Τρίτη, 25 Οκτωβρίου 2011

οι ακατανόητοι κανόνες ενός αγαπημένου παιχνιδιού

Αντίκρυ ακριβώς στην πόλη μου βρίσκεται ένας παραθαλάσσιος άναρχος οικισμός. Εκεί, ανάμεσα σε θλιβερά ενοικιαζόμενα δωμάτια και ξενυχτάδικα της άγριας παρακμής, υπάρχει ένα άσυλο για ψυχικά νοσούντες. Το ιδιωτικό ίδρυμα αυτό φέρει το αστείο μάλλον όνομα του ιδιοκτήτη και διευθύνοντος ιατρού, πράγμα που βάζω στοίχημα πως δεν μπορεί παρά να προκαλεί συνειρμούς φαιδρούς και αχαλίνωτους ακόμα και στους πιο βεβαρημένους του τροφίμους.
Στην κλινική αυτή, σήμερα νοσηλεύεται και η αγαπημένη μου γιαγιά, η Αγγελική, χτυπημένη πια ανεπανόρθωτα από τη νόσο του Αλοΐσιου Αλτσχάιμερ. Κάθε φορά που την επισκέπτομαι, μπαίνω πάντα στη διαδικασία να της συστηθώ, να της θυμίσω το συγγενικό δεσμό μας και να της πω δυο-τρία πράγματα για το τι κάνω και το πώς περνώ, τα οποία ασφαλώς εκείνη τα ξεχνά, ελάχιστα μόλις λεπτά μετά την αποχώρησή μου. Πάντα σχεδόν της κάνω μια και μοναδική ερώτηση: Τι έφαγες σήμερα, γιαγιά; Χωρίς, όμως, να έχω πάρει ποτέ μια σωστή και λογικοφανή απάντηση. Κι όμως, μέσα από το θολό και απροσμέτρητο βυθό της μνήμης της πολύ συχνά βλέπω να αναδύονται όμορφες ιστορίες αγκαλιασμένες με αναχρονισμούς γλυκόπικρους.
Δύσκολα, ας πούμε, θα ξεχάσω λίγα χρόνια νωρίτερα, όταν ακόμα την είχαμε στο σπίτι της και ζούσε ακόμα κι ο παππούς, πως είχε σηκώσει ένα βράδυ στο πόδι ολόκληρη τη γειτονιά, απαιτώντας να της φέρουμε ξανά πίσω τον άντρα της. Ο άντρας της φυσικά ήταν εκεί, στο πλάι της, αλλά επειδή ήταν πια γέρος και η γιαγιά ζούσε ξανά μες στο μυαλό τη νιότη της, δεν της ήταν καθόλου εύκολο να τον αναγνωρίσει και έτσι συνέχιζε επίμονα να αναζητά το Στέλιο της. Την άλλη μέρα ο παππούς μού έλεγε πως δεν ήξερε πώς ακριβώς θα έπρεπε μπροστά σε αυτήν την ακατανίκητη παράνοια να αντιδράσει, να πληγωθεί που η για εξήντα χρόνια σύντροφος της ζωής του πια δεν τον αναγνώριζε ή να χαρεί που ακόμα είχε η δικιά του όρεξη για πάρτη του να κάνει φασαρία.
Την τελευταία φορά που πήγα απέναντι για να την δω, είχε τελειώσει της κλινικής το αυστηρό επισκεπτήριο και έτσι αναγκάστηκα να μπω για λίγο στα κρυφά μες στο δωμάτιο της. Τι έφαγες σήμερα γιαγιά, τη ρώτησα για χιλιοστή φορά. «Πού να θυμάμαι, αγόρι μου», απάντησε εκείνη, λες και της είχα ζητήσει να μου πει αν έβρεχε τη μέρα που γεννήθηκα. Όταν βγήκα ξανά έξω στο δρόμο, είδα στο βάθος του ορίζοντα σύννεφα να μαζεύονται και κατάλαβα πως πάει πια, τέλειωσε κι αυτό το καλοκαίρι. Μπήκα στο αμάξι και πήρα το δρόμο της επιστροφής -όχι τον συντομότερο- περνώντας πλάι από τα κουφάρια των σκουριασμένων καϊκιών στο αρχαίο ναυπηγείο στα Πευκάκια. Μια άλλη εικόνα, όμως, λίγο παρακάτω κόντεψε να με κάνει να χάσω τον έλεγχο του οχήματος. Μέσα στο χωματένιο γηπεδάκι και κάτω πια από το ψιλόβροχο, μια παρέα ρακένδυτων Πακιστανών -από αυτούς που όλη τη μέρα τριγυρνούν στην πόλη ψάχνοντας κάποια δουλειά του ποδαριού- έπαιζε με κανόνες αυστηρούς και αυτοσχέδιο εξοπλισμό έναν αγώνα κρίκετ. Στάθηκα λίγο και τους χάζεψα και ύστερα πάτησα γκάζι και απομακρύνθηκα ευχόμενος στον εαυτό μου, όταν και η δική μου μνήμη αρχίσει κάποτε να κάνει τις δικές της προγραφές, από αυτές τις γκρίζες χαρτονένιες μέρες, τέτοιες μονάχα εικόνες, πολύχρωμές και εξωφρενικές, να βρει και να κρατήσει.

1 σχόλιο: