Πέμπτη, 13 Οκτωβρίου 2011

one man's land

Σάββατο ξημερώματα. Στην ερημιά του κόσμου. Στο πουθενά. Όλη τη νύχτα οδηγώ. Κι έχω στο πλάι μου τον Άλλο να κοιμάται. Με το ένα μάτι ανοιχτό. Με τα χεράκια του στο στήθος σταυρωμένα. Ανοίγω το ραδιόφωνο. Κι ανοίγει κι ο Άλλος και το άλλο του το μάτι. Κι ακούμε παρέα τον πλανήτη γύρω από τον ήλιο να γυρνά. Κι από τον εαυτό του γύρω. Αν γύριζα έτσι κι εγώ, τρελό θα με φωνάζανε. Γι’ αυτό κι εγώ τραβάω ευθεία. Οδηγώ. Κι έχω στο πλάι μου τον Άλλο. Παρέα, για τελευταία φορά τον βλέπουμε μαζί. Ο κόσμος ξημερώνει!
«Θέλεις να το πάρω κι εγώ λιγάκι; Να σε ξεκουράσω, θέλεις; Κι εγώ ευθεία πάω». Πιάσε τον χάρτη εσύ καλύτερα. Ψάξε! Να δεις πού είμαστε. Τι έχουμε ως τώρα αφήσει πίσω μας. Τι άλλο μπροστά μας περιμένει. Και πιάνει ο Άλλος τους χάρτες να μασουλά. Και την πυξίδα για πρωινό να καταπίνει. «Τι να τα κάνεις όλα αυτά; Αφού έχεις εμένα. Ξερά ποτάμια πίσω μας. Βράχοι βουνά μπροστά μας. Μα πάντα εγώ στο πλάι σου. Ιδανικός συνοδηγός. Πότε σ’ απογοήτευσα;» Πότε;
Δική του ιδέα ήταν το ταξίδι αυτό. Αυτός το ονειρεύτηκε. Και με έπεισε πως το είχα δει κι εγώ. Το ίδιο όνειρο. Πως ταξιδεύαμε, λέει. Πως διασχίζαμε όλη τη χώρα. Πως κάπου βόρεια πηγαίναμε. Κάπου βαθιά. Κάπου παλιά. Πονούσε κάπου. Κι εκεί όπου πονούσε, λέει, βρίσκαμε μια γη χωρίς ανθρώπους. Ανθρώπους χωρίς καρδιές, χωρίς κεφάλια βρίσκαμε. Και πίσω από τα κεφάλια τους. Και μέσα στις καρδιές τους, το ίδιο το όνειρό μας ξαναβρίσκαμε. Το ξαναβλέπαμε. Ξανά. Μαζί και πάλι. Το δέντρο, το πλατάνι. Που κάτω από τα κλωνάρια του θα ξαναγεννηθούμε, λέει. Και σκάβαμε στις ρίζες του. Μια μέρα και μια νύχτα σκάβαμε. Κι εκεί βαθιά. Εκεί παλιά. Το θησαυρό ανακαλύπταμε. Της γης τον πρώτο τον χρυσό και των εθνών τον πλούτο. «Ξύπνα! Πάμε το μερτικό μας να τρυγήσουμε! Πάμε! Εκεί, μας περιμένει. Πάμε να τον προλάβουμε! Πριν κι άλλοι τον ονειρευτούν. Πριν να ξυπνήσουν οι άλλοι. Σκέψου καλά! Εκείνη σκέψου! Τι δώρα θα της κάνεις. Και με τα δώρα αυτά δική σου πάντα θα ‘ναι».
Και έτσι με έπεισε. Και ξεκινήσαμε έτσι. Φορτώσαμε τα σύνεργα, θλίψη, θυμό και θέληση, και φύγαμε. Και έφυγαν ξοπίσω μας οι μέρες και οι μήνες. Κι έγιναν βράχια τα βουνά. Ξεράθηκαν τα ποτάμια. Κι ακόμη ταξιδεύαμε. Κι όλο της Γης το τέλος, το δέντρο, το πλατάνι δεν το βρίσκαμε. Κι όλο στα ίδια μέρη, λες και ξαναρχόμασταν. Λες κι ο πλανήτης βάλθηκε πως είναι σφαιρικός να μας φανεί. Σ’ εμάς να το αποδείξει. Σ’ εμάς, που πρώτοι τον πιστέψαμε.
Σάββατο ξημερώματα, πρωί Σαββάτου. Θέλω καφέ. Ο Άλλος χωνεύει την πυξίδα και τους χάρτες. Και το κεφάλι του έξω απ’ το παράθυρο κρεμά. Τα κατσαρά του ν’ ανεμίζουν. Ο ήλιος να τον θρέφει. Στρίβω τσιγάρο. Δεν τον ρωτάω πια. Πως έχουμε χαθεί το ξέρω. Πάνε μέρες που έβαλα το πέτρινο γεφύρι για σημάδι. Και είπα πως θα τον σκότωνα, αν το ξαναπερνούσαμε. Επτά φορές το μέτρησα το πέτρινο γεφύρι. Κι ακόμα ζει ο άθλιος. «Τι σ’ έπιασε; Βουίζει ο τόπος πέτρινα γεφύρια. Και όλα τα ίδια μοιάζουν. Να! Βάλε εμένα για σημάδι! Γεφύρι είμαι κι εγώ. Βάλε τον ήλιο, που είναι πέτρα! Βάλε Εκείνη!»
Τι λέει ο δρόμος; Κοίταξε! Τι γράφει η επιγραφή, στο δρόμο πλάι; Πωγωνιανή. Περάσαμε από δω. Θυμάσαι, εξυπνάκια; Τον πόνο που σκορπίσαμε εδώ τον ξέχασες; Και παρακάτω; Κομνηνά. Τα φιλιά που ληστέψαμε; Τα τσίπουρα που ήπιαμε κάτω απ’ τα δέντρα, τα πλατάνια; Άλλα φιλιά κι άλλα πλατάνια αυτά. Το λάθος μας νωρίς το καταλάβαμε και συνεχίσαμε. Παρανέστιον. Πίσω από τα κάγκελα. Απ’ το σταθμό πιο πίσω. Δυο μετανάστες τσιγάρο μάς ζητήσανε. Πιο μετανάστες εμείς και ψέματα, πως δεν καπνίζουμε, τους είπαμε. Τα δόντια μας απ’ τον καπνό κιτρίνισαν. Πρασίνισε η γλώσσα από το ψέμα. Κι ύστερα. Μελίβοια. Μην κάνεις πως ξεχνάς! Και από δω περάσαμε. Από τη βρύση ήπιαμε νερό και μούσκεψε η ψυχή μας. Και τα παλιά μας μυστικά στη βρύση τα βουτήξαμε. Και φαρμακώθηκε όλο το χωριό. Και ψόφησε ο κόσμος όλος. Και παρακάτω; Σοχός και Μεταξάδες. Για μιας σκιάς το όνειρο που τόσος κόσμος σφάχτηκε το λησμονάς; Γιατί γελάς; Θυμάσαι πώς τους γάβγιζες; Κι απ’ τον φόβο, απ’ την ελπίδα έτρεμες. Γελάς. Τώρα γελάς. Βλέπεις την προφητεία να πληρώνεται και είσαι ευτυχισμένος. Πώς το ‘πε ο ποιητής; Πως εκείνος –τάχα– με τη μνήμη την πιο αδύναμη στο τέλος θα επιζήσει.
Πρωί Σαββάτου, Σαββάτου μεσημέρι. Μεσημέρι που όλα τα λυγά. Που τίποτα δεν μένει. Στέκει ο πλανήτης στον ήλιο του απέναντι και τον κοιτά στα μάτια. Λιώνουν τα όνειρα. Οι ανησυχίες τρέχουν. Σκιά να βρούνε να κρυφτούν. Κι εγώ ακόμα οδηγώ. Πεινώ, διψώ. Ιδρώνω τη φανέλα μου, στεγνώνω τα φτερά μου. Ξερά ποτάμια αφήνω πίσω μου. Βράχια, βουνά τρέχω για να προλάβω. Κι έχω τον Άλλο πλάι μου. Ιδανικό συνοδηγό. Σφυρίζει εμβατήρια. Βαστάει την κοιλιά του. Αναζητά τα σύνεργα. Θλίψη, θυμό και θέληση. Σωπαίνει. Απολογείται. «Εντάξει, έχουμε χαθεί. Τι θες εγώ να κάνω;» Στρίβω τσιγάρο.
Κι αρχίζει πάλι να μιλά. Φιλοσοφεί. Παραληρεί. Ξερνά και συνεχίζει. Πως είναι, λέει, το ταξίδι κι όχι ο προορισμός. Πάει καιρός που προορισμοί έπαψαν να υπάρχουν. Και το ραδιόφωνο, ήχος τριγμός, φωνή λυγμός τον συνοδεύει. Πως και το τέλος, το δέντρο, το πλατάνι να μη βρούμε και πάλι πίσω νικητές θα επιστρέψουμε. Πως στα μπαλκόνια θα βγουν τα κρίματα, τα εγκλήματά μας όλα, να μας υποδεχτούν. Θριάμβους τα λάθη μας θα στήσουν. Θα μας υμνούν, θα μας τιμούν. Κι οι νύχτες που χαθήκανε σ’ εμάς θα επιστρέψουν. «Κι όπως μόνον Εκείνη σε έχει πει, στις πολιτείες τους ονόματα θα σπείρουν. Οδός Μωρό μου. Πλατεία Αγάπη μου. Θα σε θυμούνται». Σκάσε πια! Τον δρόμο κοίταζε μπροστά! Τον δρόμο, σε παρακαλώ! Τον δρόμο μόνο.
Σάββατο μεσημέρι, απόγευμα Σαββάτου. Κι έχω σε κάμπο μπει πλατύ. Και μια χαράδρα αρπακτικό μπροστά με περιμένει. Κι όλο οδηγώ. Κι έχω στο πλάι μου τον Άλλο να μετρά. Να τραγουδά του δρόμου τις επιγραφές. Να ψέλνει. Εράτυρα. Γαλατινή. Μες στο μυαλό μου Εκείνη τριγυρνά. Κι έχει φανεί και το φεγγάρι. Πέτρα κι αυτό, έχει βαλθεί γύρω μου να γυρνά. Πώς γίνεται όλα στον κόσμο να γυρίζουν διαρκώς και να ζαλίζομαι εγώ μονάχα; Ποιος τα ‘χει φτιάξει έτσι; Δροσάτον. Ποντοηράκλεια. Στο πλάι του δρόμου σταματώ. Κι αφήνω τη μηχανή και την ψυχή μου αναμμένη. Είναι η ώρα που πάντα τής τηλεφωνώ. Τα ίδια για να πούμε. Πως χάθηκα για να τη βρω. Χαθήκαμε. Την παίρνω. Καλεί. Μου απαντάει. Μίλα μου! Είσαι καλά; Πες μου! Έχει κάτι αλλάξει;
«Με ακούς; Είμαι καλά. Μα άκουσε, πίσω να μη γυρίσεις! Συνέχισε! Πίσω πια δεν υπάρχει. Κι είναι όλα όπως τ’ άφησες. Απόγευμα Σαββάτου. Κι είναι όλα σαν το φιλί που μου έσπρωξες στην πόρτα. Φιλί φυγή. Κι είναι όλα κόκκινα, σαν το μπλουζάκι που φορούσες. Σ’ ακούω. Το ίδιο μπλουζάκι φοράς ακόμα. Φόρα το! Μα άκουσε, πίσω να μη γυρίσεις! Συνέχισε! Συνέχισε και θα με βρεις! Και όλα θα ξαναέρθουν. Γιατί όλα εδώ πίσω έχουν χαθεί. Χάθηκαν οι Δευτέρες. Που ερχόσουν απ’ τη δουλειά. Με πείραζε. Σου το ‘χα πει. Να μην ξανάρθεις. Χάθηκαν οι Σεπτέμβρηδες. Βιαζόσουν τα πουλόβερ σου να βάλεις. Κι ας ήταν ο Αύγουστος έξω απ’ την πόρτα μας ακόμη. Χάθηκε το εννιάμισι. Το έντεκα και τέταρτο πάει. Χάθηκε κι αυτό. Τι ώρα να σε ξυπνήσω; Κοιμήσου κι άλλο, αν θες. Μα άκουσε, πίσω να μη γυρίσεις! Δεν θα με βρεις. Τίποτα δεν θα βρεις. Όλα μαζί σου έφυγαν. Κι εγώ μαζί με εκείνα».
Το κλείνω. Το σπάω. Το πετώ. Νόημα πια δεν έχει. Εδώ βαθιά δεν πιάνουν τα τηλέφωνα. Εδώ παλιά δεν πιάνουν τα φρένα. Γυρνώ και βλέπω τον Άλλο το τιμόνι να κρατά. Τον οδηγό να παριστάνει. Κατέβα! Τα σύνεργα στην πλάτη σου φορτώσου! Θλίψη, θυμό και θέληση. Δεν έμεινε πολύ. Θα πάμε με τα πόδια.
Απόγευμα Σαββάτου, άγιο σαββατόβραδο. Βγαίνω απ’ τον κάμπο τον πλατύ. Και μια χαράδρα αρπακτικό μπροστά με καταπίνει. Κι έχω στο πλάι μου τον Άλλο να σφυρίζει. Με τη σκιά μου παίζει. Ψηλώνει. Ομορφαίνει. Δεν έχει καταλάβει τίποτα. Τίποτα δεν φοβάται. Τι χαίρεσαι, άθλιε; Πες μου, γιατί γιορτάζεις; «Για σένα χαίρομαι, ανόητε. Το πένθος σου γιορτάζω. Που έχασες τον παράδεισο. Κι η Γη όλη δική σου!» Συνοδοιπόρος ιδανικός, τον τρέλανε η ερημιά. Τον κούρασαν τα σύνεργα που κουβαλά στην πλάτη. Τραβώ απ’ τον σάκο τον θυμό. Στη μέση μου τον δένω. Είναι βαρύς. Είναι στενός. Κι όμως. Με τον θυμό πιο γρήγορα πηγαίνω. Και στη χαράδρα χάνομαι. Βαθιά χαράδρα, δροσερή. Χαρά χαράδρα. Κι έχω ξοπίσω μου τον Άλλο να σφυρίζει. «Μη βιάζεσαι! Μην οργίζεσαι! Κοίτα με! Δεν σφυρίζω εγώ. Ο άνεμος σφυρίζει. Εδώ βαθιά. Εδώ παλιά, φυσάει ο άνεμος γλυκά. Φυσάει και πονάει. Σφυρίζει ο άνεμος. Θροΐζουν τα κλωνάρια. Άκου! Στο τέλος φτάνουμε. Σφυρίζει τέλος ο άνεμος. Είμαστε κοντά. Το φτάνουμε το δέντρο, το πλατάνι!»
Άγιο σαββατόβραδο. Υπάρχει τέλος τελικά, Θεός υπάρχει! Το φτάνουμε. Το βρίσκουμε. Στις ρίζες σκάβουμε βαθιά. Ιδρώνουμε τον άνεμο. Ματώνουμε το χώμα. Σαββάτο βράδυ αρχίζουμε. Και σαν δαγκώσουμε τον πρώτο τον χρυσό και των εθνών τον πλούτο θα ‘ναι Σαββάτο βράδυ.
Και το Σαββάτο στέρεψε. Τελείωσε ο χρόνος. Γιατί κι αυτό ήταν γραφτό. Πως θα νυχτώσει Σάββατο και Κυριακή δεν θα ‘χει να μας περιμένει. Κι εμείς να σκάβουμε βαθιά. Παλιά να πολεμάμε. Κι αν οι πλανήτες σώπασαν, οι πλάνητες γυρίζουν.
Τσακίζουν τα σύνεργα. Κομμάτια η θλίψη σπάει. Στομώνει η θέληση. Μόνο ο θυμός κρατάει. Κουράζεται ο Άλλος. Στέκεται.
Μα εγώ φορώ τον πρώτο τον χρυσό. Και των εθνών τον πλούτο βάφομαι. Βαθιά χτυπώ. Τραβώ παλιά. Κι ο πόνος ξεπροβάλλει!
Κάτω απ’ τα φύλλα του χρυσού. Μες στα φτερά του πλούτου, μάτια χτυπώ. Τραβώ μαλλιά. Το σώμα αυτό το ξέρω. Τρέχει ο Άλλος πλάι μου τον πόνο να φωτίσει. Μην πλησιάζεις! Φύγε μακριά! Το βλέπω. Είναι Εκείνη. Βλέπω τη μέση, τον λαιμό, τα γόνατά της. Όλα όπως τ’ άφησα. Βλέπω, μα δεν ακούω. Βλέπω τον κόσμο να ξαναπιάνει τον χορό. Κι αρχίζουν πάλι οι πλανήτες να γυρίζουν, και τη δική μου πλάνη τώρα βλέπω. Βλέπω την Κυριακή να έρχεται. Βλέπω ξανά τον χρόνο και ζαλίζομαι. Βλέπω ξανά Εκείνη! Μα δεν ακούω τίποτα. Μόνο τον Άλλο πλάι μου. Ιδανικός συνένοχος. Ακόμη να σφυρίζει. Βλέπω τον θυμό πάνω του να υψώνεται. Κρατάει ο θυμός ακόμη. «Κάν’ το, λοιπόν! Μη φοβηθείς! Αυτό σου απέμεινε μονάχα. Αυτό και είσαι πια ελεύθερος! Προχώρα! Μη διστάζεις!» Κι αλλάζει ο Άλλος. Κι Εκείνη γίνεται ξανά. «Κάν’ το, μωρό μου! Αγάπη μου, τελείωνε! Κι η Γη όλη δική σου!» Και κατεβάζω τον θυμό. Κι ανοίγει τριαντάφυλλο του Άλλου το κεφάλι. Ποτάμι το αίμα του ποτίζει το δέντρο, το πλατάνι. Θεριεύει το πλατάνι. Ανδρώνεται. Κι απλώνει τα κλωνάρια του. Και με τις ρίζες του τυλίγει τον πλανήτη. Και ο πλανήτης γύρω από τον ήλιο συνεχίζει να γυρνά. Κι από τον εαυτό του γύρω.
Και ξημερώνει Κυριακή. Και βγαίνω απ’ τη χαράδρα. Κυριακή πρωί στου κόσμου την ερημιά. Στο πουθενά. Σ’ εμένα. Στον κάμπο τον πλατύ μονάχος περπατώ. Κι ο κόσμος ξημερώνει.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου