Κυριακή, 10 Αυγούστου 2014

1

Του άρεσε αυτή η σερβιτόρα. Αυτή ήταν ο λόγος που περνούσε κάθε μεσημέρι από αυτό το μαγαζί. Που καθόταν στο τραπέζι με την καλύτερη τη θέα, από όπου μπορούσε απερίσπαστος να παρακολουθεί όλες της τις κινήσεις. Που βασάνιζε με τις ώρες το μικροσκοπικό φλιτζάνι του – πόσος πολύς χρόνος μπορεί να χωρέσει τελικά σε ένα στιγμιαίο καφεδάκι; Που διάλεγε πάντα την ώρα που ο κόσμος στο μαγαζί αραίωνε. Τις περισσότερες φορές τύχαινε να είναι μοναδικός πελάτης. Δικό του όλο το καφέ με το ακατανόητο εκείνο όνομα, που ούτε να το προφέρει δεν μπορούσε. Δικό του το τραπέζι το πανοπτικό, το μόνο πιθανόν τετράποδο το οποίο είχε στη ζωή του συμπαθήσει. Δικιά του και η αγαπημένη σερβιτόρα του, που τόσο καιρό ούτε το πώς την λένε δεν τολμούσε να ρωτήσει. Για αυτό τη βάφτιζε κατά καιρούς με διάφορα ονόματα, μα ύστερα το μετάνιωνε. Γιατί κανένα δεν της ταίριαζε απόλυτα. Γιατί όλα μαζί και πάλι να την περιγράψουν δεν μπορούσαν. Όταν στους άλλους μιλούσε για αυτήν, την έλεγε «η όμορφη». Μα όταν την σκεφτόταν, όταν την έφερνε στο νου τις άλλες ώρες της ημέρας, της έδινε έναν τίτλο πιο παράδοξο: «η ωραία νυσταγμένη». Ήταν αυτό το βλέμμα το νωχελικό, το οποίο δεν ήξερε αλήθεια που να το κατατάξει. Ήταν που νύσταζε πραγματικά και λαχταρούσε η βάρδια της να λήξει και στο κρεβάτι της να τρέξει να κρυφτεί; Ή μήπως πιο πολύ ήτανε που του θύμιζε βλέμμα ανθρώπου που μόλις έχει γυρίσει από τα όνειρα και αγουροξυπνημένος προσπαθεί να καταλάβει τη νέα μέρα που του είχε έτσι απροσδόκητα προκύψει; Του άρεσε το βλέμμα της. Όχι δεν ήταν βλέμμα ανθρώπου που βαριέται, που σέρνεται, που σκουντουφλά. Που με το ζόρι ανταποκρίνεται στα επαγγελματικά του τα καθήκοντα. Το βλέμμα αυτό με έναν τρόπο μοναδικά παράδοξο ξεχείλιζε από όρεξη. Μόνο που όσο και αν το μελετούσε, τόσο καιρό που σύχναζε σε εκείνο το καφέ, δεν είχε κατορθώσει ακόμα να μαντέψει τι ήταν αυτό που ακριβώς ορέγονταν τα μάτια αυτά τα τόσο νυσταγμένα. Τι εικόνες μέσα από τα βλέφαρά τους έκρυβαν και την κρατούσανε αυτήν τόσο απασχολημένη κι αυτόν τόσο αόρατο. Αφού από αυτό βασανιζόταν διαρκώς, που ενώ αυτός έβλεπε, παρατηρούσε, σπούδαζε κάθε δική της κίνηση, κάθε δικό της βήμα, αυτή αδιαφορούσε τόσο επιδεικτικά που έθετε σε αμφισβήτηση την ίδια την ύπαρξή του. Σκεφτότανε καμιά φορά, πως έτσι και ξαφνικά του ερχότανε να σηκωθεί, να αρπάξει το ταμείο και να φύγει τρέχοντας, αυτή μετά δεν θα μπορούσε ούτε καν στοιχειωδώς στους μπάτσους να τον περιγράψει. Όχι, φαινόταν να μην του έδινε καμία σημασία. Ερχόταν στο τραπέζι του, τον καλημέριζε αδιάφορα, έπαιρνε την παραγγελία – τόσο καιρό θα μπορούσε, τουλάχιστον, να είχε μάθει πώς πίνει τον καφέ του. Κάποιες φορές του έφερνε μπισκότα και βουτήματα κι αυτός το έπαιρνε προσωπικά και της χαμογελούσε, αν και το ήξερε καλά ότι αυτό συνέβαινε με όλους τους πελάτες. Μια μέρα μόνο ήταν που της ξέφυγε και είπε κάποια κουβέντα παραπάνω. Ήτανε τότε τον Απρίλη, με τα επεισόδια. Γινόταν κάτω στην πλατεία μακελειό κι όλο ακουγόντουσαν σειρήνες και εκρήξεις. Ήταν και πάλι οι δυο τους μόνοι μες στο μαγαζί κι είχε αυτή βάλει τη μουσική στα τέρματα να μην ακούει τον δρόμο. Αυτός βγήκε κάποια στιγμή για να μιλήσει στο τηλέφωνο. Όχι πως έξω θα άκουγε καλύτερα, αλλά ντρεπόταν λιγάκι να απαντήσει και να ακούσουνε οι άλλοι τα τραγουδάκι του καφέ να παίζουν από πίσω. Εδώ γινόταν επανάσταση κι αυτός χάζευε μίαν άγνωστη πίνοντας τον καφέ του. Τι θα έλεγε ο κόσμος; Αυτή για κάποιο λόγο συνέδεσε τα επεισόδια με αυτό το τηλεφώνημα και όταν ήρθε πάλι πίσω στο τραπέζι του, τον ρώτησε «τι γίνεται;». Λες και ήτανε αυτός που όλα τα κατεύθυνε από το μυστικό το στρατηγείο του. Είχε τότε την ευκαιρία του να την εντυπωσιάσει, να αρχίσει κάποιο παραμύθι αγωνιστικό. Να την τρομάξει με τις τερατολογίες του και ύστερα να σπεύσει φυσικά να την καθησυχάσει. Ίσως ακόμα να της προτείνει να την συνοδεύσει ως το σπίτι της, γιατί, είπαμε, έξω γινόταν μακελειό. Ναι, να την προστατεύσει. Όμως την ώρα εκείνη σάστισε. Εκείνο το εκτός προγράμματος «τι γίνεται;» τον αιφνιδίασε και έτσι το μόνο που κατάφερε να πει ήταν ένα χαζό «δεν ξέρω». Δεν ήξερε, είναι αλήθεια, τίποτα, ούτε για αυτά που έξω εκεί στο δρόμο γίνονταν ούτε για τα άλλα που μέσα σε εκείνο το καφέ μπορούσανε να γίνουν. Υπέθετε, θεωρούσε, φανταζότανε, μα στην πραγματικότητα απείχε ακόμα αρκετά από το να γνωρίζει. Κι όμως δεν ήταν τόσο δύσκολο. Αρκούσε μόνο, την κατάλληλη στιγμή, να είχε κάνει και αυτός την ίδια ακριβώς ερώτηση. Τι γίνεται;


Το να δουλεύει βάρδια πρωινή ήταν για εκείνη το καλύτερο. Μέχρι τις δύο δυόμιση ήταν γεμάτο το καφέ κι ύστερα, ως τις πέντε όπου σχόλαγε, ήτανε συνήθως χαλαρά κι έτσι είχε πάντα σχεδόν τη δυνατότητα να κάνει τα δικά της. Τις περισσότερες φορές, αν δεν ερχότανε αυτός, μάλλον θα ήταν μόνη της. Όχι ότι η παρουσία του άλλαζε και πολύ τα πράγματα. Ήτανε τόσο διακριτικός, τόσο εκεί μέσα, βαθιά μες στα χαρτιά και μες στις σκέψεις του, χωμένος, που νόμιζε ότι ακόμα και αν έβγαζε τα ρούχα της και άρχιζε να σφουγγαρίζει το μωσαϊκό ολόγυμνη, αυτός να μην το πρόσεχε. Της άρεσε αυτή η αδιαφορία του. Όχι, δεν ήταν γενικά αδιάφορος. Έμοιαζε να δείχνει πάθος ίσως και φανατισμό σε αυτά με τα οποία ασχολούνταν. Τον έβλεπε να μουτζουρώνει τις σελίδες του και προσπαθούσε τι γράφει να μαντέψει. Για κάποιο λόγο πίστευε πως γράφει ας πούμε κάτι σαν ποιήματα. Θα ήθελε αλήθεια να τους ρίξει μια ματιά, μα κάθε φορά που το τραπέζι του πλησίαζε για να αδειάσει το τασάκι του ή να γεμίσει το ποτήρι με νερό, αυτός τα σκέπαζε αμέσως και τα έκρυβε. «Γράφει για μένα», σκέφτηκε κάποια στιγμή αυτάρεσκα. Μα αμέσως την κατάπιε την επιπόλαια την σκέψη της. «Μα αφού δεν με γνωρίζει.» Ήξερε πως προτιμούσε εκείνο το καφέ, γιατί από όλα τα άλλα της περιοχής ήτανε το πιο ήσυχο. Για αυτό και ερχόταν τις ώρες που συνήθως άδειαζε. Ζητούσε να απομονωθεί και το τραπέζι αυτό –πάντα εκεί καθότανε- ήτανε κατά κάποιο τρόπο το γραφείο του. Αυτή, για να τον βοηθήσει, διάλεγε μουσική κατάλληλη και απέφευγε να δυναμώνει, όσο αυτός ήταν εκεί, την ένταση. Μονάχα μια φορά έκανε μια εξαίρεση. Ήτανε τότε, τον Απρίλιο. Τότε με εκείνα τα άγρια επεισόδια. Ήτανε τόσος πολύς ο θόρυβος που ερχότανε από έξω, που είπε να βάλει κάτι να παίζει δυνατά να τον κατανικήσει. Αυτός δεν φάνηκε να ενοχλείται από αυτό. Όμως το μεσημέρι εκείνο έμοιαζε αφηρημένος και ανήσυχος. Κι όλο κοιτούσε το τηλέφωνο. Κι όλο το βλέμμα σήκωνε και έβλεπε προς την πόρτα. Από το δρόμο ακούγονταν κρότοι, σειρήνες και φωνές. Δεν έβλεπαν τι γίνεται, όσο κι αν το πεδίο μάχης ήταν δίπλα τους. Μονάχα που και που περνούσε κάποιος μπροστά από την πόρτα τρέχοντας, κοιτώντας με τρόμο προς τα πίσω. Τα πιο πολλά καφέ τις γειτονιάς είχανε από ώρα κλείσει. Ίσως και να ήταν μονάχα το δικό τους ανοιχτό. Το αφεντικό της είχε πει να σβήσει φώτα και να κλειδώσει και αυτή, έτσι και δει πως έξω ζορίζουνε τα πράγματα. Αυτή όμως δεν έβλεπε. Μονάχα άκουγε κι όλο δυνάμωνε τη μουσική να μην καταλαβαίνει. Κάποια στιγμή τον είδε να σηκώνεται. Κρατούσε το τηλέφωνο και κοίταζε μια την οθόνη του και μια αυτήν διστακτικά, αναποφάσιστα. Κατάλαβε ότι χτυπούσε και άπλωσε το χέρι προς το ραδιόφωνο την ένταση να χαμηλώσει. Μα αυτός της γύρισε την πλάτη και πήγε προς την έξοδο. Βγήκε στο δρόμο και απάντησε. Αισθάνθηκε λιγάκι άσχημα. Τον έβλεπε που ενώ μιλούσε έβηχε. Η ατμόσφαιρα είχε βαρύνει από τους καπνούς και από τα διάφορα που έριχναν. Κοίταξε το τραπέζι του. Είχε αφήσει τα χαρτιά του πρώτη φορά αφύλακτα, απροστάτευτα. Σκέφτηκε πως ίσως αυτή να ήταν η ευκαιρία της. Εκείνος σαν να μάντεψε την σκέψη της γύρισε και την κοίταξε. Μόνο αν κάτι του συνέβαινε, αν τον χτυπούσαν, αν ζαλιζόταν από τα χημικά, μονάχα τότε θα μπορούσε να μάθαινε τι έγραφε. Η πόρτα άνοιξε ξανά και η κακιά της σκέψη ντράπηκε και εξαφανίστηκε. Χαμήλωσε την μουσική, σχεδόν την έκλεισε. Σηκώθηκε και τον πλησίασε κρατώντας την κανάτα της. Δήθεν να του γεμίσει το ποτήρι του. Αυτός την κοίταζε επίμονα. Της φάνηκε πως είχε κάτι να της πει. Κάτι εκεί έξω είχε συμβεί. Κάποιος του το είπε μόλις στο τηλέφωνο. «Τι γίνεται;» τον ρώτησε. Πόσο πολύ της άρεσε αυτή η αμηχανία του. Πόσο πολύ θα ήθελε να τον φιλήσει εκείνη την στιγμή, λίγο πριν μαρτυρήσει το μεγάλο μυστικό. Την είδηση πως πάει ο κόσμος πια, τελείωσε. Πως άνοιξε η γη. Ο ήλιος πως γκρεμίστηκε. Πως έληξε ο χρόνος. «Δεν ξέρω», της απάντησε και αμέσως έβγαλε από την τσέπη κάτι κέρματα. Τα ακούμπησε πάνω στο τραπέζι και μάζεψε τα πράγματά του γρήγορα. Και όμως, της φάνηκε πως είχε ακόμα κάτι να της πει. Είδε τα χέρια του που έτρεμαν. Ποτέ δεν είχε ξαναδεί τόσο όμορφα χέρια. Τα μακριά του δάχτυλά του ήταν λιγάκι μαυρισμένα. Άραγε τι δουλειά να έκανε; Τι σχέση να είχε, άραγε, με όλα αυτά που έξω εκεί συνέβαιναν. Γιατί δεν ρώτησε ποτέ να μάθει το όνομά της; Γιατί αυτή δεν του το έλεγε από μόνη της, χωρίς να την ρωτήσει;

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου