Κυριακή, 16 Οκτωβρίου 2011

party carthaginiensis

Παράξενος λαός οι Καρχηδόνιοι. Ζούσαν μέσα στην πολυτέλεια κι όλα τα αγαθά της γης ήταν για αυτούς άφθονα και προσιτά και τίποτα ποτέ δεν είχαν καταφέρει να τους λείψει. Κι όμως, όταν πληροφορήθηκαν πως έπεσε στη Σύγκλητο το σύνθημα πως πρέπει από το χάρτη να εξαφανιστεί η ένδοξη και κραταιά τους πόλη, αυτοί αντί να αμυνθούν, αντί τη μοίρα τους να κλάψουν, το έριξαν στα πάρτυ. Κι ήταν σε εκείνες τις λαμπρές μα πένθιμες γιορτές που εφευρέθηκε το παιχνίδι αυτό που οι ιστορικοί πολύ αργότερα ονόμασαν καρχηδονιακή ρουλέτα. Οι κανόνες του ήταν τόσο απλοί όσο ασαφής και απροσδιόριστος παρέμεινε για πάντα ο σκοπός του. Δικαίωμα συμμετοχής είχαν εξάλλου όλοι, άντρες, γυναίκες, σοφοί και αφελείς, άγιοι και διεστραμμένοι. Με μια μόνη προϋπόθεση, να τους αρέσει το κρασί, όλοι της Καρχηδόνας οι μελλοθάνατοι μπορούσαν να καθίσουν στο τραπέζι. Καθόντουσαν λοιπόν, γέμιζαν τα ποτήρια τους και με το σύνθημα πάντα του πιο νεότερου, αρχίζανε να παίζουν. Και τότε ο πρώτος παίκτης, κρατώντας το ποτήρι του, έλεγε «παιδιά, θέλω να εξομολογηθώ ένα μεγάλο μυστικό μου» και ξεκινούσε αμέσως να αφηγείται την ιστοριούλα του και μόλις την τελείωνε άδειαζε μονορούφι το ποτήρι. Και αυτομάτως ερχόταν του δεύτερου παίκτη η σειρά και ύστερα του τρίτου, μέχρι όλοι οι συμμετέχοντες να μαρτυρήσουν κάτι που είχαν για κρυφό και μέχρι όλα τα ποτήρια να αδειάσουν. Ύστερα τα ποτήρια ξαναγέμιζαν και δίχως να χάσουν χρόνο –οι Ρωμαίοι όλο και πλησίαζαν- άρχιζε ο δεύτερος γύρος. Εξυπακούεται πως τουλάχιστον στους τέσσερις πρώτους γύρους όλων σχεδόν τα μυστικά ήταν ψέματα φριχτά και κατασκευασμένα. Ήταν, άλλωστε, οι Καρχηδόνιοι περίφημοι, σε όλον της αρχαιότητας τον κόσμο, τόσο για την αντοχή τους στο ποτό όσο και για την αχαλίνωτή τους φαντασία. Τόσο που όλοι τους κορόιδευαν και λέγεται, πως όταν έπεσε η πόλη και πέρασε όλων ο λαιμός από του τιμωρού ρωμαίου το λεπίδι, οι άλλοι οι αρχαίοι χασκογέλασαν και είπανε για αυτούς «καλά να πάθουνε οι παλιοψευταράδες!». Όταν όμως οι πρώτοι γύροι πια περνούσανε και το κρασί άρχιζε να αναμειγνύει το αίμα με το ψέμα, τότε σιγά-σιγά και οι παίκτες της ρουλέτας άρχιζαν να αποκαλύπτουν μυστικά αληθινά, που είχαν τόσο καλά για χρόνια μέσα τους κρυμμένα. Αλλά και πάλι, ακόμα και αυτό, ελάχιστη στο τέλος αποκτούσε σημασία, αφού όταν κάποτε επιτέλους το παιχνίδι τους τελείωνε, ήταν οι πάντες τόσο παράφορα πιωμένοι, που από όλες εκείνες τις τρανές αποκαλύψεις του κρασιού, την άλλη μέρα τίποτα σχεδόν δεν κατορθώνανε στη μεθυσμένη μνήμη τους να ανακαλέσουν. Κι έτσι όλα τους παιχνίδια ολοκληρώνονταν βρίσκοντας όλους τους ταυτόχρονα ταπεινωμένους και θριαμβευτές, μέχρι που έφτασαν τελικά οι φάλαγγες των εισβολέων την τάξη για να αποκαταστήσουν. Λέγεται πως κάποιος εκατόνταρχος πρόλαβε να γνωρίσει το μυστικό του παιχνιδιού, πριν κατασφάξει της τελευταίας καρχηδονιακής γιορτής τους ξεροκέφαλους θαμώνες, και ύστερα πως δοκίμασε να το εισαγάγει στην Ευρώπη. Αλλά εκεί, στο πρώτο πάρτυ που οργάνωσε στην έπαυλη ενός συγκλητικού, και προσπαθώντας στους φίλους του να το διδάξει, παίζοντας πρώτος από ζήλο υπερβάλλοντα ξεστόμισε ένα μυστικό βαρύ και επτασφράγιστο και όλοι οι υπόλοιποι πέσανε αμέσως να τον φάνε. Τον καημένο τον παιχνιδιάρη εκατόνταρχο, ούτε καν το κρασάκι του δεν τον αφήσανε στα χείλη του να φέρει.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου