Παρασκευή, 5 Αυγούστου 2011

η Μηχανή του Κρόνου (μέρος έκτο)

σκηνή 41η, ημέρα, εσωτερικό (καφέ-μπαρ)
H Ιφιγένεια σερβίρει σε ένα από τα τραπέζια. Ακούγεται διακριτικά μουσική από κάποιον ραδιοφωνικό σταθμό. Ξένα τραγούδια, επιτυχίες της εποχής. Στη συνέχεια ακούγεται ο ήχος ενός σταθερού τηλεφώνου που χτυπάει. Στο βάθος του πλάνου ο μπάρμαν σηκώνει το ακουστικό.  

Μπάρμαν
Ιφιγένεια! Τηλέφωνο!

Η Ιφιγένεια ολοκληρώνει το σερβίρισμα και πηγαίνει προς την άκρη του μπαρ, όπου βρίσκεται η συσκευή. Αφήνει το δίσκο και σηκώνει το ακουστικό.

Ιφιγένεια
Ναι; Εσύ είσαι; (θυμωμένη) Δε σου είπα να μη με παίρνεις στη δουλειά; Τι θέλεις; Δεν ξέρω. Όχι, να μη περάσεις! Στις τέσσερις. (πιο χαλαρή) Άρη, πρέπει να κλείσω! (αδιάφορη) Καλά! Κι εγώ… Φιλάκια!

σκηνή 42η, ημέρα, εσωτερικό (Βουλή των Ελλήνων/γραφείο Πορφυρογέννητου)
Ο πόρτα του γραφείου του Πορφυρογέννητου ανοίγει και εμφανίζονται ο ίδιος ο (τότε) Υπουργός και ένας χοντρός κουστουμαρισμένος άντρας. Ο Αντωνάκης από τον προθάλαμο σπεύδει να πάει κοντά τους. Ο Πορφυρογέννητος αποχαιρετά με χειραψία τον επισκέπτη του και τον βλέπει να απομακρύνεται συνοδευόμενος από τον Ιδιαίτερό του. Ο Πορφυρογέννητος μόλις ο χοντρός του γυρνάει την πλάτη αλλάζει έκφραση και από το ψεύτικο χαμόγελο περνάει σε ένα ύφος ενός βαριεστημένου και ενοχλημένου ανθρώπου. Ο Αντωνάκης επιστρέφει.

Πορφυρογέννητος
Ποιος έμεινε;

Αντωνάκης
Ο κύριος Μπράιτνερ είναι στην αίθουσα αναμονής.

Πορφυρογέννητος
Ποιος;

Αντωνάκης
Σας ενημέρωσα νωρίτερα, κύριε Υπουργέ. Ο νέος αντιπρόσωπος της Ρίχτερ ζήτησε…

Πορφυρογέννητος
Α, ναι… Πες του να περάσει και τέλος για σήμερα.

Ο Πορφυρογέννητος επιστρέφει στο γραφείο του και ο Αντωνάκης πηγαίνει προς μια πλαϊνή πόρτα, την ανοίγει και απευθύνεται προς τον επόμενο επισκέπτη.

Αντωνάκης
Κύριε Μπράιτνερ, ο Κύριος Υπουργός θα σας δεχτεί τώρα.

Ο Αντωνάκης κάνει ένα βήμα πίσω και αφήνει τον επισκέπτη να περάσει στον προθάλαμο και να κατευθυνθεί προς το γραφείο του Υπουργού. Ο Μπράιτνερ είναι ο Άρης! Μπαίνει στο γραφείο και ο Ιδιαίτερος κλείνει πίσω του την πόρτα.

σκηνή 43η, ημέρα, εσωτερικό (καφέ-μπαρ)
Η Ιφιγένεια στέκεται στο μπαρ και καπνίζει μιλώντας με τον μπάρμαν. Το μπαρ είναι μισοάδειο. Μπροστά στην Ιφιγένεια υπάρχει ένας δίσκος με ένα φλιτζάνι καφέ και ένα ποτήρι νερό.

Μπάρμαν
Να σου πω, πόσους καφέδες έχει πιει σήμερα ο δικός σου;

Η Ιφιγένεια γυρίζει και κοιτάζει προς ένα τραπέζι, όπου κάθεται ένας αναμαλλιασμένος σαραντάρης που γράφει κάτι σκυμμένος πάνω από το τραπέζι του.

Ιφιγένεια
Με αυτόν τέσσερις.

Η Ιφιγένεια σβήνει το τσιγάρο της, σηκώνει το δίσκο και κατευθύνεται προς τον μοναχικό άνδρα. Φτάνει στο τραπέζι του, αφήνει το φλιτζάνι και το ποτήρι και στη συνέχεια βάζει πάνω στο δίσκο τα προηγούμενα άδεια. Ο άνδρας συνεχίζει να σχεδιάζει κάτι και δε σηκώνει καθόλου το κεφάλι του.

Ιφιγένεια
Θέλετε κάτι άλλο, κύριε καθηγητά;

Ο σαραντάρης σηκώνει απότομα το κεφάλι του και κοιτάζει την Ιφιγένεια ξαφνιασμένος. Είναι ο προ δεκαπενταετίας καθηγητής Πάσχος!

Καθηγητής
Ναι! Τι μέρα έχουμε σήμερα;

σκηνή 44η, ημέρα, εσωτερικό (γραφείο Πορφυρογέννητου)
Ο Ιδιαίτερος του Υπουργού διαβάζει και υπογράφει κάποια έγγραφα καθισμένος στο γραφείο του. Όρθια δίπλα του στέκεται μία νεαρή γυναίκα. Το τηλέφωνο χτυπάει και ο Αντωνάκης σηκώνει το ακουστικό.

Αντωνάκης
Παρακαλώ; Ναι… Μισό λεπτό, παρακαλώ!

Ο Αντωνάκης βάζει το χέρι του μπροστά στο ακουστικό και γυρίζει προς τη νεαρή γυναίκα.

Αντωνάκης
Θα μου φέρεις ένα αντίγραφο της παλιάς σύμβασης από το γραφείο της διοίκησης, σε παρακαλώ!

Η νεαρή γυναίκα φεύγει από το γραφείο και ο Αντωνάκης επιστρέφει στο τηλεφώνημα.

Αντωνάκης
Έλα, λέγε! Τι εννοείς; Αυτή τη στιγμή είναι μέσα και μιλάνε.

σκηνή 45η, ημέρα, εσωτερικό (γραφεία εφημερίδας)
Ο Σακαφλιάς κάθεται με τα πόδια πάνω στο γραφείο του και μιλάει στο τηλέφωνο με ύφος χαιρέκακο. Τριγύρω του κόσμος πάει και έρχεται.

Σακαφλιάς
Κάτι δε μου κολλούσε στην ιστορία σου και το έψαξα λιγάκι. Ο Σνίτσλερ είναι ακόμα στη θέση του. Πριν λίγο μίλησα μαζί του και μου είπε ότι δεν ξέρει τίποτα περί αντικατάστασής του. Άρα νέος αντιπρόσωπος της Ρίχτερ δεν παίζει. Καλά, ποιος έκλεισε το ραντεβού; Έλα! Με ακούς;

σκηνή 46η (συνέχεια της 44ης), ημέρα, εσωτερικό (γραφείο Πορφυρογέννητου)
Ο Αντωνάκης έντρομος κλείνει το τηλέφωνο και κοιτάζει την πόρτα του γραφείο του προϊσταμένου του. Σηκώνεται και πηγαίνει προς την πόρτα. Ακουμπάει το αυτί του πάνω της. Λίγο μετά η πόρτα ανοίγει και εμφανίζεται ο Άρης που τον κοιτάζει σοβαρός. Ο Αντωνάκης κάνει ένα βήμα πίσω.

Αντωνάκης
Ποιος…;

Πίσω από τον Άρη εμφανίζεται ο Πορφυρογέννητος, σοβαρός επίσης και με ύφος πολύ προβληματισμένο.

Αντωνάκης
Κύριε Υπουργέ…

Ο Πορφυρογέννητος του κάνει νόημα να σταματήσει και στρέφεται προς τον Άρη που έχει γυρίσει και τον κοιτάζει.

Πορφυρογέννητος
Να είσαι σίγουρος πως θα λάβω υπόψιν όλα όσα μου είπες, φίλε μου, και θα αποφασίσω αναλόγως. Σε ευχαριστώ πολύ! Θα έχεις νέα μου σύντομα.

Ο Άρης κουνάει το κεφάλι του καταφατικά και σαν να κάνει μια μικρή υπόκλιση. Κοιτάζει για ακόμα μια φορά τον Αντωνάκη που εξακολουθεί να έχει τρομαγμένο ύφος και κατόπιν κάνει μεταβολή και απομακρύνεται. Οι άλλοι δύο τον κοιτάζουν μέχρι που βγαίνει από τον προθάλαμο. Ο Πορφυρογέννητος χαμογελάει ψεύτικα μέχρι να φύγει ο Άρης και στη συνέχεια γυρίζει οργισμένος προς τον Αντωνάκη.

Πορφυρογέννητος
Ποιος άφησε αυτόν τον τρελό να μπει εδώ μέσα;

Ο Αντωνάκης σκύβει απολογητικά το κεφάλι του.

Πορφυρογέννητος
Νίκο, περιμένω την παραίτησή σου.

Αντωνάκης
Μα, κύριε Υπουργέ…

Πορφυρογέννητος
Με απογοήτευσες!

Ο Αντωνάκης κοιτάζει με θλίψη τον Πορφυρογέννητο, ο οποίος του γυρνάει την πλάτη, μπαίνει ξανά μες στο γραφείο του και κοπανάει την πόρτα.

σκηνή 47η, ημέρα, εξωτερικό (δρόμος στο κέντρο της πόλης)
Ο Άρης στέκεται στο δρόμο και κοιτάζει το ρολόι του. Λύνει τη γραβάτα του και μαζί με το χαρτοφύλακα, την πετάει μέσα σε έναν σκουπιδοτενεκέ. Στο απέναντι πεζοδρόμιο υπάρχει βρίσκεται το καφέ των προηγούμενων σκηνών. Ο Άρης ξανακοιτάζει το ρολόι του, στέκεται διστακτικός για μια στιγμή και ύστερα περνάει απέναντι.

σκηνή 48η, ημέρα, εξωτερικό (στο δρόμο – έξω από το καφέ-μπαρ)
Ο Άρης φαίνεται ακόμα πιο διστακτικός. Κοιτάζει μέσα από τη τζαμαρία, περνάει δυο-τρεις φορές μπροστά από την είσοδο και στο τέλος, αφού ξανακοιτάξει το ρολόι του, ανοίγει την πόρτα του μαγαζιού. Εκείνη τη στιγμή από το μπαρ βγαίνει ο Καθηγητής κι ενώ είναι προσηλωμένος ακόμα στις σημειώσεις που κρατάει στα χέρια του, πέφτει πάνω στον Άρη.

Καθηγητής
Με συγχωρείτε!

Ο Καθηγητής κοιτάζει βιαστικά τον Άρη και ύστερα απομακρύνεται κοιτάζοντας πάντα τα χαρτιά του. Ο Άρης, κρατώντας ανοιχτή την πόρτα, τον βλέπει να φεύγει, χαμογελάει και στη συνέχεια μπαίνει μέσα.

σκηνή 49η, ημέρα, εσωτερικό (καφέ-μπαρ)
Τα μπαρ είναι σχεδόν άδειο. Ο Άρης κάθεται σε ένα τραπέζι, παίρνει μια ξεχασμένη εφημερίδα από ένα άλλο διπλανό και αρχίζει να την ξεφυλλίζει. Ο μπάρμαν πίσω από το μπαρ σκουπίζει και τακτοποιεί τα ποτήρια του. Εμφανίζεται η Ιφιγένεια. Φοράει άλλα ρούχα από εκείνα που φορούσε πριν και έχει κρεμασμένη την τσάντα της στον ώμο.

Ιφιγένεια
Έφυγα, έτσι;

Μπάρμαν
Κάνε μου μια χάρη, ρε Ιφιγένεια! Πάρε παραγγελία από τον τύπο που ήρθε τώρα και φύγε μετά!

Η Ιφιγένεια γυρίζει και κοιτάζει τον Άρη, ξεκρεμάει την τσάντα της και τη βάζει πάνω σε ένα από τα σκαμπό του. Ξανακοιτάζει με περιέργεια τον Άρη, που δε σηκώνει το κεφάλι του από την εφημερίδα, και ύστερα γυρίζει προς τον μπάρμαν.

Ιφιγένεια
Ποιος είναι ο κάπτεν Χουκ;

Μπάρμαν
Δεν ξέρω. Πρώτη φορά τον βλέπω.

Η Ιφιγένεια πλησιάζει το τραπέζι του Άρη.

Ιφιγένεια
Καλημέρα!

Ο Άρης σηκώνει το κεφάλι του και την κοιτάζει. Δε μιλάει.

Ιφιγένεια
Να σας φέρω κάτι;

Από τα ρουθούνια του Άρη αρχίζει να τρέχει αίμα. Η Ιφιγένεια γουρλώνει τα μάτια της και φέρνει τα δάχτυλά της κάτω από τη μύτη της. Ο Άρης κάνει την ίδια κίνηση και στη συνέχεια, βλέποντας τα δικά του δάχτυλα ματωμένα, σηκώνεται και φεύγει γρήγορα από το μπαρ χωρίς να πει λέξη. Η Ιφιγένεια στέκεται και τον κοιτάζει, όπως και ο μπάρμαν από πίσω.

Μπάρμαν
Όλοι οι παλαβοί από εδώ θα περάσουν σήμερα.

σκηνή 50η, ημέρα, εσωτερικό (γραφεία εφημερίδας)
Ο Σακαφλιάς γράφει κάποιο κείμενο στον υπολογιστή, την ώρα που χτυπάει το τηλέφωνό του.

Σακαφλιάς
Ναι! Τι έγινε; Πήρες να με ευχαριστήσεις; (με έκπληξη και ενδιαφέρον) Τι; Είσαι σίγουρος;

σκηνή 51η, ημέρα, εσωτερικό (Βουλή των Ελλήνων/διάδρομος)
Ο Αντωνάκης βαδίζει στο διάδρομο κρατώντας ένα μεγάλο κουτί, μέσα από το οποίο ξεχειλίζουν χαρτιά και φάκελοι, ενώ μιλάει στο τηλέφωνο που το έχει στριμώξει ανάμεσα στον ώμο και το αυτί του.

Αντωνάκης
Πιο σίγουρος δε γίνεται! Μόλις τώρα μου το εξομολογήθηκε. Και βέβαια ξέρω τι σημαίνει αυτό. Κάνε ό,τι νομίζεις!

σκηνή 52η (συνέχεια της 50ης), ημέρα, εσωτερικό (γραφεία εφημερίδας)
Ο Σακαφλιάς κλείνει το τηλέφωνο και πετάγεται όρθιος.

Σακαφλιάς
Παιδιά, πάμε για έκτακτο!

σκηνή 53η, ημέρα, εσωτερικό (δωμάτιο ξενοδοχείου)
Ο Άρης μπαίνει στο δωμάτιο του κρατώντας ένα μαντήλι κάτω από τη μύτη του. Πετάει το ματωμένο μαντήλι και ανοίγει την τηλεόραση. Αρχίζει να ξεντύνεται.

Εκφωνητής
Νέα τροπή φαίνεται πως παίρνει το θέμα της ψήφισης του επίμαχου νομοσχεδίου, μετά την αιφνίδια αλλαγή στάσης του Υπουργού Ναυτιλίας. Ο Ασημάκης Πορφυρογέννητος, μετά από αποκλειστική δήλωση του ιδιαιτέρου γραμματέα του στο κανάλι μας, σκοπεύει να καταψηφίσει το νομοσχέδιο, προκαλώντας νέα κρίση στο κυβερνητικό στρατόπεδο…

Ο Άρης κλείνει την τηλεόραση, κοιτάζει το ρολόι του και κατεβάζει το κράνος του από την ντουλάπα.

σκηνή 54η, ημέρα, εσωτερικό (Βουλή των Ελλήνων/γραφείο Πορφυρογέννητου)
Ο Πορφυρογέννητος παρακολουθεί την τηλεόραση με ύφος απελπισμένο κρατώντας και με τα δυο του χέρια το κεφάλι του.

Εκφωνητής
Η στάση του στο συγκεκριμένο ζήτημα είχε εκ των προτέρων κριθεί ως εξαιρετικά κρίσιμη, τόσο λόγω των πολιτικών και συγγενικών δεσμών του Υπουργού με τον Πρόεδρο της Κυβέρνησης, όσο και λόγω της προβεβλημένης φιλοδοξίας του να διαδεχτεί το φυσικό και πολιτικό πατέρα του, όταν τεθεί θέμα διαδοχής στην εξουσία. Αυτός είναι και ο λόγος…

Χτυπάει το τηλέφωνο. Ο Πορφυρογέννητος κλείνει την ένταση της τηλεόρασης και σηκώνει διστακτικά το ακουστικό.

Πορφυρογέννητος
Ναι, το βλέπω τώρα. Το ξέρω. Το ξέρω. Σας διαβεβαιώνω πως ο γραμματέας μου έπραξε αυτόνομα και χωρίς δική μου καθοδήγηση. Άλλωστε το συγκεκριμένο πρόσωπο… Μάλιστα. Ναι, μπαμπά. Θα το διαψεύσω ο ίδιος προσωπικά. Απόψε κιόλας. Μπαμπά…

Ο Πορφυρογέννητος κατεβάζει το ακουστικό και βγάζει από το συρτάρι του το καθρεφτάκι και τη χτένα και αρχίζει να χτενίζει το μουστάκι του.

σκηνή 55η (συνέχεια της 53ης), ημέρα, εσωτερικό (δωμάτιο ξενοδοχείου)
Ο Άρης είναι καθισμένος στο κρεβάτι του και έχει φορέσει στο κεφάλι του το κράνος. Βρίσκεται απέναντι ακριβώς από τον καθρέφτη του δωματίου και κοιτάζεται.

Άρης
Δέκα, εννιά, οκτώ…

Ο Άρης κλείνει το μάτι του και συνεχίζει την αντίστροφη μέτρηση ψιθυριστά, παραλείποντας τα τελευταία νούμερα. Τα φώτα στο δωμάτιο τρεμοσβήνουν. Μια μικρή δόνηση.

Σκηνή 56η, ημέρα, εσωτερικό (ρεσεψιόν ξενοδοχείου)
Τα φώτα στη ρεσεψιόν τρεμοσβήνουν σα να πέφτει η τάση. Ο ρεσεψιονίστας κοιτάζει το φωτιστικό στην οροφή που κουνιέται.

σκηνή 57η (συνέχεια της 55ης), ημέρα, εσωτερικό (δωμάτιο ξενοδοχείου)
Ο Άρης παραμένει καθισμένος στο κρεβάτι του. Έχει βγάλει το κράνος του και κοιτάζει το εσωτερικό του. Πληκτρολογεί κάτι και σε μία μικρή οθόνη μέσα από το κράνος διακρίνεται η ημερομηνία 07.07.2011. Ένα πράσινο φωτάκι δίπλα στην οθόνη αναβοσβήνει. Ξαναφοράει το κράνος και κοιτάζοντας τον καθρέφτη απέναντι αρχίζει πάλι την αντίστροφη μέτρηση.

Άρης
Δέκα, εννιά, οκτώ…

σκηνή 58η, ημέρα, εσωτερικό (γραφεία εφημερίδας)
Ενώ ο Σακαφλιάς γράφει πυρετωδώς κάτι στον υπολογιστή του μια μικρή δόνηση σα σεισμός διακόπτει την εργασία του. Τα φώτα τρεμοσβήνουν. Η οθόνη σβήνει.

σκηνή 59η, ημέρα, εσωτερικό (γραφείο Πορφυρογέννητου)
Ενώ ο Υπουργός χτενίζεται, σταματάει λόγω της δόνησης, ενώ τα φώτα στο γραφείο του τρεμοσβήνουν επίσης. Ο καθρέφτης πέφτει από τα χέρια του στο πάτωμα.

σκηνή 60η, ημέρα, εσωτερικό (καφέ-μπαρ)
Ο Αντωνάκης είναι καθισμένος στο μπαρ με το κουτί με τα χαρτιά και τους φακέλους ακουμπισμένο στο διπλανό σκαμπό. Πίνει ένα ποτό, ενώ ο μπάρμαν από μέσα γεμίζει ένα άλλο ποτήρι. Μια δόνηση κάνει τα ποτήρια να τρέμουν. Ο Αντωνάκης και ο Μπάρμαν κοιτάζονται και στη συνέχεια το μπαρ βυθίζεται στο σκοτάδι.

σκηνή 61η (συνέχεια της 57ης), ημέρα, εσωτερικό (δωμάτιο ξενοδοχείου)
Ο Άρης βγάζει το κράνος, κοιτάζει ξανά το εσωτερικό του, το πετάει με θυμό πάνω στο κρεβάτι και πηγαίνει στο μπάνιο. Ακούγεται το νερό που τρέχει. Στο αναποδογυρισμένο κράνος η οθόνη δείχνει 00.00.00 και δίπλα αναβοσβήνει ένα κόκκινο φωτάκι, μέχρι που και αυτό σβήνει τελείως μαζί με την οθόνη. Λίγο μετά μέσα από το κράνος εμφανίζεται το κεφάλι ενός αρουραίου. Ο Άρης, μπροστά στη μπαλκονόπορτα, βγάζει το πακέτο του από την τσέπη του πουκάμισου του. Το πακέτο είναι άδειο. Ο Άρης κοιτάζει την κίνηση στο δρόμο από κάτω και στη συνέχεια τσαλακώνει νευρικά το πακέτο και το πετάει.

σκηνή 62η, ημέρα, εσωτερικό (ρεσεψιόν ξενοδοχείου)
Ο Άρης βγαίνει από το ασανσέρ. Ο ρεσεψιονίστας είναι ανεβασμένος σε μία σκάλα και αλλάζει μια λάμπα στο φωτιστικό της οροφής.

σκηνή 63η, ημέρα, εξωτερικό (στο δρόμο)
Ο Άρης βγαίνει έξω από το ξενοδοχείο, και περπατάει μέχρι το περίπτερο που βρίσκεται στην παρακάτω στη γωνία. Αγοράζει τσιγάρα και επιστρέφει ξανά μπροστά στην είσοδο του ξενοδοχείου σιγά-σιγά και ξετυλίγοντας το πακέτο του. Μοιάζει πολύ σκεπτικός. Στα μισά περίπου και με ένα τσιγάρο στο στόμα σταματάει. Γυρίζει και κοιτάζει πίσω του. Βγάζει τον αναπτήρα του και ανάβει το τσιγάρο. Κάνει ακόμα ένα βήμα και μετά κάνει απότομα μεταβολή και ξαναπηγαίνει μέχρι τη γωνία του δρόμου, όπου υπάρχει φανάρι και διάβαση πεζών. Ο σηματοδότης σταματάει τη ροή των αυτοκινήτων και ο Άρης διασχίζει το δρόμο.

σκηνή 64η, ημέρα, εξωτερικό (στο δρόμο)
Ο Άρης ανηφορίζει τη Χαριλάου Τρικούπη με αργό βήμα και καπνίζοντας.

σκηνή 65η, ημέρα, εξωτερικό (στο δρόμο)
Ο Άρης περνάει έξω από τα καφέ στον πεζόδρομο της Βαλτετσίου. Τα τραπεζάκια είναι γεμάτο νέους. Ο Άρης τους κοιτάζει.

σκηνή 66η, ημέρα, εξωτερικό (στο δρόμο)
Ο Άρης φτάνει στην πλατεία Εξαρχείων. Κοντοστέκεται κοιτάζοντας μια αφίσα κατά της ανάληψης των Ολυμπιακών αγώνων. Βγάζει νέο τσιγάρο και το ανάβει. Διασχίζει την πλατεία, που είναι γεμάτη ναρκομανείς που διαπληκτίζονται και δε του δίνουν καμία σημασία.

σκηνή 67η, ημέρα, εξωτερικό (στο δρόμο)
Ο Άρης περπατάει στον πεζόδρομο της Τσαμαδού. Σε ένα σχεδόν άδειο καφέ μια παρέα αντρών μιλάει χαμηλόφωνα, μοιάζουν σαν να συνωμοτούν. Κάποιος βλέπει τον Άρη να πλησιάζει και κάνει νόημα στους άλλους να σωπάσουν. Παρατηρούν τον Άρη να περνάει από δίπλα τους και συνεχίζουν να μιλούν, όταν αυτός απομακρύνεται.

σκηνή 68η, ημέρα, εξωτερικό (στο δρόμο)
Ο Άρης κατηφορίζει την Τοσίτσα με αργό βήμα, καπνίζοντας και κοιτάζοντας τη γειτονιά σα να χαζεύει αξιοθέατα.

σκηνή 69η, ημέρα, εξωτερικό (στο δρόμο)
Ο Άρης φτάνει στην Μπουμπουλίνας και αρχίζει να περπατάει στον πεζόδρομο που χωρίζει το Πολυτεχνείο από το Μουσείο. Έχει αρχίζει να νυχτώνει. Πάει να βγάλει και άλλο τσιγάρο από το πακέτο του, όταν ξαφνικά παγώνει. Ένας νέος άντρας βγαίνει από την πλαϊνή πύλη του Πολυτεχνείου κρατώντας ένα κουτάβι δεμένο με λουράκι. Ο Άρης συνέρχεται γρήγορα και πισωπατώντας κρύβεται πίσω από τα δέντρα. Ο νεαρός περνάει από μπροστά του χωρίς να τον προσέξει, μέχρι που το σκυλί του γυρίζει το κεφάλι προς το μεριά του Άρη και αρχίζει να του γαυγίζει. Ο νεαρός κοιτάζει προς την κατεύθυνση που γαυγίζει το σκυλί.

Νεαρός
Τι είναι ρε; Τι έπαθες;

Ο Άρης απομακρύνεται σχεδόν τρέχοντας προς την Πατησίων. Ο νεαρός τραβάει το σκυλί από το λουράκι.

Νεαρός
Έλα! Ξεκόλλα!

Το σκυλί επιμένει για λίγο ακόμα και στη συνέχεια υπακούει στο αφεντικό του που δεν είναι άλλος από τον ίδιο τον Άρη, κατά δεκαπέντε χρόνια νεότερο. Ο νεαρός Άρης και ο σκύλος του συνεχίζουν τη βόλτα τους.

(συνεχίζεται...)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου