, της απάντησε. Θέλω να πηδηχτούμε εδώ, μέσα σε ετούτο το καφέ, εδώ, επάνω στο τραπέζι μου, εδώ, ανάμεσα στις σημειώσεις μου που πια δεν έχει νόημα να σου τις κρύβω άλλο. Τώρα. Τελειώνει ο κόσμος, καταστρέφεται. Ίσα που προλαβαίνουμε με ένα άγριο ανθρωποφάγο πήδημα να γνωριστούμε επιτέλους εμείς οι δυο και ταυτόχρονα για πάντα να αποχαιρετιστούμε. «Δεν ξέρω», της απάντησε. Πλήρωσε, τα μάζεψε όλα βιαστικά και εξαφανίστηκε.


Την τάραξε πολύ αυτή του η αιφνίδια αναχώρηση. Για κάποιον λόγο, το μεσημέρι εκείνο, ένιωθε την ανάγκη της διακριτικής και σιωπηλής του παρουσίας. Χρειαζόταν την παρέα του. Όσο και αν δεν μιλούσανε, όσο και αν αυτός βρισκότανε στον κόσμο του, την έκανε, υπάρχοντας και μόνο, να νιώθει λίγο πιο ασφαλής. Αλλά το πιο σημαντικό ήταν που χάρη σε αυτόν, τον μοναδικό μοναχικό πελάτη της, αισθανόταν πως και η δικιά της η παρουσία, το συγκεκριμένο εκείνο μεσημέρι, ενώ απ’ έξω η πόλη έβραζε, άφριζε και ξεχείλιζε, κάπως δικαιολογούνταν. Μόλις σηκώθηκε και έφυγε, για πρώτη της ίσως φορά, ένιωσε τόσο μόνη. Για πρώτη σίγουρα φορά της φάνηκε τόσο ηλίθια κενός ο χώρος της δουλειάς της. Σκέφτηκε να δυναμώσει ξανά τη μουσική, αλλά το κόλπο αυτό δύσκολα θα ξανάπιανε. Τότε κατάλαβε ότι το μόνο που της έμεινε ήταν να έκλεινε όσο πιο γρήγορα γινότανε το μαγαζί και να επέστρεφε στο σπίτι της ή όπου αλλού μπορούσε εκείνη τη στιγμή να βρει ένα ελάχιστο καταφύγιο ασφάλειας και οικειότητας. Μάζεψε το ποτήρι του, μα αντί να πάει να το πλύνει, κοίταξε με μιαν αλλόκοτη κι απρόσκλητη περιέργεια το περιεχόμενό του. Είχε εκεί μέσα ακόμα αρκετό καφέ – ο δεύτερος που πρώτη του φορά τη μέρα εκείνη της παρήγγειλε δεν του τελικά και τόσο απαραίτητος. Τον μύρισε και η οσμή του την έκανε να ανατριχιάσει. Ήταν αστείο, αλλά δεν είχε πιεί ποτέ ούτε έναν στη ζωή της. Τόσο καιρό έφτιαχνε και σέρβιρε καφέδες χωρίς ποτέ να μπει στον πειρασμό να δει τι γεύση έχουν. Οι φίλοι της την πείραζαν. Το αφεντικό της το είχε επισημάνει. Πώς να σε εμπιστευτεί η πελατεία σου, εάν σνομπάρεις τα ίδια σου τα προϊόντα; Ακούμπησε τη γλώσσα της στο χείλος του ξένου ποτηριού και έγλυψε τον μαύρο ξεραμένο λεκέ που είχε αυτός αφήσει. Έξω στο δόμο ακούστηκε ακόμα μία έκρηξη, αλλά της φάνηκε πως στην πραγματικότητα ήταν που κάτι έσκασε εκεί, μες στο κεφάλι της. Γύρισε κάπως συνωμοτικά και κοίταξε την πόρτα. Έβγαλε, πέταξε μακριά το καλαμάκι και έφερε ξανά το ποτήρι ως το στόμα της. Πήρε βαθειά ανάσα και κατέβασε με μιας ολόκληρο το περιεχόμενό το. Ο καφές μετέδωσε αμέσως το χαρμόσυνό του μήνυμα μέχρι τα πιο απομακρυσμένα κύτταρά της. Πήγε να αρπάξει το άλλο ποτήρι, το νερό, να σβήσει τη φωτιά που είχε ανάψει μέσα της και τότε ήταν που πρόσεξε εκείνο το χαρτάκι. Ο άγνωστος πελάτης είχε αφήσει πάνω στη βιασύνη του ένα μικρό ενθύμιο. Ήτανε μια σελίδα σχισμένη από τετράδιο. Έτσι όπως την έβλεπε, φαινότανε κενή και αχρησιμοποίητη. Την γύρισε και είδε πως υπήρχε κάτι σχεδιασμένο πάνω της. Η ταραχή της ανακάλυψης ήρθε να προστεθεί στην αναστάτωση που είχε ήδη επιφέρει ο παρθενικός καφές και παραλίγο να αναποδογυρίσει το τραπέζι με μια ανυπολόγιστή της κίνηση. Το σχέδιο πάνω στο χαρτί ήταν κακό και άχαρο. Το θέμα του όμως ήταν συγκλονιστικό. Ήταν μια γυναικεία μορφή με ένα ζευγάρι πάνινα παπούτσια, μια φούστα ως τα γόνατα, ενώ από τη μέση και πάνω δεν φορούσε τίποτα και σκέπαζε μονάχα τα βυζιά με τις παλάμες της. Στο πρόσωπο της δεν υπήρχανε χαρακτηριστικά, μα η κορδέλα που κρεμόταν από τα μαλλιά, όπως και η φούστα και τα παπούτσια ακόμα ήτανε ίδια ακριβώς με εκείνα τα δικά της. Ο άνθρωπος αυτός δεν ήταν για να γράψει, όπως νόμιζε, που ερχότανε όλα τα μεσημέρια. Δεν ήταν ούτε ο καφές ούτε η ησυχία. Για αυτήν σύχναζε εδώ τόσο καιρό, μα τώρα που το μυστικό προδόθηκε, άραγε, θα ξανάρθει;

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου