Δευτέρα, 22 Απριλίου 2013

πάτριοτς ντέι

Ένας ήχος ακούστηκε. Όχι, δεν ήταν η καρδιά μου, που κόντευε να σπάσει στα τελευταία μέτρα. Δεν ήταν τα πνευμόνια μου, τα σπλάχνα μου, ο μυϊκός ιστός μου. Φιλεύσπλαχνη η ακοή. Όσα συμβαίνουν μέσα μας αυτή τα απομονώνει.
Ούτε το σχίσιμο της κορδέλας του τερματισμού – καμιά κορδέλα, κανείς τερματισμός δε βγάζει τέτοιον ήχο. Στο τέλος πάντα παραμονεύει το κενό και στο κενό ο ήχος δεν αναπαράγεται – αυτό όλοι το ξέρουν.
Δεν ήταν καν τα πανηγύρια, οι φωνές των θεατών. Αυτά κανείς δρομέας στ’ αλήθεια δεν τα ακούει. Κάποια στιγμή, στου δρόμου περίπου τα μισά μου φάνηκε πως είχα ακούσει τον πατέρα μου. «Πάμε, κορίτσι μου! Έτσι! Δυνατά! Λίγα χιλιόμετρα μας έμειναν μονάχα…» Τρελαίνομαι, σκέφτηκα, κι αμέσως φώναξα την κυρα-λογική να μπει μες στο κεφάλι μου, να βάλει μία τάξη. Ο μπαμπάς και πεθαμένος μονάχα μπάλα θα μπορούσε να καθότανε να δει. Κι αφού τα κοριτσάκια μπάλα δεν κλωτσούν, στα αρχίδια του τι κάνει το «κορίτσι του».
Να ήταν κάποια από τις συναθλήτριες; Στο μαραθώνιο τους άλλους δεν τους λες αντίπαλους. Αντίπαλος, εχθρός κακός και μοχθηρός είσαι εσύ μονάχα. Η φύση σου. Όχι, δεν είναι στη φύση των ανθρώπων να τρέχουνε σαρανταδυό χιλιόμετρα και μάλιστα να κυνηγάνε επιδόσεις και πρωτιές. Σαρανταδυό χιλιόμετρα – τι τρέλα, τι παράνοια! Ποιος άραγε την πρωτοσκέφτηκε τέτοια παλαβομάρα; Εκείνος ο καμένος ο Έλληνας. Μπούρδες! Αυτός το έκανε από ανάγκη, υποχρέωση. Ίσως και να ήθελε να κάνει το κομμάτι του. Αλλά, είπαμε, ό,τι κι αν έκαναν εκείνοι οι τρελοί, είναι για εμάς ηρωισμός, τέχνη, φιλοσοφία.
Για μια στιγμή σκέφτηκα πως θα ήτανε κάποια από τις ιλλουστρασιόν αμερικανιές των διοργανωτών. Γκραν φινάλε, χάππυ εντ χωρίς λιγάκι από Χόλυγουντ στο Αμέρικα δεν πάει. Αν και οι φίλοι μου είπανε πως η Βοστώνη είναι αλλιώς. Πιο Ευρώπη, πιο γηραιά και ξιπασμένη ήπειρος. Νέα Αγγλία κι έτσι. Νέα Ιρλανδία μάλλον. Μες στα τριφύλλια και στις πράσινες τις παμπ είναι η γειτονιά που μένουμε.
Α ρε Σεν Πάτρικ, μήπως και ήσουνα εσύ που έκανες το θαύμα σου και είπες με τον κρότο αυτόν να το υπογραμμίσεις; Αν και τι θαύμα ήτανε αυτό. Στα θαύματα γλεντάνε οι πιστοί και οι άπιστοι στραβώνουν. Εδώ πιστοί και άπιστοι τους πήραν όλους τα ζουμιά. Όχι έτσι δε γίνονται τα θαύματα. Θαύμα είμαι εγώ που ήρθα ως εδώ να αγωνιστώ. Θαύμα είναι ο αγώνας μου. Η υπομονή, η επιμονή, το πείσμα, οι στερήσεις. Ο όρκος που έδωσα στον μπάρμπα μου. «Και με ένα πόδι, θείε, εγώ θα πάω στο Πάτριοτς Ντέι και θα τρέξω!» Και με ένα πόδι. Κυριολεκτικά. Τώρα το άλλο μου το πόδι ψάχνουν ακόμα να το βρουν. Κι εκείνα τα τακούνια που δυο μέρες πριν αγόρασα από τη Νορθ Στρητ δεν πρόκειται ποτέ να τα φορέσω.
Ο ήχος αυτός ήτανε λέει έκρηξη. Τώρα μου τα εξηγούνε όλα οι γιατροί. Βόμβα που κάποιοι, λέει, τοποθέτησαν. Ήταν πιστοί ή άπιστοι; Τι σημασία έχει; Το θαύμα της, για αυτούς τουλάχιστον, το έκανε. Μέχρι κι οι χαζοχαρούμενες οι μαζορέτες άγιασαν. Ναι, πρόλαβα και τις είδα. Την ώρα που τερμάτιζα. Να αναλήπτονται, λεέι, στους ουρανούς. Μέσα σε καπνούς και σε φτερά πολύχρωμα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου