Τετάρτη, 19 Δεκεμβρίου 2012

η αγία αφροδίτη

Τα Χριστούγεννα του 2003 τα πέρασα στο Μόναχο. Είχα ξεκινήσει να ταξιδεύω με το τραίνο ολόκληρη τη γηραιά μας ήπειρο, αλλά επειδή, κάπου στα ιταλοελβετικά σύνορα τα σχέδιά μου διαψεύστηκαν, κατέληξα να περάσω τον περισσότερο καιρό στο μπούνκερ του φίλου μου του Γιώργου στη σιωπηλή πρωτεύουσα της Βαυαρίας.
Τις βέβηλες μέρες που προηγήθηκαν εκείνης της άγιας νύχτας τριγυρνούσα σαν τον λύκο στις γειτονιές γύρω από τη Max Weber Platz, μέχρι που ένα βράδυ, περιμένοντας το τραμ σε κάποια στάση, μπροστά σε μία φωτισμένη διαφήμιση, όπου η δεσποινίδα Χάιντι Κλουμ διαφήμιζε κάποια επώνυμα εσώρουχα -χαρά στο θάρρος της, μέσα σε αυτήν την παγωνιά...- γνώρισα μια καναδή βιολαντσελίστρια, που δούλευε σε μια από τις πολλές συμφωνικές ορχήστρες της πόλης. Την κάλεσα στο πάρτυ και ύστερα της πρότεινα να φέρει και τη χάρτινη φίλη της μαζί, που χαμογελαστή μας άκουγε χωρίς να παρεμβαίνει. Σίγουρα το φαγητό θα έφτανε για όλους.
Δυστυχώς από το τραπέζι της παραμονής τίποτα δεν περίσσεψε για την επόμενη ημέρα. Όσοι έχουν βρεθεί να επισκέπτονται κάποια καθολική πρωτεύουσα τη μέρα των Χριστουγέννων και δεν έχουν φροντίσει από πριν να κάνουν τις κατάλληλες προμήθειες, έχουν γνωρίσει σίγουρα το φάσμα της λιμοκτονίας. Το απόγευμα της 25ης κι ενώ απελπισμένοι περπατούσαμε με το Γιώργο στους έρημους δρόμους του Shwaben, ψάχνοντας για κάποιο εστιατόριο ή έστω κάποιο μπαρ που να σερβίρει σούπες, πέσαμε πάνω σε μια ταβέρνα ελληνική, που έφερε το όνομα κάποιου νησιού του Αιγαίου. Ήταν επίσης και αυτή κλειστή, μα εμείς σταθήκαμε και προσπαθήσαμε να χορτάσουμε την πείνα μας διαβάζοντας το αναρτημένο της μενού που είχε στη βιτρίνα. Κι ύστερα αρχίσαμε να προσέχουμε τη διακόσμηση του μαγαζιού κι η όρεξη μας κόπηκε μαχαίρι.
Πάντοτε πίστευα ότι τα ελληνικά εστιατόρια του εξωτερικού συναγωνίζονται σε ένα άτυπο πρωτάθλημα κακογουστιάς, μα αυτό που έβλεπα ξεπερνούσε κάθε διεστραμμένη φαντασία. Εκεί, στα ημιφωτισμένα ενδότερα του καταστήματος, μέσα σε μια προθήκη που θα την ζήλευε και ο Λούβρος, εκτίθετο ένα γύψινο ομοίωμα της Αφροδίτης της Μήλου, του οποίου η θεία γύμνια, ωστόσο, καλυπτότανε από μια άθλια κόκκινη στολή κι ένα ασορτί σκουφάκι. Οι ιδιοκτήτες της ταβέρνας είχαν κατορθώσει με την ιδέα τους αυτή να εξευτελίσουν ταυτόχρονα δυο σύμβολα και έβαζαν πλέον πολύ ψηλά τον πήχη στο αγώνισμα της κιτς πλειοδοσίας. Δεν τολμήσαμε ούτε καν να το φωτογραφίσουμε εκείνο το ανοσιούργημα κι αφήσαμε τη μίζερη εικόνα των μανικιών με τα λευκά γουνάκια, που κρέμονταν από τα σπασμένα χέρια του ομοιώματος για να απομακρυνθούμε όσο γινότανε πιο γρήγορα από τον τόπο του εγκλήματος.
Λίγο πιο κάτω βρήκαμε τελικά ανοιχτό ένα συνοικιακό καπνοπωλείο. Αγοράσαμε τσιγάρα και αλμυρά μπισκότα κι ο μπάρμπας που το είχε μας γέμισε και από ένα ποτηράκι με φτηνό κονιάκ, ευχόμενος μας κάτι. Το ήπιαμε και παραγγείλαμε ακόμα μία γύρα. Ρίξαμε μια ματιά στο μαγαζί. Τρεις-τέσσερις μεθυσμένοι, μοναχικοί πελάτες είχαν ριχτεί σε έναν αβυσσαλέο εσωτερικό μονόλογο, αλλά έτσι δυνατά που σκέφτονταν ήταν σαν να τα λένε ή σαν να προσεύχονταν ομαδικά στον άγνωστο θεό που έκρυβαν εκεί, μες στα κεφάλια τους.
"Η ομορφιά", μου είπε ο Γιώργος χτυπώντας το ποτήρι μου. "Η ομορφιά", επανέλαβα εγώ. Ήπιαμε, ζεσταθήκαμε και βγήκαμε ξανά στο δρόμο.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου