Σάββατο, 6 Ιουλίου 2013

2002

Αύγουστος του 2002. Δεν έχω ακόμα απολυθεί, αλλά έχω τόσο πολύ παλιώσει που μπαινοβγαίνω στην Πτέρυγα μόνο για να ανανεώνω τις εικονικές μου άδειες. Πρωί Δευτέρας. Μπαίνω από την Πύλη Αγχιάλου και είκοσι λεπτά μετά βγαίνω από την Πύλη Αλμυρού. Ο νέος στην έξοδο με χαιρετάει σα να είμαι αντιπτέραρχος τουλάχιστον και μου δείχνει με την άκρη του G3 του έναν τύπο που αράζει στο πλάι στη σκιά. «Μπορείτε μήπως να πάρετε μαζί σας το παλικάρι μέχρι τον Αλμυρό;» Το παλικάρι αφήνει τη σκιά και έρχεται και κάθεται στη θέση του συνοδηγού. Είναι στο δρόμο μου. Πάει να πάρει το Κτελ για την Αθήνα. Του λέω να δώσει σε μένα τα λεφτά που θα έδινε για εισιτήριο και να μοιραστεί μαζί μου το ταξίδι. Δέχεται φυσικά. Μόλις περνάμε την Πελασγία, χωρίς να με ρωτήσει, βγάζει ένα cd από το σάκο του, το σπρώχνει μέσα στη σχισμή και ανοίγει στα τέρματα την ένταση. Μόλις τελειώνει το cd, μετά τις Θερμοπύλες, χωρίς να τον ρωτήσω εγώ ετούτη τη φορά, αρχίζει να μου μιλάει για την κοπέλα του. Η κοπέλα του είναι γιαπωνέζα. Φοιτήτρια, λέει, στη φιλοσοφική και στον ελεύθερο της χρόνο φωτομοντέλο για τα ιλουστρασιόν περιοδικά. Έχουν ελεύθερο χρόνο οι φιλόσοφοι; Δεν είναι ο χρόνος, ακόμα κι ο ελεύθερος, για αυτούς μια έννοια σχετική; Κι αν έχουν τέλος πάντων, και τότε πάλι δε φιλοσοφούν, όπως εμείς οι άλλοι; Λίγο πριν την έξοδο της Κηφισιά, τολμώ κι εγώ να πω λιγάκι τα δικά μου. Φαντάζομαι πως τα βρίσκει όλα αδιάφορα κι ανιαρά. Με διακόπτει: «Τι πας να κάνεις μέσα Αυγούστου στην Αθήνα;» Και τότε έρχεται η θεία επιφοίτηση και σκάει με δύναμη επάνω στο παρμπρίζ μου: «Διακοπές. Τι άλλο;»

Αφού τελείωσα με τις δουλειές για τις οποίες είχα στην πραγματικότητα κατέβει, πήρα το αμάξι μου ξανά και πήγα μέχρι τα Εξάρχεια. Πάρκαρα έξω ακριβώς από το φοιτητικό μου σπίτι –η αδερφή μου ακόμα σπούδαζε και το κρατούσαμε ακόμα- κι ανέβηκα δήθεν για να μαζέψω κάποια πράγματα. Ήταν ήδη απόγευμα. Άνοιξα τα παράθυρα και ξάπλωσα έτσι όπως ήμουν με τα ρούχα μου πάνω στο άστρωτο κρεβάτι. Αποκοιμήθηκα χαζεύοντας τον ράθυμο χορό της σκόνης. Όταν ξύπνησα είχε πια για τα καλά νυχτώσει. Απ’ έξω ακουγόταν μουσική. Μα ούτε φωνές ούτε και κάποια άλλη ένδειξη ανθρώπινης δραστηριότητας. Σηκώθηκα, άναψα ένα τσιγάρο και στάθηκα προσπαθώντας να αφουγκραστώ. Να καταλάβω τι συνέβαινε. Κανονικά έπρεπε ήδη να είχα φύγει. Έφτιαξα έναν δυνατό καφέ και άρχισα αμέσως τα τηλέφωνα. Όλοι ήταν σε διακοπές. «Τι έπαθες; Τι θες εδώ καλοκαιριάτικα;» Μα δε μπορεί. Όλο και κάποιος θα έχει ξεμείνει στα μετόπισθεν. Και τότε πρόσεξα ξανά τη μουσική. Το ίδιο ακριβώς τραγούδι –σουξέ εκείνου του καλοκαιριού- τέλειωνε και ξανάρχιζε. Πεισματικά επέμενε να παίζει διαρκώς σα να εμπεριείχε κάποιο μήνυμα κρυφό, που έπρεπε εγώ να καταλάβω.

Αφήνω το διαμέρισμα και βγαίνω στο διάδρομο. Καλώ το ασανσέρ. Είμαι στον ημιώροφο. Δεν ήτανε ανάγκη. Ή μήπως έχω άλλα σχέδια; Μπαίνω, πατάω το τελευταίο το κουμπί και εκτοξεύομαι. Μετά από μισό λεπτό φτάνει η σεληνάκατός μου στην ταράτσα. Η νύχτα από πάνω μου σπαράσσουσα. Το φως της πόλης έχει κάνει όλα τα αστέρια να ντραπούν και μόλις που διακρίνονται. Κοιτάζω λαίμαργα τριγύρω μου. Ο Στρέφης, ο Λυκαβηττός, τα δυτικά προάστια. Ποιανού είναι άραγε όλα αυτά; Ποιος να τα διαχειρίζεται, τώρα που τα έχουν αποποιηθεί οι μόνιμοί τους κάτοχοι; Αν κλέψω κάτι, τώρα που δεν υπάρχει εδώ κανείς για να με δει, ποιος θα το καταλάβει; Κι αν άραγε τους έκλεβα ολόκληρη την πόλη; Κι αν έτσι εδώ, μες στο κατακαλόκαιρο, την έκανα δικιά μου; Από το ύψος όπου βρίσκομαι η μουσική ακούγεται πολύ εξασθενημένη. Μα ωστόσο φτάνει στα αυτιά μου μια χαρά. Θα το θυμάμαι το τραγούδι αυτό. Κι αν κάποτε βρεθεί κάποιος να με ρωτήσει, τι έπαιζε εκείνη τη στιγμή που ξανά γνωριστήκαμε, θα ξέρω τι να του απαντήσω. Και τότε χτυπάει το τηλέφωνο. Είσαι εσύ. Πώς άραγε με βρήκες εδώ πάνω. Χαίρομαι που διαβάζω το όνομά σου στην οθόνη μου. Κι όμως, νιώθω λιγάκι σα να με έπιασες στα πράσα. «Που είσαι; Ακόμα δεν τελείωσες; Νύχτωσε – τι ώρα θα γυρίσεις;» Διστάζω. Δε βρίσκω την κατάλληλη απάντηση. Το ξέρεις σίγουρα καλά πόσο πολύ θα γούσταρα αυτή του τηλεφώνου η φωνή, με κάποιον τρόπο αυγουστιάτικο, να πάρει σάρκα ξαφνικά και να έρθει να σταθεί στο πλάι μου. Το ξέρεις ή μάλλον όχι, ακόμα είμαστε εκεί, στο 2002.

Όταν βγήκα ξανά στην εθνική οδό ήτανε πια μεσάνυχτα. Ήταν μια νύχτα φωτεινή και σκέφτηκα πως ίσως δε χρειάζεται να ταξιδέψω με αναμμένα φώτα. Στη θέση του συνοδηγού ο πρωινός συνταξιδιώτης μου είχε ξεχάσει το γκρίζο καπελάκι του. Και το εξωτικό χαμόγελο της γιαπωνέζας φιλενάδας καθρεφτιζόταν στον καθρέφτη μου μέχρι που έφτασα στο Βόλο.

1 σχόλιο: