Τετάρτη, 11 Φεβρουαρίου 2015

ημέρα δεύτερη

Ήπια στα γρήγορα τον δυνατό καφέ και βγήκα έξω στον δρόμο. Η ήλιος ήταν ήδη εκεί, στη θέση του. Άρχισα να γυρίζω γύρω του. Κοίταξα το ρολόι, δεν είχε πάει ακόμα 7. Πήρα τον δρόμο προς το σπίτι μου. Τον δρόμο αυτόν τον διέκοπταν πρώτα του τρένου οι γραμμές και ύστερα ένα ξερό ποτάμι. Έπρεπε να περάσω δύο γέφυρες. Η πρώτη είχε ήδη γκρεμιστεί. Τη δεύτερη, την ώρα εκείνη, την βύθιζαν τα άγρια νερά που ο χείμαρρος κατέβαζε. Μόλις τρεις ώρες είχα κοιμηθεί κι είχανε όλα αλλάξει. Μόλις τρεις ώρες είχα κοιμηθεί, και όμως, κάποιοι είχαν προλάβει να εκμεταλλευτούν τον ύπνο μου. Μόλις τρεις ώρες είχα κοιμηθεί και έπρεπε τώρα να το πληρώσω. Πέρασα την πρώτη, την γκρεμισμένη γέφυρα πατώντας πάνω στα συντρίμμια της. Βρήκα ένα ζευγάρι, αγκαλιασμένο ακόμα, να είναι θαμμένο από κάτω τους. Είδα τον έρωτά τους να γίνεται πυροτεχνήματα, την ώρα που ανατιναζότανε η γέφυρα. Πάτησα πάνω στις συντρίμμια τους. Έπρεπε να περάσω. Κάπου στου δρόμου τα μισά έπεσα πάνω σε έναν φίλο παιδικό. Προσπάθησα να μην με δει, αλλά αυτός με πρόλαβε. «Πώς είσαι έτσι; Για πού το έβαλες τόσο νωρίς; Που είναι το άλλο το παπούτσι σου;» Δεν ξέρω. Ψάχνω να το βρω. Θες να με βοηθήσεις; Με κοίταξε λιγάκι δύσπιστα. Τον συγχωρώ. Κι εγώ, στη θέση του, σίγουρα θα αμφέβαλα. «Θυμάσαι καθόλου τη διαδρομή που έκανες χθες το βράδυ;» Δεν την θυμόμουν. Είπα ψέματα. Αρχίσαμε μαζί να περπατάμε. Αυτός το είχε πάρει σοβαρά και έψαχνε στ’ αλήθεια. Ήθελα τόσο πολύ να τον ξεφορτωθώ, αλλά η προθυμία του με είχε συγκινήσει. Σκέφτηκα πως θα μπορούσα ίσως να τον εκμεταλλευτώ, έτσι που ήτανε καλός κι ανόητος. Ήτανε φίλος παιδικός, μα πάει καιρός που ήμασταν παιδιά. Ας πρόσεχε… Να σου πω, γιατί να κουραζόμαστε; Δώσε μου τα δικά σου. «Αλήθεια; Κι εγώ; Τι θα μου δώσεις για αντάλλαγμα;» Τον είχα υποτιμήσει. Έψαξα μες στις τσέπες μου. Βρήκα ξανά το κίτρινο χαρτί. Του το έδειξα. «Τι είναι αυτό;» Βλέπεις αυτό το νούμερο; Αυτό εδώ είναι το μαγικό τηλέφωνο. «Μα έχει εννιά ψηφία…» Το δέκατο το συμπληρώνεις μόνος σου. Θα δεις. Πάντοτε πιάνει. Να, πάρε κι αυτά εδώ τα κέρματα. «Τι να τα κάνω, φίλε μου, τα κέρματα; Ακόμα κουβαλάς λεφτά; Δεν έμαθες τι έγινε; Πόσο καιρό κοιμόσουν;» Μόλις τρεις ώρες είχα κοιμηθεί κι είχανε όλα αλλάξει. Μόλις τρεις ώρες είχα κοιμηθεί, και όμως, κάποιοι είχαν προλάβει να εκμεταλλευτούν τον ύπνο μου. Μόλις τρεις ώρες είχα κοιμηθεί και έπρεπε τώρα να το πληρώσω. Ο άλλος ακόμα με περίμενε. Ήθελε κι άλλα για αντάλλαγμα. Εγώ την προσφορά μου όμως την έκανα. Δεν είχα κάτι άλλο. Εντάξει, δεν πειράζει, ξέχνα το, είπα και τον αγκάλιασα. Όπως και να έχει, σε ευχαριστώ. Να είσαι, να περνάς καλά, να είμαστε πάλι φίλοι. Τύλιξα, έσφιξα τα χέρια γύρω από το κεφάλι του και σαν κλαδάκι έσπασα τον τρυφερό λαιμό του. Φόρεσα τα παπούτσια του παιδικού μου φίλου και συνέχισα. Πρέπει να ήταν τρία νούμερα τουλάχιστον από τα δικά μου μεγαλύτερα. Έπρεπε να κάνω πρώτα ένα βήμα μέσα τους για να τα περπατήσω. Έφτασα μέχρι τη δεύτερη, του ποταμιού τη γέφυρα. Την είχε σκεπάσει ήδη το νερό που με ορμή παράσερνε ολόκληρη την πόλη. Στη μία όχθη, την απέναντι, είχε ένα πλήθος μαζευτεί, χειρονομούσε, φώναζε. Στην άλλη όχθη ήμουν εγώ. Σε μένα θα μιλούσαν. Κάτι παλεύαν να μου πουν, μα ο χαμός δεν άφηνε να ακουστεί η φωνή τους. Ανάμεσα τους ήτανε ένα μικρό κορίτσι. Οι άλλοι το σπρώχνανε μπροστά. Φώναζαν και την έδειχναν. Είχε κόκκινα, μακριά μαλλιά που σαν τα φίδια στριφογύριζαν. Ποια είναι αυτή; Τι μου τη δείχνετε; Τι θέλετε να κάνω; Οι ερωτήσεις πέφταν μέσα στο νερό, κολύμπαγαν μέχρι τα μισά και ύστερα παρασέρνονταν και πνίγονταν πριν φτάσουν στα αυτιά τους. Και τότε άρχισε εκείνη να μιλά. Δεν φώναζε. Μονάχα τα χείλη ανοιγόκλεινε και άφηνε τις λέξεις της να κάνουν τη δουλειά τους. «Εγώ είμαι. Με θυμάσαι; Αλλάξανε τα πράγματα, μα εγώ έμεινα ίδια.» Μόλις τρεις ώρες είχα κοιμηθεί κι είχανε όλα αλλάξει. Μόλις τρεις ώρες είχα κοιμηθεί, και όμως, κάποιοι είχαν προλάβει να εκμεταλλευτούν τον ύπνο μου. Μόλις τρεις ώρες είχα κοιμηθεί και έπρεπε τώρα να το πληρώσω. Για να περάσω απέναντι, έπρεπε κάποιος να θυσιαστεί. Για να γυρίσω σπίτι μου, έπρεπε, λέει, τη θέση μου να πάρει, εκεί, στον πάτο του κακού του ποταμού η ίδια η αγέννητη η κόρη μου. Αν όχι αυτή, τότε εγώ. Αν όχι εγώ, τότε ολόκληρος ο κόσμος. Ρίξτε την τώρα μέσα στο νερό. Πρώτη φορά την βλέπω. Για μένα δεν σημαίνει τίποτα. Για σας είμαι τα πάντα. Έπεσε το κορίτσι στο νερό κι αμέσως βούτηξα κι εγώ. Τα κόκκινα μαλλιά της, που σαν τα φίδια στριφογύριζαν, ενώσανε τις όχθες. Πιάστηκα πάνω τους, σκαρφάλωσα, περπάτησα και βγήκα. Οι άλλοι εκεί που με περίμεναν είχανε πια σωπάσει. Που πήγαν οι φωνές σας τώρα, άνθρωποι; Τι έγινε; Θυσία δεν ζητήσατε; Πείτε μου, τώρα τι γουστάρετε; Μήπως να μετανιώσω; Έσπρωξα τα βουβά τους πρόσωπα και πέρασα. Άκουσα να χτυπάει το τηλέφωνο. Ήταν αυτός και πάλι. «Τι κάνετε; Σας πήρα και νωρίτερα.» Συγνώμη, δεν το άκουσα. «Είστε καλά; Ξέρετε, ανησύχησα…» Μέχρι εδώ, όλα καλά. Θα σας αφήσω τώρα. Μην με παρεξηγείτε, σας παρακαλώ. Είναι που βρίσκομαι σε πόλεμο, που μόλις χθες ξεκίνησε. Έχω ακόμα δρόμο. Έκλεισα το τηλέφωνο και κοίταξα την ώρα. Είχε ήδη πάει πια 9. Ήταν μπροστά μου ο δρόμος ανοιχτός, αλλά και πάλι δεν είχα ιδέα τι άλλο ετούτη η διαδρομή θα μου επιφυλάσσει. Το μόνο πράγμα που ήξερα ήταν πως έπρεπε να βρίσκομαι στο σπίτι μου πριν από το μεσημεριανό τραπέζι. Δεν είναι πως πεινούσα. Στο γεύμα, άλλωστε, αυτό εγώ θα ήμουνα το φαγητό. Έπρεπε να φτάσω εκεί στην ώρα μου. Μόνο αν τρωγόμουνα ζεστός, θα υπήρχε ελπίδα να κερδίσω αυτόν τον πόλεμο.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου