Κυριακή, 7 Απριλίου 2013

ο δρόμος και οι δράκοι

Ήτανε κάποτε ένας πρίγκιπας.
Ήτανε κάπου του πρίγκιπα η χώρα.
Έγινε, λέει, πόλεμος. Μια παλιά κατάρα. Μία ανήκουστη ντροπή. Κι ύστερα αρρώστιες και πληγές. Πόνος και δυστυχία. Και τότε είπαν, δε μπορεί, μάλλον αυτός θα φταίει. Αφού άλλον δεν έβρισκαν ευθύνη να του δώσουν. Και εξορίστηκε ο πρίγκιπας. Εξέπεσε ο άγγελος. Χώρισε από τον κόσμο.
Ήτανε κάπου μια πριγκίπισσα. Ήταν μια άλλη χώρα. Μακριά, μέσα στα δάση του μυαλού του πρίγκιπα. Βαθιά, μέσα στις λίμνες της καρδιάς του.
Ήτανε, λέει, μια διαδρομή. Που ξεκινούσε από το εγώ και έφτανε σε σένα. Κανένας χάρτη δεν την έγραφε. Κανείς δε σκέφτηκε ποτέ σημάδια να της βάλει.
Ήτανε κάπου μια πριγκίπισσα. «Πως πάει κανείς στο κάπου;» αναρωτήθηκε ο πρίγκιπας, σαν βρέθηκε στην ερημιά. Σαν τα αστέρια στο νερό. Σαν λύκος στο φεγγάρι.
Ήτανε, λέει, μια διαδρομή. «Ποιος είναι αυτός που λέει;» ρώτησε φωναχτά ο πρίγκιπας, μα απάντηση δε πήρε. Μα όποιος δε παίρνει απάντηση, παίρνει μετά τους δρόμους.
Χάθηκε, ξαναβρέθηκε. Έχασε, ξαναβρήκε. Για όλης της γης τους πρίγκιπες οι δρόμοι είναι δικοί τους. Για κάποιους όμως πρίγκιπες οι δρόμοι είναι δράκοι. Παλιοί εχθροί θανάσιμοι οι πρίγκιπες των δράκων. Φίλος των δράκων κι αδερφός ο πρίγκιπας των δρόμων.
«Που πας χαμένε πρίγκιπα; Πως βρέθηκες στα ξένα.»
«Ψάχνω να βρω τη διαδρομή, που πάει, λέει, σε εκείνην.»
«Και τι ζητάς; Βοήθεια; Έκανες μάλλον λάθος. Δικιά μας η διαδρομή, άρα κι εκείνη που ζητάς μάλλον δική μας είναι.»
«Σας σφάζω τότε και περνώ. Περνώ και σας την παίρνω.»
Ήτανε κάποτε ένας πρίγκιπας. Ήτανε κάποιοι δράκοι. Έγινε, λέει, μακελειό. Μάτωσαν όλοι οι δρόμοι. Ξεχείλισαν, πλημμύρισαν, πνιγήκανε στο αίμα.
Ήτανε κάπου μια πριγκίπισσα. Στεκόταν στο παράθυρο. Είχε έναν καθρέφτη. Από τον καθρέφτη κοίταζε. Μάθαινε όλα τα νέα. Κι όσα δεν καταλάβαινε, ρωτούσε το παράθυρο κι αυτό της εξηγούσε.
«Τι είναι ετούτες οι φωνές; Τι γίνεται στον κόσμο;»
«Έρχεται κάποιος προς τα εδώ για να σε συναντήσει.»
«Ποιος είναι; Είναι όμορφος;»
«Είναι φονιάς των δράκων.»
«Πως ξέρει να έρθει να με βρει; Πως έμαθε το δρόμο;»
«Οι δράκοι του τον είπανε, πριν να τους ξεκληρίσει.»
«Κι εμένα ποιος με ρώτησε, αν θέλω εδώ να έρθει.»
«Σε λίγο ρώτα τον εσύ. Έρχεται, πλησιάζει.»
Ήτανε κάπου ένας πρίγκιπας.
Ήτανε κάποτε του πρίγκιπα η χώρα.
Η χώρα πάει, χάθηκε.
Αυτός πήγε και βρήκε.
Ήτανε ένας πόλεμος. Μία κατάρα. Μια ντροπή. Ήταν αρρώστιες και πληγές. Πόνος και δυστυχία. Ήτανε ένας άγγελος. Ήτανε ένας κόσμος. Ήταν η ευθύνη, το κακό, ο δρόμος, η εξορία.
Ήτανε μια διαδρομή. Χάρτες, σημάδια δεν υπήρχανε. Άρχιζε, λέει, από το εγώ και έφτανε σε σένα. Κάπου στου δρόμου τα μισά ήτανε κάποιοι δράκοι.
Ήσουν στο κάπου κάποτε.
Είμαι μπροστά σου τώρα.
Άφησε τον καθρέφτη σου. Βγες στο παράθυρό σου. Ρώτα εμένα να σου πω. Εμένα κοίτα τώρα.
Και βγήκε η πριγκίπισσα, σαν άκουσε τα λόγια. Σαν το νερό του φεγγαριού. Σαν λύκαινα των άστρων.
«Ποιος σου να έρθεις να με βρεις;»
«Δεν έχω έρθει να σε βρω. Ήρθα για να σε ψάξω.»
Μέσα στα δάση του μυαλού, μες στης καρδιάς τις λίμνες. Εκεί βαθιά, εκεί μακριά ήταν αυτό που είναι.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου