Κυριακή, 16 Οκτωβρίου 2011

ονείρου τίγρεις

Ήμουν τόσο κουρασμένος, που δε μπήκα καν στον κόπο να τρομάξω, όταν είδα με την άκρη του ματιού μου μια σκιά να γλιστρά μες στο δωμάτιο. Νύσταζα τόσο πολύ που αποκοιμήθηκα πριν ακουμπήσει το κεφάλι μου πάνω στο μαξιλάρι. Με πήρε ο ύπνος με την τηλεόραση μπροστά μου ανοιχτή να μου διαφημίζει προϊόντα μεταμεσονύχτια. Είχα αρχίσει να ονειρεύομαι λίγο πριν ξεντυθώ και όταν ξάπλωσα είχε ήδη φτάσει το ονειρόδραμά μου στην κορύφωση. Και τη στιγμή που άρχισαν να πέφτουν οι τίτλοι τέλους του ονείρου μου, το φάντασμα, που τόση ώρα στεκόταν στη γωνία όρθιο, ήρθε και άραξε στην πολυθρόνα δίπλα μου. Άρπαξε το τηλεκοντρόλ, πάτησε ένα-ένα όλα τα κουμπιά, βρήκε πως κλείνει ο ήχος και ύστερα το κατάπιε. Η αιφνίδια σιωπή και οι ανορθόδοξες εντερικές του λειτουργίες δεν άργησαν να με ξυπνήσουν τελικά. Άνοιξα απότομα τα μάτια μου και το είδα εκεί, στο πλάι μου, να με κοιτάζει τρομαγμένο. Είχε ακούσει τα άλλα τα φαντάσματα να λένε ιστορίες με ανθρώπους πολύ τρομακτικές, αλλά, μέχρι εκείνη τη στιγμή, δεν ήθελε να τις πιστέψει. Έκανα να απλώσω πάνω του το χέρι μου, να αγγίξω την άυλη του παρουσία, μα αυτός –θα το ήθελα πολύ να ήταν θηλυκό, αλλά ας μην κοροϊδευόμαστε- τινάχτηκε αμέσως πάνω. Και ύστερα, τρέμοντας ακόμα από το φόβο του, έπεσε πάνω στο χαλί στα τέσσερα, μεταμορφώθηκε σε τίγρη –τι όμορφη που ήταν!- και τρέχοντας απομακρύνθηκε από τον καναπέ. Μέχρι που κάποτε έφτασε στα σύνορα του δωματίου μου, στον τοίχο εκείνο, όπου είχαν κρεμάσει οι παλιοί του ένοικοι έναν ολόσωμο καθρέφτη, και χίμηξε μέσα του χωρίς να το καλοσκεφτεί. Και εξαφανίστηκε. Ήμουν ακόμα κουρασμένος, μα όσο κι αν το ήθελα πολύ στον ύπνο μου να επιστρέψω, ήτανε πια αργά. Σηκώθηκα. Πήγα ως την κουζίνα. Βρήκα κάτι παλιά σοκολατάκια και τα έφαγα. Έσπρωξα στην άκρια του τραπεζιού τα λερωμένα πιάτα. Κάθισα και άρχισα να γράφω.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου