Δευτέρα, 14 Νοεμβρίου 2011

antonia (σχέδιο σεναρίου)

Μαδρίτη, σήμερα. Η Ν. είναι μια φοιτήτρια από την Ελλάδα, που έχει έρθει στην Ισπανία με κάποιο εκπαιδευτικό πρόγραμμα. Με τη συγκάτοικό της, Ε., επίσης φοιτήτρια, μένουν σε ένα ημιυπόγειο διαμέρισμα κοντά στ κέντρο της πόλης. Η Ν., προκειμένου να επικοινωνεί με τους δικούς της Ελλάδα, έχει πάρει ένα νούμερο καρτοκινητού τηλεφώνου, ο οποίος παρεμπιπτόντως εμπεριέχει το γνωστό τριψήφιο αριθμό της τρέλας. Ένα μήνα μετά την άφιξή της στην ισπανική πρωτεύουσα και ενώ η ζωή της κυλάει σε ξέγνοιαστους φοιτητικούς ρυθμούς, δέχεται στο τηλέφωνό της ένα μήνυμα από κάποιον άγνωστο αποστολέα. «Σας πληροφορούμε ότι ο γιος σας τις τελευταίες δυο βδομάδες δεν έχει εμφανιστεί στα μαθήματά του.» Η Ν. δείχνει το μήνυμα στη συγκάτοικό της και εκείνη της λέει ότι προφανώς έχει γίνει κάποιο λάθος. Τα δυο κορίτσια κάνουν καινούριες παρέες, ενώ η συγκατοίκησή τους γνωρίζει σκαμπανεβάσματα. Λίγες μέρες μετά παρόμοιο λάθος μήνυμα εμφανίζεται στην οθόνη του τηλεφώνου της Ν., η οποία ρωτάει τους νέους Ισπανούς της φίλους αν είναι δυνατό να της έχει δώσει η εταιρεία τηλεφωνίας το νούμερο που άλλοτε χρησιμοποιούσε άλλος χρήστης. Οι φίλοι της αστειεύονται με την ανησυχία της και της λένε, «Τι σε νοιάζει; Αργά ή γρήγορα η μητέρα του άτακτου μαθητή θα μάθει την αλήθεια». Η Ν., συμμεριζόμενη την πλάκα, τους απαντά, «Ναι, αλλά αν μέχρι τότε ο μικρός έχει γίνει πρεζάκι ή μέλος κάποιας συμμορίας;». Οι μέρες περνούν και η μητέρα της Ν. έρχεται στη Μαδρίτη για να την επισκεφτεί. Κατά την παραμονή της εκεί, ο ίδιος άγνωστος αποστολέας στέλνει στο κινητό της Ν. το ίδιο περίπου μήνυμα με την προσθήκη, αυτή τη φορά, της φράσης: «Παρακαλώ επικοινωνήστε μαζί μας επειγόντως!». Η Ν. το δείχνει στη μητέρα της και την ενημερώνει και για τα άλλα μηνύματα που προηγήθηκαν. Η μητέρα της την μαλώνει και της λέει ότι πρέπει να κάνει κάτι για αυτό. Η Ν. της λέει ότι δεν είναι δική της δουλειά και την κατηγορεί ότι είναι υπερπροστατευτική. Μητέρα και κόρη τσακώνονται, αλλά γρήγορα τα ξαναβρίσκουνε και βγαίνουν βόλτα. Ενώ βρίσκονται μέσα στο μετρό, η μητέρα της Ν. διαπιστώνει ότι της λείπει το πορτοφόλι της. Η Ν. της λέει ότι είναι απρόσεχτη. «Αφού σου είπα! Κλέβουνε στο μετρό.» Η μητέρα της απαντά ότι δεν αποκλείεται το κλεφτρόνι να είναι το παιδί που έχει παρατήσει το σχολείο του. Πηγαίνουν σε ένα αστυνομικό τμήμα για να δηλώσουν την κλοπή και εκεί η Ν. ρωτάει τον αστυφύλακα, που παίρνει τα στοιχεία τους, αν υπάρχει τρόπος να μάθει ποιος είχε το νούμερο του τηλεφώνου της πριν από αυτήν. Ο αστυφύλακας, ο οποίος τη φλερτάρει λίγο, της λέει «Γιατί ρωτάς;» και η Ν. του αφηγείται την ιστορία με τα μηνύματα. Εκείνος τότε τη ρωτάει, γιατί δε δοκίμασε να τηλεφωνήσει στον αριθμό του αποστολέα και ενημερώσει τη γραμματεία του σχολείου για την παρεξήγηση. Η Ν. του απαντάει πως δεν το σκέφτηκε. Αυτός γελάει και σηκώνοντας το ακουστικό του τηλεφώνου του της λέει, «Δεν πειράζει! Δώσε μου το νούμερο να τους πάρω εγώ!». Η Ν. προσποιείται ότι δεν έχει το κινητό της μαζί και βιαστικά παίρνει τη μητέρα της και φεύγουν από το τμήμα. Έξω στο δρόμο, η μητέρα της ζητά να μάθει γιατί η Ν. είπε ψέματα. «Ε, δε θα γίνουμε και ρουφιάνοι της αστυνομίας! Κι αν έχει μπλέξει πραγματικά το παιδί; Θα τους πάρω εγώ αύριο. Σ’ το υπόσχομαι!» Την επόμενη μέρα η μητέρα της Ν. επιστρέφει στην Ελλάδα. Η ζωή της Ν. επιστρέφει στους κανονικούς ρυθμούς. Λίγες μέρες μετά, δυο φίλοι από τη σχολή έρχονται στο σπίτι των κοριτσιών για να δουν μαζί τους ένα ισπανικό θρίλερ. Ενώ παίζει η ταινία, ο ένας από αυτούς φτιάχνει ένα μπάφο και τον μοιράζεται με την παρέα. Ο άλλος, μόλις πίνει από το τσιγάρο, λέει στο φίλο του ότι είναι πολύ καλό και τον ρωτάει που το βρήκε. «Από έναν πιτσιρικά στη γειτονιά μου». Η Ε. σκουντάει τη Ν. και της λέει, «Φαντάζεσαι να είναι ο δικός σου;». «Ποιος δικός μου; Ωχ! Όχι ρε γαμώτο! Το ξέχασα.» Οι άλλοι την κοιτάζουν με απορία και η Ν, τους εξηγεί ότι υποσχέθηκε στη μητέρα της να επικοινωνήσει με το σχολείο και να τους πει ότι θα πρέπει να αναζητήσουν με άλλο τρόπο τη μητέρα του παιδιού. Ο ένας φίλος ρωτάει, «Σε ποιο σχολείο πάει ο μικρός;». «Που θες να ξέρω;» Αυτός της ζητάει να του δώσει το νούμερο και αφού του δίνει, αρχίζει να το αναζητάει στο διαδίκτυο. «Χμ… Και μου φαινόταν γνωστός ο αριθμός. Είμαστε τυχεροί. Είναι το λύκειο που τελείωσα. Αν θέλεις, πάμε μαζί από εκεί αύριο το πρωί!» Η Ν. δέχεται και βάζουν ξανά την ταινία να παίζει. Το επόμενο πρωί η Ν. και ο Ισπανός φίλος της πάνε στο σχολείο, απ’ όπου υποτίθεται πως στάλθηκαν τα λάθος μηνύματα. Συναντούν μια κυρία από τη γραμματεία και της εξηγούν τι έχει συμβεί. Αυτή τους ευχαριστεί που μπήκαν στον κόπο να την ενημερώσουν και μετά μοιράζεται μαζί τους την ανησυχία της για τον εξαφανισμένο μικρό, αλλά και την οικογένεια του. Στη συνέχεια, καθώς φεύγουν από το σχολείο, ένα μικρό κοριτσάκι στο προαύλιο στέκεται μπροστά στη Ν. και της λέει κάτι που εκείνη δεν το καταλαβαίνει. Ρωτάει στα αγγλικά το φίλο της να της εξηγήσει. «Τίποτα. Μάλλον κάποια της θυμίζεις.» Η Ν. επιστρέφει στο σπίτι της και μαλώνει λίγο με τη συγκάτοικό της για μια ασήμαντη αφορμή. Στη συνέχεια κλείνεται στο δωμάτιο της. Ακούγεται ο ήχος του εισερχόμενου μηνύματος. Κοιτάζει το κινητό της. «Δεν το πιστεύω!» Την επόμενη μέρα η Ν. περνάει ξανά από το σχολείο και ζητάει να δει την υπάλληλο της γραμματείας. Ωστόσο της λένε ότι η συγκεκριμένη κυρία δεν έρθει στη δουλεία της, λόγω μιας ξαφνικής αδιαθεσίας. Η Ν. αποχωρεί από το σχολείο την ώρα που οι μαθητές σχολάνε και φεύγουν για τα σπίτια τους. Ξαφνικά βλέπει το κοριτσάκι, που της είχε μιλήσει την προηγούμενη μέρα, να στέκεται ακίνητο και να την κοιτάζει. Το πλησιάζει και το ρωτάει πώς το λένε και σε ποια τάξη πάει. Το κοριτσάκι δεν είναι και πολύ φιλικό. Η Ν. το ρωτάει αν έχει αδέρφια και εκείνο της απαντά ότι έχει ένα μεγαλύτερο αδερφό. «Και τι τάξη είναι τώρα ο αδερφός σου;» Το κοριτσάκι λέει ότι ο αδερφός του δεν έχει στο σχολείο πια. Ακούγεται η επίμονη κόρνα ενός αυτοκινήτου και το κοριτσάκι τρέχει προς εκείνη τη κατεύθυνση. Η Ν. βλέπει στη θέση του οδηγού μια γυναίκα στην ηλικία της μητέρας της να την κοιτάζει με θυμωμένο ύφος. Η Ν. πλησιάζει προς το αμάξι, το οποίο, αφού επιβιβαστεί σε αυτό η μικρή, φεύγει γκαζώνοντας. Η Ν. επιστρέφει στο σπίτι, την πόρτα του οποίο βρίσκει παραβιασμένη και όλα τα πράγματα πεταγμένα στο πάτωμα. Εύκολα διαπιστώνει ότι λείπουν διάφορα. Ψάχνει αναστατωμένη το τηλέφωνό της. «Έλα Ε.! Με ακούς; Που είσαι; Έλα στο σπίτι, γρήγορα!» Οι δύο συγκάτοικοι βρίσκονται στο αστυνομικό τμήμα, όπου είχε πάει η Ν. με τη μητέρα της και μιλάνε με τον αστυφύλακα. Αυτός τώρα φαίνεται πολύ καχύποπτος. «Και τι έλεγε το τελευταίο μήνυμα;» Η Ν. διστάζει. Η Ε. τη σκουντά. «Δείξ’ του!» Ο αστυφύλακας παίρνει το κινητό της Ν. και διαβάζει το μήνυμα. «Α, μάλιστα!» «Τι;» «Έπρεπε να με ενημερώσετε πρώτα, πριν κάνετε οτιδήποτε.» «Που να φανταστώ;» «Χμ..» «Και τώρα;» «Τι και τώρα; Τώρα το καλύτερο που έχετε να κάνετε είναι να αλλάξετε αριθμό.» «Και το σπίτι;» «Η διάρρηξη μπορεί και να είναι απλά συμπτωματική. Δεν έχουμε στοιχεία ότι…» «Μα, τι λέτε; Κι εμείς πως θα πάμε να μείνουμε τώρα ξανά εκεί;» «Ε, τότε να αλλάξετε και σπίτι!» «Μήπως να γυρίσουμε και πίσω στην Ελλάδα;» «Χμ…» Η Ν. και η Ε. φεύγουν από το τμήμα. Περπατούν στο δρόμο χωρία να μιλούν. Ξαφνικά η Ε. πιάνει τη Ν. από το μπράτσο. Εκείνη την αγκαλιάζει. Τις επόμενες μέρες τα κορίτσια, αφού αλλάξουν την κλειδαριά της πόρτας τους, προσπαθούν να αλλάξουν τη διακόσμηση του σπιτιού και να το κάνουν πιο ευχάριστο. Μια βδομάδα μετά όλα τα δυσάρεστα μοιάζουν σα να έχουν ξεχαστεί και η Ν. με την Ε. το ρίχνουν έξω και οργανώνουν με την παρέα τους από τη σχολή μια εκδρομή στο Τολέδο. Όμως το προηγούμενο βράδυ η Ν. ανεβάζει πυρετό και όταν ξυπνάει διαπιστώνει ότι έχει κρυολογήσει. Η Ε. της λέει να αναβάλουν την εκδρομή για να μείνει σπίτι και να την προσέχει. Η Ν. αρνείται. «Δεν είναι τίποτα. Αύριο θα είμαι μια χαρά. Πήγαινε εσύ και βγάλε φωτογραφίες και για μένα!» Η Ε. φεύγει και η Ν. μένει στο σπίτι και περνάει την ώρα της διαβάζοντας. Αρχίζει να βραδιάζει κι ενώ η Ν. βλέπει κάποια ταινία στον υπολογιστή της ακούει το κουδούνι της εξώπορτας. Ανοίγει χωρίς να ρωτήσει και σε λίγο ακούει χτύπημα στην πόρτα. «Τι έγινε; Πάλι ξέχασες τα κλειδιά σου;» Ανοίγει την πόρτα και βλέπει μπροστά της κάποιον άγνωστο νεαρό, γύρω στα δέκα έξι. Η Ν., τρομαγμένη, κλείνει ξανά απότομα την πόρτα. Κλειδώνει, παίρνει το κινητό της και καλεί έναν αριθμό. Ακούγεται η φωνή του τηλεφωνητή. Κλείνει το κινητό ξανά και πηγαινοέρχεται νευρικά μέσα στο διαμέρισμα. Ανάβει ένα τσιγάρο και κάθεται σε μια καρέκλα κοιτάζοντας την πόρτα. Λίγο μετά, σηκώνεται δειλά, πλησιάζει την πόρτα και κοιτάζει από το ματάκι. Δε φαίνεται κανένας στο διάδρομο. Ξεκλειδώνει και ανοίγει σιγά-σιγά την πόρτα. Ο νεαρός δεν είναι πια εκεί. Την ώρα που πάει να κλείσει ξανά, προσέχει πως κάτι βρίσκεται πάνω στο χαλάκι της εισόδου. Σκύβει και μαζεύει από κάτω ένα πορτοφόλι και το ανοίγει. Λίγα χαρτονομίσματα, μια-δυο κάρτες και μια ταυτότητα. Κοιτάζει τη φωτογραφία. Είναι η ταυτότητα της μητέρας της μικρής μαθήτριας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου