Κυριακή, 6 Νοεμβρίου 2011

το παγκάκι

Πίσω στο ψυχιατρείο. Έχω βγει έξω, στο προαύλιο να κάνω ένα τσιγάρο. Δεν είναι τόσο η εξάρτησή μου από τον καπνό ή έστω η συνήθεια, όσο η ανάγκη να κάνουνε τα μάτια και τα αυτιά μου ένα μικρό διάλειμμα, μια ολιγόλεπτη απόδραση, δυο μόλις βήματα από την ενδοχώρα του παράλογου. Είναι ένα ζεστό απόγευμα στα τέλη του Αυγούστου. Το καλοκαίρι, όμως, δε φαίνεται να έχει αγγίξει του ιδρύματος τις βασικές δομές, παρά μονάχα με τις υψηλές θερμοκρασίες του. Πέρα από τον αφηγητή και δυο-τρεις άλλους του προσωπικού, που βγήκαν επίσης για τσιγάρο, την ώρα αυτή εκεί έξω βρίσκονται ελάχιστοι. Οι πιο πολλοί από τους επισκέπτες και τους τρόφιμους προτίμησαν την άνεση του κλιματιστικού και τη βουβή, αλλά πολύχρωμη, τηλεοπτική σαγήνη. Το βλέμμα μου, μετά από μια σχολαστική, μα άσκοπη, περιπλάνηση, στο τέλος καταλήγει στο βάθος της αυλής, σε ένα μικρό μεταλλικό παγκάκι. Εκεί, ένα ζευγάρι ερωτοτροπεί προκλητικά και σφετερίζεται με θράσος τον κοινόχρηστο χαρακτήρα τόσο του χώρου όσο και της στιγμής. Και οι δυο τους φορούν παντόφλες και πιτζάμες. Στρίβω ξανά τσιγάρο και ψάχνω στις τσέπες για φωτιά. Ένα λευκό μανίκι εμφανίζεται κάτω από τη μύτη μου και μου προτείνει αναπτήρα. «Πλάκα δεν έχουν;», ρωτάει ο νοσοκόμος προφανώς ρητορικά, αν και προσωπικά έχω έτοιμη για να του δώσω μια απάντηση, που αυτός δε θα ήθελε μάλλον να την ακούσει. Στο μεταξύ, στο βάθος, στο παγκάκι η κατάσταση φαίνεται να έχει πια ξεφύγει. Ο άντρας έχει χουφτώσει το στήθος της γυναίκας κάτω από τη μπλούζα της, ενώ αυτή του γλύφει επίμονα το αυτί και ύστερα το δαγκώνει. Και οι δυο τους είναι ήδη κάτι πιο πολύ από μεσήλικες – η τρέλα τους τις εκτιμήσεις ξεγελάει. Έχουνε σίγουρα και οι δυο παιδιά, ίσως ακόμα και εγγόνια, τα οποία βάζω στοίχημα πως σπάνια τους επισκέπτονται. Αναρωτιέμαι αν είναι παντρεμένοι και ο νοσοκόμος, διαβάζοντας τη σκέψη μου, σπεύδει να απαντήσει. «Δυο χρόνια τώρα νομίζουν και οι δυο πως είναι ο ένας του άλλου το επισκεπτήριο. Μέσα στην κλινική δε θα τους δεις να κουβεντιάζουνε ποτέ. Βλέμμα δεν ανταλλάσσουν. Θα έλεγες πως ούτε καν αναγνωρίζονται. Μα όταν βγαίνουν στην αυλή, αμέσως φιλιούνται, αγκαλιάζονται, σα να έχουν μήνες να βρεθούν, και ύστερα αποσύρονται εκεί, στο πιο απόμερο παγκάκι και βγάζουνε τα μάτια τους.» Αλήθεια, πως γνωρίστηκαν; Ήτανε ήδη στη ζωή μαζί, πριν η αρρώστια του μυαλού τους στείλει εδώ πέρα; Και άραγε, ο παντογνώστης ο γιατρός για όλα αυτά τι λέει; Μα ο νοσοκόμος προτιμά, ετούτη τη φορά, στις σκέψεις μου να απαντήσει με ερώτηση. «Όμως εσύ, γιατί είσαι εδώ; Έχεις κάποιον δικό σου μέσα;» Για μια στιγμή φλερτάρω με την ιδέα να του πω πως ο «δικός μου μέσα» είναι αυτός και πως εγώ είμαι το επισκεπτήριό του. Τελικά, δεν απαντάω τίποτα. Πετάω το τσιγάρο μου στα πόδια του κι εγκαταλείποντας το ίδρυμα τρέχω το καλοκαίρι να προλάβω.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου