Δευτέρα, 20 Αυγούστου 2012

LastTapes02: Δε θέλω να ξέρω τι έκανες πέρυσι το καλοκαίρι

Δεν πρόλαβε να στεγνώσει η πρώτη σταγόνα της βροχής και η αόρατος αρχή των καταχθόνιων lasttapes μου ζήτησε να βγάλω μια κόλλα χαρτί και να σας εκθέσω γράφοντας πώς πέρασα αυτό το καλοκαίρι. Επειδή όμως στο νότιο ημισφαίριο του εγκεφάλου μου το καλοκαίρι αυτό δεν άρχισε ακόμα, σκέφτηκα πως ίσως θα ήταν φρονιμότερο να σας πω δυο λόγια για τα βιβλία που διάβασα την ώρα που όλοι εσείς λιαζόσασταν στην δαντελωτή ακτογραμμή της χώρας των λωτοφάγων.

Κατά τη διάρκεια του Ιουλίου με το φωτεινό πουκάμισο και στο μεγαλύτερο μέρος του Αυγούστου του πέτρινου, επέλεξα, για ακόμα μια χρονιά, να αυτοεξοριστώ στα βάθη της πρωτεύουσας. Κρυμμένος σε μια περίκλειστη αυλή στην εξωτική Δάφνη –εκατό μέτρα από το σταθμό του μετρό και είκοσι χιλιάδες λεύγες κάτω απ’ ό,τι χάλασα (το προηγούμενο καλοκαίρι)- σκότωνα τη θερινή μου ώρα διαβάζοντας τη βιβλιοθήκη ενός ακόμα συγκατοίκου μου, περιμένοντας τη νύχτα να επιστρέψει πίσω από τη μπάρα.

Και κάπως έτσι, λοιπόν, φύγανε, φύγανε…

un: «Καν-καν, γάτες και πόλεις από στάχτη», του Mark Twain (Ασβός, 2009). Το ξέρατε ότι ο Twain ήταν ο πρώτος συγγραφέας που παρέδωσε στον εκδότη του δακτυλογραφημένο κείμενο; Εδώ ο διαχρονικός super star της αμερικάνικης λογοτεχνίας ταξιδεύει στην γηραιά ήπειρο του 1857 και με τον ανελέητο σαρκασμό του δίνει μια διαφορετική διάσταση στον όρο ταξιδιωτική λογοτεχνία. Το βιβλίο –όχι όμως και το ταξίδι, αφού ο εκδοτικός οίκος επέλεξε να μεταφράσει μέρος μόνο του πρωτότυπου έργου- ολοκληρώνεται στην Αθήνα και όλα τα λεφτά είναι το επεισόδιο με την νυχτερινή επίσκεψη στην Ακρόπολη («…δωροδοκία και διαφθορά»), όπου, μεταξύ άλλων, γίνεται μια ενδιαφέρουσα απόπειρα ψυχοπαθολογικής ανάλυσης του προπατορικού αμαρτήματος του στατιστικού λάθους που λέγεται σύγχρονη Ελλάς. 

deux: «Κυανοπώγων», του Kurt Vonnegut (Επιλογή/Θύραθεν 1010). Εξπρεσιονισμός ή βαρβαρότητα! Ο αναρχικός αμερικάνος συγγραφέας ανασκευάζει τον κλασικό γαλλικό μύθο και για ακόμα μια φορά δεν αφήνει τίποτα όρθιο στο λογοτεχνικό διάβα του. Εδώ, στον «ομώνυμο ρόλο» εμφανίζεται ένας ηλικιωμένος διάσημος ζωγράφος και ήρωας πολέμου, με το ευφάνταστο όνομα Ράμπο (!) Καραμπεκιάν, που κρύβει μέσα στην αποθήκη του σπιτιού του ένα μυστικό «μεγάλο όσο και ο κόσμος». Το βιβλίο, ένα συναρπαστικό ανακάτεμα πραγματικών και φανταστικών προσώπων και γεγονότων, αποτελεί μια αβυσσαλέα κριτική του Vonnegut απέναντι στην εξέλιξη του αμερικάνικου τρόπου ζωής και αντίληψης των πραγμάτων, χωρίς ωστόσο να ξεπέφτει στη συνήθη γκρίνια του σεβάσμιου γέροντα που αναπολεί τις όμορφες εποχές που πέρασαν.

trois: «Ποιους θα δαγκώσω άμα λυσσάξω», του Παντελή Καλιότσου (Καστανιώτης, 2009). Αν παίζετε παντομίμα με τίτλους βιβλίων, δοκιμάστε αυτόν! Ο δημιουργός των «Ξύλινων Σπαθιών» αυτοβιογραφείται με έναν τρόπο που θυμίζει έντονα την γενική αρχή του Hobsbawm περί της αναγωγής της ιστορίας του ταπεινού υποκειμένου σε φορέα –αν όχι και σε παράγοντα- του ιστορικού γίγνεσθαι. Ο Καλιότσος, γνωστός-άγνωστος των ελληνικών γραμμάτων, μας παρουσιάζει την ιστορία της ζωής του ως ένα σπαρταριστό ψυχόδραμα ενός γνήσια ανήσυχου και δημιουργικού ανθρώπου που παλεύει να επιβιώσει μέσα σε ένα απαίδευτο και ξιπασμένο περιβάλλον. Και όσο πραγματικά ψυχαγωγικά να στέκονται τα πρώτα κεφάλαια του βιβλίου, στο τέλος ο συγγραφέας με το δικό του προσωπικό, τρυφερό και μεθυστικό art d' être grand-père κυριολεκτικά απογειώνει την αφήγηση.

quatre: «Ένας Τσετσένος σκύλος στη Μασσαλία», του Michel Maisonneuve (Πόλις, 2010). Μπορεί να σταθεί ο όρος «μεσογειακό νουάρ»; Ο Maisonneuve συνεχιστής της παράδοσης –αν υπάρχει κάτι τέτοιο- των Camilleri, Izzo, Montalban… άντε και λίγο Μάρκαρη- μας δίνει ένα συναρπαστικό roman policier, που διασκέδασα αφάνταστα διαβάζοντάς το και από την πλοκή του οποίου τώρα δε θυμάμαι σχεδόν τίποτα. Εργατικά προάστια, ρωσικές μαφίες, συνταξιούχα sex symbol και ένας μοναχικός διανοούμενος που μπλέκει σε μία παρωδία αστυνομικού μυστηρίου απαγγέλλοντας στίχους του Ομάρ Καγιάμ και του Ζωρζ Μπρασσένς. Σε κάποιο παράλληλο σύμπαν φαντασιώνομαι πως κάποιος πιο έξυπνος εαυτός μου παραθερίζει σε κάποιο μέρος πιο εξωτικό παρέα με την κοκκινομάλλα ηρωίδα του «Τσετσένου Σκύλου».

cinq: «Βία - Έξι λοξοί στοχασμοί», του Slavoj Zizek (Scripta, 2010). Πόση βία εμπεριέχεται μέσα στη θεμελιώδη αρχή πως η νόμιμη βία αποτελεί αποκλειστικά κρατικό μονοπώλιο; Hard rock φιλοσοφική προπαίδεια και φρενήρης πολιτική ψυχανάλυση από τον πιο ανατρεπτικό διανοητή της εποχής μας, ο οποίος, ωστόσο δυστυχώς, βιβλίο με το βιβλίο μοιάζει να βουλιάζει στη μανιέρα του. Όσες αντιρρήσεις και να έχεις, όμως, με τις συλλογισμούς και τους αφορισμούς του Σλοβένου συγγραφέα και μόνο ο μοναδικά σύγχρονος λόγος του και η απαράμιλλη άνεσή του να μπαινοβγαίνει στις αναγωγές του, που ξεκινάν από το Νίτσε και τον Μαρξ και καταλήγουν στην λαϊκή κουλτούρα και κυρίως στον εμπορικό κινηματογράφο, δύσκολα σε αφήνουν ασυγκίνητο. Ίσως πράγματι τελικά η πιο βίαιη πράξη είναι να μην κάνεις τίποτα.

six: «Μετέωρη χώρα», του Αντώνη Καρακούση (Εστία, 2006). Μέσα στο γενικό χαμό των ημερών το να διαβάσεις μια ιστορική ανάλυση των οικονομικών πολιτικών, που εφαρμόστηκαν τα τελευταία τριάντα χρόνια στη χώρα του πράσινου ήλιου, σίγουρα μόνο κακό δεν κάνει. Ο Καρακούσης, έγκυρος και τολμηρός αρθρογράφος, μας δίνει εδώ ένα ολοκληρωμένο πολιτικό ανάγνωσμα που μας μιλάει για το πώς εφτάσαμε στην σημερινή κρίση χωρίς, όμως, να προλαβαίνει να αναφερθεί σε αυτήν. Με πολύ μεγάλο ενδιαφέρον θα αναζητούσα το εν δυνάμει επίμετρο αυτού του έργου πέντε-έξι χρόνια από σήμερα. Το κεφάλαιο, πάντως, όπου αναφέρεται στον μεγαλοϊδεατισμό του εκσυγχρονισμού –όπου η Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος σχεδιάζει μέσω εξαγορών και συγχωνεύσεων να φτάσει ως την κόκκινη μηλιά- αγγίζει τα όρια της επιστημονικής φαντασίας. Διαβάζεται και σαν μυθιστόρημα.

sept: «Tishomingo Blues», του Elmore Leonard (Άγρα, 2009). «Oh, Mississippi, oh, Mississippi, my heart cries out for. You in sadness, I want to be where the wintry winds don't blow. Down where the southern moon swings low. That's where I want to go…». Ακόμα ένα σαγηνευτικό μαύρο ανάγνωσμα από τη γνωστή μαύρη σειρά του πιο λευκού εκδοτικού οίκου της χώρας. Αν και η πλοκή στο μεγαλύτερο μέρος του βιβλίου προκύπτει μέσα από ένα γαϊτανάκι συμπτώσεων –πράγμα που θα απεχθάνονταν οι αμερικάνοι μαιτρ του είδους- και οι ήρωες παραείναι κινηματογραφικοί –πράγμα που λατρεύει το Hollywood, που έχει τιμήσει δεόντως τον Leonard- το Tishomingo Blues γοητεύει τόσο με την βαριά του ατμόσφαιρα όσο και με την αυτοσαρκαστική του λογοτεχνική αμερικανιά. Εξαιρετικό soundtrack! Αναζητήστε τα τραγούδια του και ακούστε τα δυνατά!

huit: «Μαύρη Τρύπα», του Charles Burns (Zoobus, 2009). Δε θέλω να θυμάμαι τι έκανα το καλοκαίρι που τέλειωσα το Λύκειο! Ο φασισμός της καθημερινής ζωής, το Σηάτλ ως πειραματικός σωλήνας του σύγχρονού πολιτισμού και η χημική ανάλυση της εφηβείας σε μια εφιαλτική συσκευασία δώρου, που θα προτιμούσατε να μην το είχατε ανοίξει ποτέ. Θα έλεγα το πιο «άρρωστο» κόμικ που διάβασα εφέτος, αλλά δυστυχώς προηγήθηκε το «Σαν Σιδερένιο Ομοίωμα Γαντιού από Βελούδο» του Dan Clowes (εκδόσεις Κορμοράνος). Πέρα από την πλάκα πάντως, και τα δύο έργα είναι εξαιρετικά και πάλι καλά που υπάρχουν εκδοτικοί οίκοι, που τολμούν να προτείνουν τέτοιους ξεχωριστούς τίτλους, σε μια χώρα που, αν σε δουν να κρατάς κόμικ στα χέρια, σε ρωτούν, «τι κάνεις εκεί ρε, πάλι μίκυ μάους διαβάζεις;».

neuf: «Ήλιος με δόντια», του Γιάννη Μακριδάκη (Εστία, 2010). Μετά τον Πέτικα του «Ανάμιση Τενεκέ» και τον μοναχό Βικέντιο της «Δεξιάς Τσέπης», ένας ακόμα παράδοξος ήρωας έρχεται από το περιθώριο της παραισθητικής μας Ιστορίας να αναζητήσει τη θέση του στο επίκεντρο της επαρχιώτικης λογοτεχνίας μας. Αν και δεν είναι και λίγοι εκείνοι που πιστεύουν ότι ο Μακριδάκης είναι ο καλύτερος νέος μας συγγραφέας, είναι στιγμές που αναρωτιέμαι αν και ο ίδιος ο φίλος μου ο Γιάννης είναι ένας από αυτούς. Προσωπικά δηλώνω φανατικός θαυμαστής των δύο προηγούμενων έργων του και οπαδός της γενικότερης στάσης του απέναντι στην έρευνα και τη δημιουργία. Και όσο και αν θα προτιμούσα να μην είχα μάθει ποτέ τίποτα για τον βίο και την πολιτεία του Κωνσταντή Χάψα, θα περιμένω με λαχτάρα το επόμενο βιβλίο του.

Όταν διαβάζετε αυτές τις γραμμές, ο συντάκτης του κειμένου θα έχει ήδη μάλλον μεταναστεύσει στα ένδοξα Παρίσια προς αναζήτηση αγαθότερης τύχης και νέων παραστάσεων. Επιφυλάσσεται να διατηρήσει την επαφή με το περιοδικό και τους αναγνώστες του εξ αποστάσεως, ενώ δεσμεύεται να βελτιώσει τα φτωχικά του γαλλικά, στα οποία καλά-καλά τώρα ούτε μέχρι το δέκα δεν κατορθώνει να μετρήσει.

Au revoir!

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου