Παρασκευή, 21 Οκτωβρίου 2011

ο βρωμιάρης

Κάθε βράδυ που ο Λεύτερης πέφτει για να κοιμηθεί, το Θεό παρακαλάει να μη ξαναγεννηθεί. Μα ο Θεός δεν την ακούει τη φωνή την παιδική, γιατί οι δυο καλοί γονείς του σφάζονται απ’ το πρωί.

Αυτοί που ξέρουν απ’ αυτά, λένε πως η αγάπη των παιδιών για τα παιχνίδια τους εξαρτάται από την ταχύτητα με την οποία τελικά τα καταστρέφουν. Λογικό δεν είναι, άλλωστε, όσο πιο πολύ κάτι σου αρέσει, τόσο κι ακόμα περισσότερο σ’ αυτό ξεσπάς και το κακομεταχειρίζεσαι και η προτίμησή σου σύντομα το θέτει εκτός μάχης. Έτσι, αν είσαστε γονείς καρμίρηδες, δώστε στα τέκνα σας παιχνίδια που ελάχιστα γουστάρουν, ώστε να τα κρατήσουνε για χρόνια σώα και αβλαβή, κι αν γίνεται, μαζί τους να γεράσουν.

Περίπου κάπως έτσι του Λευτέρη οι γονείς βαρέθηκαν να τα ακουμπάν στα παιχνιδάδικα και του αγόρασαν τον «ηλεκτρονικό βρωμιάρη».
Μια κούκλα που κανείς γονιός στο σπίτι του δεν ήθελε να βάλει και το δωμάτιό του να το μοιραστεί κανένας μπόμπιρας μαζί του δεν τολμούσε.
«Τι μαλακία είναι αυτή;» σκέφτηκε ο μικρός Λευτέρης, μόλις το δώρο του ξετύλιξε και «Ευχαριστώ μπαμπά, μαμά, σας αγαπώ!» στους τελειωμένους τους γονείς του είπε.
Μα μόλις έμεινε μονάχος με την κούκλα του μες στο ορυμαγμένο από τα θραύσματα των άλλων παιχνιδιών δωμάτιό του, ο «ηλεκτρονικός βρωμιάρης» έσπευσε από μόνος του με μια κουβέντα να κάνει τις συστάσεις.
«Καλά, ρε κότα, γιατί τους παριστάνεις τον καλό; Αφού το ξέρεις τι καραγκιόζηδες που είναι;»
«Είναι γονείς μου και πρόσεχε το στόμα σου, αν θες καλά οι δυο μας να τα πάμε!»
«Σιγα, ρε φλώρε! Άραξε! Σου θίξαμε τα ιερά…», είπε ο ηλεκτρονικός ψευτόμαγκας κι αμέσως του ανάψαν τα λαμπάκια.
Μια βδομάδα άντεξε αυτή η συγκατοίκηση.
Και ένα βράδυ, που του Λευτέρης οι γονείς πλακωνόντουσαν, «Πως τους αντέχεις, ρε φίλε, τους κανίβαλους;» απόρησε ο ηλεκτροβρωμιάρης.
«Τι θες να κάνω; Να τους προτείνω να χωρίσουνε; Αφού για μένα υποτίθεται πως εξακολουθούν στο ίδιο σπίτι μαζί να κατοικούνε…»
«Να δεις που ο δικός σου θα ‘χει γκόμενα. Πάντως, η μάνα σου μια χαρά κρατιέται. Εγώ ένα χέρι ευχαρίστως θα της το ‘ριχνα…»
«Σκάσε, μωρέ μαλάκα! Θα σε ακούσουν.»
«Ρε, να σου πω, γιατί δεν τους σκοτώνουμε;»
«Μη λες βλακείες! Αφού τους αγαπάω…»
«Α, ναι! Συγνώμη, ρε! Το ξέχασα.» 
Την ώρα εκείνη των μεγάλων οι φωνές έφταναν καθαρά ως του παιδιού τα αυτάκια.
«Σήκω και φύγε απ’ το σπίτι μου!», έλεγε η μανούλα στο μπαμπά, ενώ αυτός, «Άντε γαμήσου!», τρυφερά της απαντούσε.
«Πάντως, άμα γουστάρεις, το κάνω να φανεί σαν να είναι ατύχημα», ψιθύρισε η κούκλα στον μικρό και του έκλεισε το ηλεκτρονικό της μάτι.
Και κάπως έτσι μπήκε το διαβολάκι στην τρυφερή του την καρδιά. «Τι εννοείς», ρώτησε συνωμοτικά το εγκληματικό παιχνίδι.

Τα υπόλοιπα νομίζω τα γνωρίζετε, όσοι δίνετε σημασία ακόμα στις φυλλάδες σας και δεν τις παίρνετε μόνο για τα σουντόκου.

Κάθε βράδυ που ο Λεύτερης πέφτει για να κοιμηθεί, το Θεό παρακαλάει να μη ξαναγεννηθεί. Μα ο Θεός δεν την ακούει του παιδιού την προσευχή. Του ιδρύματος οι τοίχοι δεν αφήνουνε να βγει.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου