Τετάρτη, 26 Νοεμβρίου 2014

Ρόδος

Το Μάιο του 2000 τον πέρασα στη Ρόδο. Ένας στενός μου φίλος υπηρετούσε τότε την θητεία του εκεί και είχε νοικιάσει ένα μικρό διαμέρισμα μέσα στην παλιά πόλη. Με προσκάλεσε να πάω για λίγες μέρες μετά το Πάσχα και όντως εγώ ξεκίνησα για ένα τριήμερο, παίρνοντας μαζί μου ελάχιστες αποσκευές και χρήματα. Ακόμα δεν είχα τελειώσει τυπικά με τις σπουδές μου και υποτίθεται πως τον Ιούνιο είχα να δώσω δυο μαθήματα για να βελτιώσω το βαθμό του πτυχίου μου, αφού βρισκόμουν οριακά κοντά στο λίαν καλώς. Τελικά το μόνο που κατάφερα να κάνω ήταν να πάω τα βιβλία και τις σημειώσεις μου μια βόλτα ως τα Δωδεκάνησα. Όχι μόνο δεν διάβασα σελίδα, αλλά ούτε καν σε εκείνη την τελευταία εξεταστική δεν παρουσιάστηκα και αρκέστηκα στο βαθμό "σκέτο καλώς", ο οποίος καθόλου δεν επηρέασε την έτσι κι αλλιώς αδιάφορη μετέπειτα καριέρα μου.
Τον ένα αυτόν μήνα που πέρασα στη Ρόδο καθόλου τελικά δεν τον μετάνιωσα, αν και πλέον ελάχιστα θυμάμαι από όσα έκανα εκεί, τις μέρες που αλήτευα στην πόλη και στο νησί ολόκληρο, κατά κανόνα μόνος μου, αφού ο φίλος ήταν διαρκώς σχεδόν απασχολημένος με τις υποχρεώσεις του. Αν δοκίμαζα να ανασυνθέσω με λέξεις εκείνη την αλήτική μου καθημερινότητα, κατασκευάζοντας μια μέρα, ας πούμε τυπικά ροδίτικη, θα την έφτιαχνα περίπου κάπως έτσι:
Ξυπνούσα το πρωί κατά τις 10 και έπαιρνα το πρωινό μου σε έναν φούρνο που τον είχαν κάτι κορίτσια, οι οποίες νομίζω πως ήταν αδερφές. Κάθε μέρα, ενώ μου σέρβιραν τον καφέ και τα άλλα παρελκόμενα, ανέχονταν το ανόητο πρωινό μου φλερτ κ πάντα μου έδιναν αόριστες υποσχέσεις πως κάποιο βράδυ θα πίναμε μαζί ένα ποτό. Σχεδόν μου άρεσε όλο αυτό το δούλεμα.
Μετά άρχιζα να βολτάρω μέσα στις γειτονιές των ιπποτών φτιάχνοντας μέσα στο κεφάλι μου σχέδια καθόλου ιπποτικά για τον νέο αιώνα που μόλις τότε ξεκινούσε. Που και που, επισκεπτόμουν κάποιο από τα μουσεία και άλλα αξιοθέατα, αλλά κυρίως προσπαθούσα να ανακαλύψω ή να εφεύρω τα δικά μου, που οι ταξιδιωτικοί οδηγοί ποτέ δεν θα έμπαιναν στον κόπο να τα αναφέρουν.
Μετά, όταν μεσημέριαζε, καθόμουν πάντα για καφέ στο ίδιο καφενείο. Δεν θυμάμαι καθόλου το όνομά του και η αλήθεια είναι πως δεν ήταν κάτι το ξεχωριστό. Μου άρεσε γιατί είχε ένα τραπεζάκι κάτω από έναν πλάτανο, ο οποίος και έδινε το όνομά του στο οθωμανικό μνημείο που στεκόταν πλάι του και το οποίο ήδη γνώριζα καλά από ένα κόμικ του ούγκο πραττ που τότε με μανία διάβαζα.
Ύστερα γύριζα στο σπίτι και άραζα, συνήθως, στο μπαλκόνι. Άνοιγα τα βιβλία της σχολής για να τα ξανακλείσω μετά από λίγα δευτερόλεπτα και έπειτα καθόμουν και άκουγα τους ήχους του νότου και του μεσημεριού, που έστηναν στα αυτιά μου τις πιο περίεργες και θελκτικές συγχορδίες. Ήθελα τόσο πολύ να βάλω λόγια σε αυτήν την μυστηριώδη μουσική, αλλά ακόμα μου έλειπαν οι λέξεις.
Το απόγευμα ξανάβγαινα, λίγο πριν επιστρέψει ο φίλος μου στο σπίτι. Η αλητεία μου τώρα στρεφόταν προς την καινούρια πόλη, όπου εκεί η εξερεύνηση έπαιρνε άλλες πιο συναρπαστικές, ας πούμε, διαστάσεις. Μπορεί να ήταν αδιάφορη τουριστικά, μα εγώ ποτέ δεν ήμουνα τουρίστας. Είμαι συλλέκτης, πάντοτε τέτοιος ήμουνα, και ας μην το είχα ακόμα τότε συνειδητοποιήσει.
Η βόλτα μου κατέληγε στο ίδιο ακριβώς σημείο. Στο ξενοδοχείο όπου είχα μείνει την πρώτη φορά που είχα πάει στο νησί, την άνοιξη του 1993, στην πανταήμερη μου. Δεν ξέρω τι είδους έλξη ήταν αυτή που με τραβούσε προς τα εκεί, ούτε τι ακριβώς ήταν αυτό που έψαχνα να βρω ή να εξακριβώσω. Αν και τώρα, μετά από όλα όσα πέρασα, ίσως και να μπορούσα να κάνω κάποιες υποθέσεις.
Κι ύστερα γύριζα ξανά στο σπίτι, έκανα μπάνιο, κουβέντιαζα λιγάκι με τον φίλο μου, που μου έλεγε αστείες ιστορίες από το στρατόπεδο και τις αντάλλαζα με άλλες δικές μου τόσα φριχτά επινοημένες, που τελικά τις πίστευε για να με κάνει να σωπάσω. Κάπου εκεί, την ώρα που σουρούπωνε ακούγαμε από κάποιο σπίτι διπλανό να παίζει ένα πιάνο. Καμιά φορά νομίζω πως το ακούω ακόμα.
Κάθε βράδυ δειπνούσαμε στη λέσχη των αξιωματικών της πόλης. Όσο έτρωγα κοιτούσα τον τεράστιο χάρτη των Δωδεκανήσων που κρεμόταν δίπλα στο τραπέζι μας και όλο έλεγα να πάω σε κάποιο άλλο από τα κοντινά νησιά, μα όλο το ανέβαλα. Τελικά, την τελευταία μέρα, πήρα το πλοίο και πήγα ως την Σύμη, από όπου υποτίθεται ότι η οικογένειά μου έλκει μια μακρινή καταγωγή της.
Στο τέλος καταλήγαμε σε κάποιο από τα μπαρ της οδού Μιλτιάδου, όπου ο φίλος μου είχε ήδη εκεί τα στέκια του. Πίναμε μέχρι εκείνος να νυστάξει και μέχρι να ξυπνήσω εγώ για τα καλά και να μου έρθει η όρεξη για άλλες περιπλανήσεις πιο νυχτερινές και ακόμα πιο ανώφελες. Σίγουρα, από τότε το είχα καταλάβει, πως θα έκανα ως άδικη κατάρα μια καριέρα σταλήθεια πολύ αξιοζήλευτη.
Εν πάση περιπτώσει, ο Μάιος εκείνος κάποια στιγμή τελείωσε και πήρα το πλοίο και επέστρεψα σε αυτό που τότε θεωρούσα ως κανονική ζωή. Αντί για εξετάσεις, έκανα τα χαρτιά για την ορκωμοσία μου και μπήκα σχεδόν αμέσως στην μακρά και ανόητη διαδικασία να επιλέξω τι ακριβώς θα ήθελα να κάνω τώρα με το καλούτσικο πτυχίο μου. Μια διαδικασία που στην πραγματικότητα δεν θα τελείωνε ποτέ και θα λυνότανε, κάποια στιγμή, ως πρόβλημα δια της καταργήσεως του. Σίγουρα έχουν από την μνήμη μου σβηστεί πολλά σημαντικά και ενδιαφέροντα που μου συνέβησαν τον μήνα εκείνο στο νησί. Αλλά για να επέλεξε η μνήμη μου να μην τα συγκρατήσει πιστεύω ότι θα είχε και αυτή τους λόγους της. Η μνήμη είναι ο καλύτερος κριτής, μπορεί οι βουλές της να παραμένουν άγνωστες, αλλά από κάποια στιγμή και ύστερα αφέθηκα να εμπιστεύομαι τυφλά τον σκοτεινό μηχανισμό της. Άλλωστε, οι αναμνήσεις μου -τώρα πια μπορώ με βεβαιότητα να το πω- αφορούν τις περισσότερες φορές το μέλλον -όσο παράλογο και να ακούγεται- παρά το παρελθόν μου.
Και κάπως έτσι, τώρα που μπήκα στη διαδικασία αυτήν την αναμνησιακή, συνειδητοποιώ ότι μου έχει μόλις γεννηθεί μια μεγάλη απορία: Έναν ολόκληρο μήνα που τριγύριζα στα μέρη σου, πώς γίνεται και δεν σε πέτυχα. Αλήθεια, πες μου, πού κρυβόσουν;

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου