Πέμπτη, 10 Νοεμβρίου 2011

ο δεύτερος τόμος ενός ανιστορικού μυθιστορήματος που θα άρχιζε κάπως έτσι:

Ύστερα από αυτά αναγκάστηκα να διακόψω πρόωρα και μονομερώς την αιχμαλωσία
μου και να διαφύγω μέσω της δυτικής πύλης από τη Νέα Βαβυλώνα στη Δεκάπολη.
Αν και είχαν περάσει αρκετά χρόνια από τη μέρα εκείνη που είχα μπει από την
ίδια ακριβώς είσοδο στη παρηκμασμένη βασιλεύουσα πραγματοποιώντας τον
μεγαλύτερο προσωπικό μου θρίαμβο και επαληθεύοντας των άλλων τις ασυνάρτητες
προφητείες, μες στο ημίφως της νύχτας αυτής της σαν το κλέφτη άτακτης φυγής μου,
κατόρθωσα γύρω από της πύλης τους τσιμεντένιους παραστάδες να διακρίνω της
τότε πολύχρωμής μου υποδοχής των λουλουδιών την αποσύνθεση. Οι λόγοι που
με έκαναν να αναθεωρήσω τη ζωή και να επιδιώξω νέα κατεύθυνση στης τύχης μου
το ματωμένο μονοπάτι υπήρξανε πολλοί. Θα μπορούσα ενδεικτικώς να αναφέρω
την ατυχή μου εμπλοκή στο φόνο του δεκαπενταετή ελπιδοφόρου αστυφύλακα ή τη
μοιραία αποκάλυψη του συμβουλευτικού μου ρόλου στη σύνταξη της νεοδρακόντειας
νομοθεσίας, πράξεις και παραλείψεις που ελάχιστα στο τέλος εκτιμήθηκαν από τους
μυστικούς μου προϊστάμενους, μα εξόργισαν σφόδρα το αόρατο ακροατήριο,
που μέχρι εκείνη τη στιγμή σε άλλους φθόγγους και συμπεριφορές το είχα συνηθίσει.
Θέμα συνήθειας η σχέση μας και θύμα της συνήθειας υπήρξε ο έρωτας μας. Καιγόταν
η πόλη πίσω από την πλάτη μου και τίναζε το παρανάλωμα τις σπίθες του που
τρύπωναν αδέσποτες στις τσέπες μου και στα μαλλιά μου. Φόρεσα την κουκούλα
και άνοιξα το βήμα μου κινούμενος το ρεύμα της οργής ανάποδα. Δεν ήμουν παρά
μονάχα της εξέγερσης τους μια ταπεινή και ασήμαντη αφορμή και η ιστορία μου τη
δικιά τους ιστορία ένα βίαιο και αιφνίδιο τέλος δε θα το συγχωρούσε. Αν ψάχνουν να
κλαδέψουνε ψυχές, ας τις αναζητήσουν σε εκείνους που δε τους πρόδωσαν ποτέ. Αν
θέλουνε κεφάλια να θερίσουν, υπάρχει στων σωματίων τους τα ευήλια υπόγεια απόθεμα
μεγάλο.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου