Σάββατο, 10 Νοεμβρίου 2012

η ζωή και οι ευαισθησίες της


«Αλέξη! Τι στο διάολο γυρεύεις εσύ εδώ;»
Μόνον αυτόν τον κερατά δεν περίμενα να δω μπροστά μου τέτοια μέρα. Κόντεψα να γκρεμιστώ από το κρεβάτι από την έκπληξή μου. Την τελευταία φορά που είχαμε συναντηθεί ήταν και πάλι στο νοσοκομείο. Μόνο που τότε ο επισκέπτης ήμουνα εγώ. Κι ο Αλεξάκης ήταν ο αναξιοπαθών, που όλες οι τεθλιμμένες γκόμενες τον φρόντιζαν και τον περιποιούνταν. Λες κι ήταν ο βετεράνος που γύρισε από το Βιετνάμ κι όλες τους διψούσαν να ακούσουνε τα κατορθώματά του. Μαλάκα Αλεξάκη, από το μηχανάκι είχες πέσει, καημένε! Ενώ εγώ, ολόκληρο εργατικό ατύχημα! Σφάγιο στο βωμό της μισθωτής της εργασίας. Ένας κανονικός working class heroe και μόνο δυο-τρεις παπάρες από τη δουλειά ήρθανε να με δουν κι αυτοί από υποχρέωση.
«Τι κάνεις, Βασιλάκη μου; Πονάς; Τι είπαν οι γιατροί;»
«Πως δε θα μπορέσω να ξαναπαίξω πιάνο. Τι θες να είπανε;»
«Έπαιζες πιάνο, Βασίλη μου; Δεν το ήξερα.»
«Εσύ, εκτός από το πουλάκι σου, έμαθες να παίζεις τίποτα άλλο;»
«Γιατί ρε μου μιλάς έτσι; Εγώ φταίω που ενδιαφέρθηκα.»
«Καλά ρε, πως το έμαθες;»
«Έπεσα πάνω στη Ζωή στην είσοδο και μου το είπε. Εγώ περαστικός ήμουνα. Είχα έρθει για να δώσω αίμα.»
«Ήρθε η Ζωή εδώ; Πότε;»
«Ήρθε, λέει, να σε δει, αλλά εσύ κοιμόσουν.»
«Και γιατί δε με ξύπνησε, γαμώτο;»
«Που θες να ξέρω, ρε φίλε; Θα σε λυπήθηκε μάλλον. Αν θες να ξέρεις, την είδα πολύ ταραγμένη. Της είπα να κάτσει να την κεράσω έναν καφέ, αλλά δεν ήθελε. Βιαζόταν, λέει.»
«Ναι, μη χάσεις, χαμένε, ευκαιρία και δεν παρηγορήσεις τα γυναικόπαιδα.»
«Χα! Τι πλάκα που έχεις, ρε φίλε! Χαθήκαμε, ρε γαμώτο. Μου έλειψες.»
«Εμένα μου έλειψαν τα λεφτά που μου έφαγες.»
«Αφού σου εξήγησα, ρε συ, ήτανε σίγουρη η επένδυση, αλλά μας πρόλαβαν οι άλλοι. Ας μην είχα πάθει τότε το ατύχημα και θα σου έλεγα εγώ…»
«Να σου πω, ρε άχρηστε, κανένα τσιγάρο έχεις;»
«Έχω, αλλά μήπως απαγορεύεται;»
«Κλείσε την πόρτα και δώσε μου! Και άνοιξε και το παράθυρο!»
Μην του δώσεις ταυτόχρονα πάνω από μία εντολή αυτού του παιδιού, θάλασσα θα τα κάνει. Από τη λαχτάρα του να φανεί σε κάτι χρήσιμος, άνοιξε πρώτα το παράθυρο και το ρεύμα που δημιουργήθηκε κοπάνισε με δύναμη την πόρτα, σκορπώντας σοβάδες σε όλο το δωμάτιο. Και ύστερα πάλι, από την τρομάρα του, πέταξε το πακέτο με τα chesterfield μες στο καλάθι με τα αποφάγια από το βρώμικο που μου είχαν φέρει τα παιδιά και τις χρησιμοποιημένες γάζες. Αυτά είναι! Να είσαι στο κρεβάτι του πόνου και να έχεις πέσει στην ανάγκη αυτού του κόπανου. Α, ρε Ζωή! Εσύ κι οι ευαισθησίες σου… Και τώρα, με τα χεράκια σταυρωμένα και το χαζό χαμογελάκι του, να περιμένει να τον μαλώσουν οι μεγάλοι για τη μαλακία του.
«Μπράβο, Αλεξάκη! Πάλι τρίποντο έβαλες!»
«Εντάξει, μωρέ, δεν έγινε και τίποτα.»
«Μάζεψέ τα, μωρέ μαλάκα! Τι περιμένεις; Και δώσε μου ένα αναμμένο! Ή μάλλον μάζεψέ τα πρώτα και ύστερα θα σου πω τι θα κάνεις.»
«Καλά, ρε Βασίλη. Δεν είμαι και χαζός.»
«Το ξέρω ρε! Απλώς το παίζεις, για να γουστάρουνε οι γκόμενες.»
Ο Αλέξης κάθισε στο κρεβάτι, αναστέναξε, κι αφού άναψε ένα τσιγάρο και τράβηξε δυο τζούρες, το ακούμπησε στα χείλη μου. Λες και κάτι άσχημο είχε μόλις θυμηθεί κι η ανάμνηση πάγωσε το ακαταμάχητο χαμόγελο του βλάκα.
«Ποιες γκόμενες, ρε φίλε; Ποιες γκόμενες; Τι νομίζεις; Στο σχολείο είμαστε ακόμα; Εσύ τουλάχιστον έχεις και τη Ζωή, να περιμένεις να έρθει να σε δει. Να θες να σε ξυπνήσει. Εγώ, ο μαλάκας, για πάντα όρθιος θα κοιμάμαι.»

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου