Κυριακή, 14 Οκτωβρίου 2012

από το πουθενά

από το πουθενά

σκηνή 1η: νύχτα, εξωτερικό - ταβέρνα
Ο Γιώργος, 28 χρονών, μαζεύει τα άδεια πιάτα από ένα τραπέζι. Είναι αργά και έχουν απομείνει ελάχιστοι πελάτες. Από το εσωτερικό της ταβέρνας ακούγονται λαϊκά τραγούδια. Το κινητό του Γιώργου χτυπάει κι εκείνος αφήνει το δίσκο πάνω στο τραπέζι για να απαντήσει.

Γιώργος
Έλα, ρε! Δε σ΄ ακούω… Γυρίσατε;

σκηνή 2η: νύχτα, εξωτερικό - μπητσόμπαρο
Δυνατή χορευτική μουσική. Παρέα νέων. Κάποιος προσπαθεί να μιλήσει στο τηλέφωνο. 

Φίλος του Γιώργου
Με ακούς; Εδώ είμαστε ακόμα. Θα μείνουμε άλλες 2-3 μέρες. Μαλάκα, είναι γαμάτα! Έπρεπε να έρθεις κι εσύ… γαμώ την Αγγλία σου!

σκηνή 3η (συνέχεια της 1ης): νύχτα, εξωτερικό - ταβέρνα
Ο Γιώργος κλείνει το κινητό ενώ ακούγεται ο φίλος του να του μιλάει ακόμα. Ξαναπαίρνει το δίσκο.


Πελάτης
Φιλαράκι, έρχεσαι να σε πληρώσουμε;

σκηνή 4η: νύχτα, εσωτερικό - ταβέρνας
Ο Γιώργος μπαίνει στην ταβέρνα κρατώντας το βαρυφορτωμένο δίσκο. Μια τηλεόραση σε κάποιο ράφι ψηλά παίζει χωρίς ήχο ξένα βιντεοκλίπ. Όλες οι καρέκλες μέσα στο μαγαζί είναι ανεβασμένες πάνω στα τραπέζια. Ο Γιώργος ακουμπάει το δίσκο πάνω στο πάγκο που χωρίζει την κουζίνα από το υπόλοιπο μαγαζί. Μέσα από τον πάγκο δύο άντρες με άσπρες λερωμένες ποδιές κάνουν την λάντζα.

Γιώργος
Ε! Βασίλη! (πιο δυνατά) Μάγειρα!

Ο πιο μεγάλος από τους δύο με τις άσπρες ποδιές γυρίζει, κοιτάζει τον Γιώργο και του χαμογελάει:

Μάγειρας
Τι έγινε, ρε; Τελειώσαμε;

Γιώργος
Πάμε να πιούμε καμιά μπύρα;

Μάγειρας
Που να πάμε ρε Γιώργο; Άσε!
(του δείχνει με το κεφάλι το ψυγείο)
Έχουμε κι εδώ μπύρες...

σκηνή 5η: νύχτα, εξωτερικό - στενό σκοτεινό δρομάκι
Ο Γιώργος γυρίζει με τα πόδια σπίτι του. 2-3 στενά πιο κάτω από την ταβέρνα όπου δουλεύει. Κρατάει μια σακούλα με μπύρες. Οι δρόμοι είναι έρημοι. Διαβάζει ένα σύνθημα σε ένα τοίχο: «όσο ζω ελπίζω και όσο ελπίζω απελπίζομαι». Ξεκλειδώνει την εξώπορτα.

σκηνή 6η: νύχτα, εσωτερικό - διάδρομος πολυκατοικίας
Ο Γιώργος κατεβαίνει λίγα σκαλιά, περπάτα στον διάδρομο και κατευθύνεται προς μια πόρτα. Προσπαθεί να ανοίξει την πόρτα αλλά δεν μπορεί. Χτυπάει το κουδούνι. Το φως του διαδρόμου σβήνει και ο Γιώργος το ξανανάβει. Η πόρτα ανοίγει και εμφανίζεται ο Αλέξανδρος, ο συγκάτοικος του Γιώργου. Φαίνεται αναστατωμένος και φοράει μόνο το σώβρακο του. Ο Γιώργος του δείχνει τις μπύρες χαμογελώντας.

Αλέξανδρος
Ωχ… Καλώς τον! Τι νέα; Να σου πω... είσαι κουρασμένος, ε; Θέλεις να κάνεις καμιά βόλτα και να ξανάρθεις... πιο μετά;
 
Ο Γιώργος κάνει να κοιτάξει από τη μισάνοιχτη πόρτα.
Γιώργος
Τι έγινε, ρε;

Ο Αλέξανδρος κοιτάζει λίγο μέσα ενώ κλείνει περισσότερο την πόρτα.

Αλέξανδρος
Είναι η...

Ο Αλέξανδρος κοιτάζει τις μπύρες, τεντώνεται και τραβάει μια από τη σακούλα.

Αλέξανδρος
...έλα! Μέχρι να τις πιεις θα έχουμε τελειώσει...
Καλή βόλτα!

Ο Αλέξανδρος κλείνει την πόρτα και το φως στο διάδρομο σβήνει ξανά.

σκηνή 7η: νύχτα, εξωτερικό - έρημοι δρόμοι
Ο Γιώργος περιπλανιέται στα στενά των Εξαρχείων. Κρατάει ακόμα τη σακούλα με τις μπύρες ενώ έχει ανοίξει μια και πίνει. Ακούγονται τα βήματά του και θόρυβος από κάποια μηχανή που περνάει από κάποιο κεντρικό δρόμο εκεί κοντά. Σταματά έξω από ένα θερινό σινεμά και κοιτάζει τις φωτογραφίες.

σκηνή 8η: νύχτα, εξωτερικό – λόφος του Στρέφη
Ο Γιώργος κάθεται στα σκαλάκια στο Στρέφη. Βγάζει από το τζιν μπουφάν του τα ακουστικά και τα τσιγάρα του. Ανάβει τσιγάρο, βάζει τα ακουστικά και αρχίζει να κάνει κυκλάκια με τον καπνό ενώ χαζεύει τα φώτα της πόλης. Ξαφνικά γυρίζει το κεφάλι του απότομα και βλέπει πίσω του μια νεαρή γυναίκα, γύρω στα 24. Φοράει ένα λευκό φόρεμα που μοιάζει λίγο με νυφικό. Σηκώνεται απότομα όρθιος και τραβάει τα ακουστικά από τα αυτιά του.

Αγγελική
Σε τρόμαξα;

Γιώργος
Όχι…
Εντάξει, λίγο.

Αγγελική
Να μείνω λίγο μαζί σου;

Γιώργος
Που;
Αγγελική
Εδώ, στα σκαλάκια... (κάθεται) Είμαι η Αγγελική.

Γιώργος
Γεια σου, Αγγελική!

Αγγελική
Θα μου δώσεις κι ένα τσιγάρο;

Γιώργος
Ένα τσιγάρο... ναι!

Ο Γιώργος βάζει ένα τσιγάρο βιαστικά στα χείλη του και το ανάβει.

Αγγελική
(γελάει) Θα μου δώσεις κι εμένα ένα;

Γιώργος
Ωχ, ναι…

Ο Γιώργος της δίνει ένα τσιγάρο και της ανάβει προσπαθώντας να μην την κοιτάει στα μάτια, ενώ η Αγγελική τον κοιτάει συνέχεια.

Αγγελική
 Μάλλον σε τρόμαξα πολύ, ε;

Γιώργος
Δεν σε άκουσα… Από πού…

Αγγελική
Δεν με περίμενες. (γελάει) Γιατί δεν κάθεσαι;

Ο Γιώργος κάθεται. Η Αγγελική έρχεται πιο κοντά του.

Αγγελική
Λοιπόν, τι νέα;

σκηνή 9η :νύχτα, εξωτερικό - ταβέρνα
Η ταβέρνα έχει κλείσει. Τα φώτα είναι σβησμένα. Στο τζάμι της πόρτας μέσα στο ημίφως φαίνεται ο μάγειρας. Πίνει μία μπύρα από το μπουκάλι και φαίνεται να κοιτάζει με ενδιαφέρον κάπου απέναντι.

σκηνή 10η: νύχτα, εξωτερικό - στενό σκοτεινό δρομάκι
Στον τοίχο, όπου υπήρχε το σύνθημα όσο ζω ελπίζω και όσο ελπίζω απελπίζομαι κάποιος με σπρέι συμπληρώνει από κάτω: «Άρα είσαι καθ…»  Ακούγεται ο ήχος μιας μηχανής κάπου εκεί κοντά, το τρίξιμο των φρένων της και μετά ο ήχος μιας σφοδρής σύγκρουσης. Ο τύπος με το σπρέι σταματά και τρέχει προς το σημείο, απ’ όπου ακούστηκε ο θόρυβος. Τρέχει μπροστά από ένα ανοιγμένο παράθυρο ημιυπόγειου διαμερίσματος στην πολυκατοικία του Γιώργου. Από μέσα ακούγεται μια λαχανιασμένη φωνή:

Γυναικεία φωνή
Α… Αλέξανδρε; …τι …τι ήταν αυτό;

σκηνή 11η: νύχτα, εξωτερικό - στενό σκοτεινό δρομάκι

Έξω από το θερινό σινεμά κάποιος προσπαθεί να κλέψει μια φωτογραφία από τα προσεχώς. Ακούγονται σειρήνες από κάπου εκεί κοντά. Τελικά τα καταφέρνει, βάζει τη φωτογραφία κάτω από το μπλουζάκι του και φεύγει τρέχοντας.

σκηνή 12η
νύχτα, εξωτερικό – λόφος του Στρέφη (2 ώρες μετά στο ίδιο μέρος με την 8η σκηνή)
Ο Γιώργος και η Αγγελική είναι ακόμα στα σκαλάκια. Μπροστά τους έχουν τα άδεια μπουκάλια από τις μπύρες. Στο βάθος φαίνεται να χαράζει. Η Αγγελική προσπαθεί να κάνει κυκλάκια με τον καπνό. Γελάνε. Η Αγγελική χαϊδεύει τους ώμους της. Ο Γιώργος ρίχνει το τζιν μπουφάν του στην πλάτη της.

Γιώργος
Χα! Κάτι ήξερα που το πήρα μαζί μου.
Μάλλον σε περίμενα λίγο... τελικά

Αγγελική
Ποιος ξέρει…

Γιώργος
Δεν μου είπες όμως, εσύ πως και ξέμεινες εδώ καλοκαιριάτικα; Καλά εγώ. Έπρεπε να δουλέψω…
Εσύ γιατί δεν έφυγες;

Αγγελική
Έφυγα…

Γιώργος
Αλήθεια;

Αγγελική
(σοβαρεύεται απότομα) Γιώργο, γιατί μαζεύεις λεφτά για να πας στην Αγγλία;

Γιώργος
(γελάει ακόμα) Γιατί δεν έχω!

Αγγελική
Όχι! Εννοώ τι θα πας να κάνεις εκεί;
Η Αγγελική ανάβει ένα ακόμα τσιγάρο και τσαλακώνει το πακέτο.
Γιώργος
Ε... δε ξέρω ακόμα.
Θα μείνω στην αρχή σε κάτι φίλους στο Λονδίνο και μετά... αν βρεθεί κάτι καλό... καμιά δουλειά...

Αγγελική
Κι αν δε βρεθεί;

Γιώργος
Αν δε βρεθεί... δεν ξέρω. Μάλλον θα γυρίσω πίσω.

Αγγελική
Στην ταβέρνα;

Γιώργος
...στην ταβέρνα. Δεν ξέρω.
Χρωστάω και κάτι μαθήματα ακόμα...
είναι και οι δικοί μου στο Ναύπλιο...

Αγγελική
Στο Ναύπλιο;

Γιώργος
Έχεις πάει;

Αγγελική
Ναι, νομίζω… με το σχολείο

Γιώργος
Στην Αγγλία;

Αγγελική
Όχι, δεν πρόλαβα

Γιώργος
Δεν… τι;

Η Αγγελική σβήνει το τσιγάρο και σηκώνεται απότομα.
Αγγελική
Πρέπει να φύγω.
Γιώργος
Μείνε λίγο ακόμα!
Αγγελική
Ξημερώνει... πρέπει να γυρίσω.
Η Αγγελική κάνει να βγάλει το μπουφάν. Ο Γιώργος της πιάνει το χέρι και τη σταματάει.
Γιώργος
 Μα εσύ είσαι παγωμένη…
Σε παρακαλώ, κράτησε το!

Αγγελική
Να το κρατήσω;

Γιώργος
Αγγελική, θέλω πολύ να σε ξαναδώ!

Αγγελική
Γιατί;

Γιώργος
Γιατί… ε… θέλω

Αγγελική
Γιατί όλα αυτά Γιώργο;

Γιώργος
Φεύγω την άλλη Παρασκευή… Θέλω να…

Η Αγγελική σκύβει, πιάνει το κεφάλι του και τον φιλάει στα χείλη στιγμιαία.

Αγγελική
Πέρνα να το πάρεις το απόγευμα.
Ορφέως 2, στο Χαλάνδρι. Όχι όμως μετά τις 7!
(χαμογελάει παιχνιδιάρικα) Γεια σου τώρα!

Ο Γιώργος παγωμένος μένει να την κοιτάζει να κατεβαίνει τα σκαλιά και να χάνεται.

σκηνή 13η: μέρα, εξωτερικό - ταβέρνα
Ο Γιώργος ακουμπάει δύο μπουκάλια μπύρες σε ένα τραπέζι όπου κάθονται δύο γυναίκες. Όλα τα τραπέζια έξω είναι γεμάτα και ακούγεται φασαρία από τις φωνές των πελατών. Είναι τρεις περίπου το μεσημέρι. Ο Γιώργος προχωράει λίγα μέτρα μπροστά από το μαγαζί βάζει το ανοιχτήρι στη μία κωλότσεπη και βγάζει από την άλλη το κινητό του. Κάποιος πελάτης τού φωνάζει αλλά ο Γιώργος κάνει ότι δεν τον ακούει. Αρχίζει να μιλάει στο κινητό.

Γιώργος
Έλα! Μ' ακούς;


σκηνή 14η: μέρα, εσωτερικό - ρεσεψιόν ξενοδοχείου
Ο Αλέξανδρος είναι καθισμένος πίσω από την ρεσεψιόν.  

Αλέξανδρος
Που είσαι, ρε μαλάκα; Τι ώρα γύρισες σπίτι;

σκηνή 15η (συνέχεια της 13ης): μέρα, εξωτερικό - ταβέρνα

Γιώργος
Καλά είμαι. Θα σου πω... Τι ώρα τελειώνεις;
Θέλω να μου κάνεις μια μεγάλη χάρη...

σκηνή 16η: μέρα, εσωτερικό - στο αυτοκίνητο του Αλέξανδρου
Ο Αλέξανδρος οδηγάει φορώντας ακόμα τα ρούχα της δουλειάς. Στο ράδιο ακούγονται αθλητικά. Έχει πολύ κίνηση στο δρόμο και έχουνε κολλήσει κάπου στην Κηφισίας. Ο Γιώργος κοιτάζει το ρολόι του αυτοκινήτου. Είναι 18:29.

Αλέξανδρος
Επέστρεψαν όλοι οι καριόληδες!
Μια χαρά ήμασταν τόσες μέρες…

Γιώργος
Δεν θα προλάβουμε…

Αλέξανδρος
Θα προλάβουμε, μωρέ μαλάκα! Μην αγχώνεσαι!
Δηλαδή αν είσαι εκεί 7:30 τι έγινε;
Δεν θα σε αφήσει να μπεις; Αλλά μάλλον ναι!
Θα έχει κανονίσει με άλλον πελάτη για μετά… (γελάει)

Γιώργος
Όχι, ρε… δεν είναι έτσι!

Αλέξανδρος
Τι δεν είναι έτσι, ρε χαζέ;
Επαγγελματίας είναι η γκόμενα.
Απ’ αυτές που δέχονται στον χώρο τους και τέτοια!
Τι νομίζεις; Έτσι, από το πουθενά, έρχονται οι γυναίκες; 3 τη νύχτα τριγυρνάν στο Στρέφη ντυμένες νυφούλες;

Γιώργος
Δεν είναι έτσι, σου λέω!

Αλέξανδρος
Ναι καλά… Λεφτά έχεις μαζί σου;

σκηνή 17η: μέρα, εξωτερικό - στην αρχή κάποιου δρόμου
Ο Γιώργος έχει βγει από το αυτοκίνητο και κοιτάζει τριγύρω. Είναι στην οδό Ορφέως. Στην αρχή του δρόμου υπάρχει ένα νεκροταφείο και μετά πολυκατοικίες και λίγες μονοκατοικίες. Ο Αλέξανδρος με ειρωνικό ύφος τον κοιτάζει μέσα από το αυτοκίνητο.

Αλέξανδρος
Να σε περιμένω;

Γιώργος
Όχι, σου είπα… Φύγε!

Αλέξανδρος
Καλά… Το νου σου, ε;

Ο Γιώργος αρχίζει να ψάχνει τα κουδούνια στα πρώτα σπίτια δίπλα στο νεκροταφείο. Πηγαίνει από τη μία πλευρά του δρόμου στην άλλη. Κοιτάζει τα νούμερα και δεν βλέπει το 2 πουθενά. Φαίνεται αγχωμένος και σαν να προσπαθεί να θυμηθεί κάτι. Επιστρέφει βιαστικά στην αρχή του δρόμου προς την είσοδο του νεκροταφείου, όπου στέκεται κάποιος φύλακας. Βλέπει τον αριθμό 2 στην πύλη του νεκροταφείου.

Γιώργος
Με συγχωρείτε…

Ο Γιώργος σταματάει απότομα μόλις βλέπει μέσα από τα κάγκελα της περίφραξης ένα μπουφάν όμοιο με το δικό του κρεμασμένο πάνω σε ένα σταυρό.  Περνάει την πύλη του νεκροταφείου με βήμα διστακτικό.

Φύλακας
Νεαρέ, 7 η ώρα κλείνουμε… Κάνε γρήγορα!

σκηνή 18η: μέρα, εξωτερικό - νεκροταφείο
Ο Γιώργος πλησιάζει τον τάφο με το μπουφάν. Δεν ακούγεται τίποτα και είναι σαν να έχει σκοτεινιάσει απότομα. Το βλέμμα του τώρα είναι πολύ ανήσυχο. Φτάνει δίπλα στον τάφο. Αναγνωρίζει το μπουφάν του αγγίζοντας ένα σκίσιμο στο μανίκι. Το τραβάει απότομα από το σταυρό. Έκπληξη και τρόμος ζωγραφίζονται στο πρόσωπό του. Κάνει ένα βήμα πίσω. Το όνομα Αγγελική είναι χαραγμένο πάνω στο σταυρό και στη βάση του μια ασπρόμαυρη φωτογραφία της Αγγελικής τού χαμογελά.

σκηνή 19η: νύχτα, εξωτερικό – λόφος του Στρέφη
Ο Γιώργος κάθεται στο ίδιο μέρος, στα σκαλάκια και καπνίζει. Το βλέμμα του είναι ανέκφραστο. Ακούγονται βήματα πίσω του. Γυρίζει και βλέπει τον Αλέξανδρο να κρατάει μια σακούλα μπύρες. Ο Αλέξανδρος κάθεται δίπλα του. Του χαμογελάει φιλικά και ο Γιώργος κουνάει το κεφάλι του σαν να λέει: Ναι, ξέρω. Ακούγεται μόνο ο θόρυβος της πόλης. Ανοίγουνε δύο μπύρες. Ο Γιώργος ακουμπάει το μπουκάλι στα χείλη του, αλλά ο Αλέξανδρος τον σταματάει. Κοιτάζονται. 

Αλέξανδρος
(Τσουγκρίζοντας τα μπουκάλια) Καλό ταξίδι, ρε φίλε!

Γιώργος

Καλό ταξίδι

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου