Τετάρτη, 25 Φεβρουαρίου 2015

ημέρα τέταρτη

Δύο στενά κάτω από το σπίτι μου υπάρχει μια πλατεία. Στη μέση της πλατείας αυτής υπήρχε κάποτε ένα άγαλμα. Το άγαλμα αυτό μιλούσε. Αυτά που έλεγε συνήθως ήταν λόγια ενοχλητικά. Κυρίως έκανε ερωτήσεις. Κάθε φορά που είχα να επιστρέψω σπίτι μου και αφού ο μονόδρομος της επιστροφής περνούσε από την πλατεία αναγκαστικά, έπρεπε να βρεθώ αντιμέτωπος με τις ερωτήσεις του αγάλματος και μόνο αφού έδινα τις απαντήσεις τις σωστές, μού δινότανε από την πλατεία η άδεια να συνεχίσω και να φτάσω τελικά ως τον προορισμό μου. Την μέρα εκείνη, όμως, ήμουν βιαστικός. Η ώρα είχε περάσει. Είχε μεσημεριάσει πια και εγώ ακόμα δεν ήμουνα στη θέση μου. Η θέση μου ήταν εκεί, στο μεσημεριανό τραπέζι. Δεν πεινούσα. Είχα ξεχάσει πια η πείνα τι σημαίνει. Έπρεπε να ήμουνα εκεί, στην ώρα μου, γιατί το γεύμα ήμουνα εγώ. Μόνο αν τρωγόμουνα ζεστός, υπήρχε ελπίδα να κερδίσω αυτόν τον πόλεμο. Μόνο αν κέρδιζα τον πόλεμο, θα επέστρεφα στον ύπνο. Μόνο αν κοιμόμουνα ξανά, θα έσπαγε εκείνη η κατάρα. Μόνο αν ξυπνούσα ξανά, από την αρχή, θα συνεχιζόταν η ζωή, θα προχωρούσε ο κόσμος. Έφτασα στην πλατεία. Δεν σταμάτησα. Συνέχισα να ποδηλατώ, χωρίς να μειώσω ούτε στιγμή ταχύτητα, χωρίς να στρέψω το κεφάλι προς το άγαλμα, χωρίς να χάσω οπτική επαφή με τον προορισμό μου. «Που πας;» ακούστηκε η χάλκινη φωνή. Στο σπίτι μου. Εκεί που πάω πάντα. «Σταμάτα. Έλα πιο κοντά. Έχω να σε ρωτήσω.» Δεν είχα την διάθεση να υπακούσω. Ήταν και που βιαζόμουνα. Αλλά το ποδήλατο φάνηκε να το φοβίζει η φωνή και τρομοκρατημένο έβγαλε μόνο του την αλυσίδα από τη θέση του και ακινητοποιήθηκε. «Έλα, σου λέω. Γιατί βιάζεσαι; Πάντα το σπίτι θα είναι εκεί. Δεν φεύγει, μην φοβάσαι.» Τι θέλεις; Πες μου, ρώτα με! Μα κάνε λίγο γρήγορα. Ο χρόνος τελειώνει. «Ρώτησα ήδη. Γιατί βιάζεσαι;» Γιατί με περιμένουν. «Κανείς δεν μένει πια στο σπίτι σου. Δεν μου αρέσει η απάντηση αυτή. Ψάξε και βρες καλύτερη και τότε σε αφήνω.» Γιατί η θέση μου είναι εκεί. Δεν έπρεπε να φύγω. «Η θέση σου είναι εκεί όπου βρίσκεσαι. Πάει μαζί σου πάντα.» Γιατί έχω μιαν αποστολή. Γιατί έχουμε πόλεμο. Γιατί δεν θέλω να τον χάσω. «Αν δεν τον ήθελες τον πόλεμο, ας μην τον ξεκινούσες. Μην σταματάς, ξαναδοκίμασε. Στο τέλος θα το βρούμε.» Γιατί όταν έφυγα από εδώ, άφησα κάτι πίσω μου. Ξέχασα να το πάρω. «Κάπως τώρα καλύτερα. Και τι ήταν, άραγε, αυτό;» Δεν ξέρω, δεν θυμάμαι. «Και τότε πώς θα ψάξεις να το βρεις;» Θα μου το πει το σπίτι. «Πώς είσαι τόσο σίγουρος;» Δεν είμαι, αλλά δεν μπορώ και να τα παρατήσω. Έκανα αρκετό κακό, μέχρι να φτάσω ως εδώ. Κρίμα να πάει χαμένο. «Ξέρεις τι σε περιμένει εκεί; Έχεις καθόλου ιδέα; Αυτό που ως τώρα ονόμαζες κακό ήτανε γλέντι, παιδική χαρά. Το αληθινό το μακελειό τώρα θα ξεκινήσει.» Τι θες να κάνω; Να φύγω; Να λιποτακτήσω; Να κρυφτώ; Να μην το πολεμήσω; «Εγώ είμαι το άγαλμα. Εγώ ρωτώ, εσύ απαντάς. Έτσι πάντοτε πάει.» Αναρωτιέμαι, δεν ρωτώ. «Κατάστρεψέ με, τώρα!» Τι θες να πεις; Τι εννοείς; Δεν σε καταλαβαίνω. «Διάλυσέ με. Λιώσε με κι από το μέταλλό μου, φτιάξε μια πανοπλία. Μην πας έτσι αφύλακτος. Σου λέω, θα σε φάνε.» Μα αυτός δεν είναι ο σκοπός; «Στο διάολο να πάει ο σκοπός! Το θέμα είναι να ζήσεις!» Η φωτιά που με είχε ακολουθήσει τόσο υπάκουα από την ώρα που είχα ανέβει πάνω στο ποδήλατο, έφτανε πια στην πλατεία και ήδη την περικύκλωνε. Αν και είχε κάνει παρανάλωμα σχεδόν ολόκληρη την πόλη, και πάλι δεν ήμουν σίγουρος αν θα ήταν η ισχύς της αρκετή για να αποσυνθέσει τον χάλκινο μου φίλο. Έλα από εδώ, της φώναξα και ύστερα, για της δείξω τι έπρεπε να κάνει ακριβώς, βούτηξα μέσα τα μανίκια μου, λαμπάδιασα μαζί της και εγώ και έτσι όμορφα φλεγόμενος έτρεξα και αγκάλιασα το άγαλμα. Καήκαμε παρέα. Θα αναρωτιέστε τώρα πόσο επώδυνο ήταν, άραγε, αυτό κι εγώ θα σας θυμίσω πως ο καμένος δεν φοβάται τη φωτιά. Και αν δεν σας φτάνει αυτή μου η απάντηση, διαβάστε παρακάτω. Ο πόλεμος αυτός έχει ακόμα δρόμο. Η πυρκαγιά φαίνεται πως βρήκε σε μας τους δυο τροφή ικανή να φάει και να χορτάσει. Και κάπου εκεί περιορίστηκε, αφήνοντας το σπίτι μου –δυο στενά απείχε μόλις από εκεί- εκτός βεληνεκούς της. Βγαίνοντας μέσα από τους καπνούς, έψαξα πάλι για να βρω μέσα στις τσέπες της πανοπλίας τώρα πια εκείνο το τηλέφωνο μου. Λειτουργούσε ακόμα ευτυχώς και στη οθόνη του έλεγε ώρα μία. Είχα αργήσει αρκετά, μα υπήρχε λόγος σοβαρός. Θα με έβλεπε το σπίτι, έτσι με την καινούρια μου στολή, και σίγουρα θα καταλάβαινε. Θα με δικαιολογούσε. Κοίταξα το τηλέφωνο ξανά. Το κίτρινο χαρτάκι είχε γίνει στάχτη φυσικά, μα η συσκευή θυμότανε το νούμερο. Το πήρα. Χαίρετε! Είσαστε καλά; Συγνώμη, μήπως ενοχλώ; Είναι και μεσημέρι. «Όχι, κάνατε καλά που πήρατε. Και ότι σας σκεφτόμουν.» Εμένα; Τι ακριβώς σκεφτόσασταν; «Έλεγα, τι να κάνει αυτή η ψυχή; Είχαμε την κουβέντα σας.» Είχατε; Με ποιον; «Έχω μια φίλη σας εδώ. Σας στέλνει τα φιλιά της.» Την ώρα εκείνη, κι ενώ είχα φτάσει πια έξω από την πόρτα του σπιτιού, μου φάνηκε πως άκουγα του αγνώστου τη γνώριμη φωνή πιο καθαρά από ποτέ. Σαν να βρισκόταν δίπλα μου. Σαν να ήτανε μπροστά μου. Ποια φίλη; Που είναι το εδώ; Τι είδους φιλιά είναι αυτά; «Εδώ είμαστε. Στο σπίτι σας. Μες στο δωμάτιο σας. Πάνω στην ώρα φτάνετε. Να περιμένω να ανεβείτε τα σκαλιά ή να αρχίσω να την τρώω μόνος μου. Ξέρετε, έχω ξυπνήσει κι εγώ από νωρίς. Πείνασα τόσες ώρες.» Έκλεισα το τηλέφωνο. Το πάτησα. Το έσπασα. Το έκανα κομμάτια. Έσκαψα μες στα παρτέρια της αυλής. Το έθαψα. Το κήδεψα. Δεν χρειαζόταν άλλο. Κάθε προσπάθεια επικοινωνίας ήτανε πλέον περιττή. Τα λόγια εδώ δεν έπιαναν. Το σπίτι αυτό είχε χτιστεί από την αρχή εκτός κάθε δικτύου. Τα λόγια είχαν χάσει την αξία τους. Ήτανε ώρα τώρα πια τα όπλα να μιλήσουν.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου