Παρασκευή, 26 Δεκεμβρίου 2014

Кафе Амелие

-Ξέρεις κάτι; Νομίζω πως δεν τα χρειαζόμαστε τα χάπια σου εδώ. Για ποιο λόγο πρέπει να είμαστε αόρατοι; Αφού στην πόλη αυτή κανείς δεν μας γνωρίζει.
-Ναι, αλλά κανείς δεν θέλουμε και να μας μάθει. Το ξεχνάς;
-Καλά. Εσύ πιστεύεις ότι όλοι με εσένα ασχολούνται.
-Όχι, αλλά από τη στιγμή που οι όλοι, όπως λες, αποτελούν το θέμα μου, τότε αργά ή γρήγορα κάποιος από τους όλους, θα νιώσει και το βλέμμα μου και θα μου το επιστρέψει.
-Οι όλοι είναι το θέμα σου; Κι εγώ που νόμιζα πως ήμουνα εγώ…
-Ναι, πες μου ότι ζηλεύεις τώρα.
-Ναι, πες μου πως δεν το απολαμβάνεις.
-Απολαμβάνω την παρέα σου μαζί με το ταξίδι. Άλλωστε, ξέρεις, πρώτη φορά έχω συνέταιρο σε τέτοια ιστορία.
-Συνέταιρο; Περίεργη λέξη επέλεξες.
-Περίεργη είναι η επιλογή. Η λέξη όμως ταιριάζει.
-Δεν επιμένω. Εσύ ξέρεις καλύτερα από αυτά. Εγώ με τις λέξεις έχω από καιρό μαλώσει.
-Ναι, αλλά με τις ιστορίες μια χαρά τα πας.
-Μπορεί, αλλά δεν φτάνει.
-Πώς είσαι τόσο σίγουρη; Δοκίμασέ με! Πες μου μια!
-Τι ιστορία θέλεις να σου πω;
-Μια από αυτές που τριγυρίζουνε σε αυτήν εδώ την πόλη.
-Μα μόλις τρεις μέρες είμαστε εδώ. Ό,τι είδα, το είδαμε μαζί και ό,τι ξέρεις ξέρω.
-Διάλεξε τότε μια καλή, που ήδη να την γνωρίζω, και πες την με τον τρόπο σου. Κάνε με κάποτε να πω «είσαι το Βελιγράδι μου»!
-Είσαι τρελός, δεν πας καλά, μα έχεις ακόμα πλάκα. Καλά, λοιπόν. Τώρα θα δεις. Έτοιμος; Ξεκινάω…

Πριν λίγα χρόνια, τότε, με τον πόλεμο, θυμάσαι που βομβάρδιζαν ολόκληρη τη χώρα; Τότε, λοιπόν, άρχισαν να κυκλοφορούν κάτι ιστορίες αλλόκοτες για κάποιους τύπους που οι βόμβες δεν τους τρόμαζαν και αντί να τρέξουν να κρυφτούν μέσα στα καταφύγια, τρύπωναν μέσα στα σπίτια που οι άλλοι εγκατέλειπαν και ζούσαν τις ζωές τους. Έτρωγαν ό,τι υπήρχε στα ψυγεία τους, έπιναν τα κρασιά τους, καμιά φορά ξάπλωναν στα κρεβάτια τους και έκλεβαν τα όνειρά τους. Δεν έπαιρναν μαζί τους τίποτα. Ό,τι έβρισκαν το κατανάλωναν εκεί, σαν να ήτανε οι κύριοι του σπιτιού, χωρίς να βιάζονται και να ανησυχούν μην τύχει και τους πιάσουν, αφού είχαν τον αντιαεροπορικό συναγερμό να τους κρατάει τσίλιες και μόλις σήμαινε τη λήξη του κακού, τέλειωνε και το γλέντι. 
Εντάξει, ξέρεις, συμβαίνουνε αυτά στις άγριες τις εποχές. Ούτε μπορεί κανένας εύκολα να πει ότι οι άνθρωποι αυτοί ήτανε διαρρήκτες, ούτε και σκέφτηκαν ποτέ στα σοβαρά οι άλλοι να τους κυνηγήσουνε, αφού τι δίκιο να ψάξεις και να βρεις σε μια χώρα όπου το άδικο είχε πια πάρει διαστάσεις φυσικού και καθημερινότητας.  Και, κάποια στιγμή, πάει, τελείωσε ο πόλεμος και άρχισε πάλι η ζωή στους δρόμους να επιστρέφει. Έλα, όμως, που οι κακές συνήθειες δύσκολα ξεπερνιούνται. Βέβαια, οι πιο πολλοί από τους εισβολείς σταμάτησαν στα σπίτια των άλλων να συχνάζουν.
Όσοι από αυτούς ήταν τυχεροί περιορίστηκαν στα μικροσκοπικά τους διαμερίσματα και στις μικρές ζωές τους και πού και πού μαζεύονταν σε κάποια από τις πλατείες και αναπολούσαν τα παλαιά νυχτερινά τους κατορθώματα, σαν ναυτικοί που αφήσανε τις θάλασσες, μα βασανίζονται επειδή τους λείπουν τα λιμάνια. Οι άλλοι, οι πιο άτυχοι, που είχαν τα σπίτια τους καταστραφεί ή που τις Ιστορίας οι βίαιες οι αλλαγές τούς πέταξαν στο δρόμο, συνέχισαν να εξασκούν την τέχνη τους, μα οι νοικοκύρηδες, που τώρα είχαν τους συναγερμούς σε άλλους ρυθμούς να παίζουν, αργά ή γρήγορα τους έπιαναν και ύστερα αναλάμβαναν οι νόμοι της ειρήνης.  
Και ήτανε κι ένας που περίσσεψε και ο θρύλος τον ονόμασε ο «άνδρας με τα μαύρα». Αυτός, ο αμετανόητος, όχι μονάχα δεν σταμάτησε να μπαίνει έτσι, στα κρυφά, μέσα στα ξένα σπίτια, μα ούτε που πρόλαβε ποτέ να βγει στ’ αλήθεια από αυτά. Φταίει που η νύχτα του τελευταίου του βομβαρδισμού τον βρήκε στο σπίτι ενός συλλέκτη, που είχε δίσκους σπάνιους, με μουσικές που η πόλη ως τότε αγνοούσε. Κι αυτός –όχι, δεν τον κατηγορώ, κι εγώ το ίδιο θα έκανα- τους έβαλε να παίζουν δυνατά, τόσο, που όταν σήμανε η λήξη του συναγερμού, δεν μπόρεσε ο ήχος της να φτάσει ως τα αυτιά του. Και δεν κατάλαβε πως τέλειωσε ο πόλεμος, παρά μονάχα όταν ο ιδιοκτήτης του σπιτιού βρέθηκε στο κατώφλι. Έτρεξε, τελευταία στιγμή και κρύφτηκε κάτω από το κρεβάτι του και από τότε λένε πως ζει διαρκώς μετακινούμενος από το ένα στο άλλο διαμέρισμα, γλιστρώντας μέσα από φωταγωγούς, πηδώντας στις ταράτσες.
Κανένας δεν τον έχει δει, αλλά τα ίχνη που αφήνει πίσω του κοντεύουν να τρελάνουνε ολόκληρη την πόλη.            
Για κάποιους κάποιοι πόλεμοι ποτέ δεν τελειώνουν. Όπως για άλλους κάποια παιχνίδια δεν λήγουνε ποτέ, γιατί πριν ξεκινήσουν δεν φρόντισαν να μάθουν τους κανονισμούς, τους όρους να διαβάσουν. Σκέψου τώρα τι γίνεται με αυτούς που έχουνε συνηθίσει να παίζουν με τον πόλεμο και άλλο παιχνίδι από αυτό δεν γνώρισαν ποτέ τους.

-Μα αυτός ο τύπος είναι σαν κι εμάς. Μας μοιάζει, δεν νομίζεις;
-Τι λες; Εμείς δεν είμαστε σε πόλεμο. 
-Αλήθεια; Και αυτό εδώ τι είναι;
-Δεν ξέρω. Πάντως, σίγουρα σε παιχνίδι είμαστε. Κοίτα! Νομίζω μας κοιτάζουν.
-Φταίει που τους κοιτάμε τόσην ώρα εμείς. Ξέρεις, οι Σέρβοι κάποια πράγματα ποτέ δεν συγχωρούνε.
-Πάμε να φύγουμε από εδώ, όσο η δράση του αόρατου μας προστατεύει ακόμα.
-Να φύγουμε, να πάμε που; Τι λες συνεταιράκι;
-Δεν έχω ιδέα. Βλέπεις, και εγώ δεν σκέφτηκα ποτέ να ρίξω μια ματιά στου παιχνιδιού τους όρους.
-Ναι, ούτε εγώ. Το ξέχασα. Αλλά τουλάχιστον βρισκόμαστε ακόμα στο παιχνίδι.
-Οπότε;
-Οπότε, ας συνεχίσουμε.

-Ας παίξουμε. Σειρά σου!

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου