Κυριακή, 1 Ιανουαρίου 2012

ancona

Στο βιβλίο της Ιστορίας δέσμης στο σχολείο, υπήρχε ένα κεφάλαιο, κάπου στην εξιστόρηση της επανάστασης του 1821, όπου μιλούσε για μια αντιπροσωπεία επιφανών ανδρών, που εστάλη από την επαναστατημένη Πελοπόννησο στον Πάπα για να ζητήσει συμπαράσταση στο δίκαιο απελευθερωτικό αγώνα. Τα μέλη αυτής της αντιπροσωπείας -ήταν και ο Παλαιών Πατρών Γερμανός, αν θυμάμαι καλά, ανάμεσα τους- δεν κατόρθωσαν ποτέ να συναντήσουν τον Ποντίφικα, ενώ πέρασαν δυστυχώς το μεγαλύτερο διάστημα της ιερής αποστολής τους κλεισμένοι σε κάποιο μυστηριώδες ίδρυμα, που το βιβλίο το ονόμαζε «το Λοιμοκαθαρτήριο της Ανκόνας».
Η Ανκόνα είναι η πόλη του εξωτερικού που επισκέπτομαι πιο συχνά και όπου βρίσκομαι κι ετούτη τη στιγμή που γράφω κάτι ακόμα, μικρό κι ασήμαντο, από τη δική μου ιστορία. Μόνο τον τελευταίο χρόνο έχω περάσει από εδώ επτά φορές, μα η αλήθεια είναι πως πάντα υπήρξα μονάχα διερχόμενος. Ποτέ μου δεν διανυκτέρευσα εδώ. Ποτέ δεν αναζήτησα να δω τα αξιοθέατά. Μια φορά μονάχα έψαξα να βρω ένα μικρό καφέ κάπου σε μια πλατεία, όπου υποτίθεται πως είχα κάποιο ραντεβού, το οποίο τώρα πια ελάχιστα θυμάμαι.
Πριν από λίγες μέρες, ψάχνοντας μέσα στα συρτάρια μου, βρήκα ένα παλιό ημερολόγιο του 2003 όπου σημείωνα τις εντυπώσεις μου από το ταξίδι που τότε έκανα με τρένο στην Ευρώπη. Δεν ήτανε πρώτη φορά που έβγαινα στο εξωτερικό μονάχος μου και ούτε που μου έλειψαν ποτέ στ’ αλήθεια τα ταξίδια. Αλλά εκείνη τη φορά, φαίνεται πως τόση μεγάλη ήταν η λαχτάρα μου να φύγω και να απομακρυνθώ, που έβλεπα στο λιμάνι αυτό της Αδριατικής την πύλη για τον Παράδεισό μου. Συμπτωματικά στην παραλιακή οδό της Ανκόνας υπάρχει μια μεγάλη πέτρινη αψίδα που από τότε εμφανίζεται συχνά στα όνειρά μου, συνήθως υποδυόμενη το ρόλο της πύλης γενικά.
Μια άλλη φορά περνώντας από εκεί με το αμάξι μου χάθηκα μέσα στα στενά και βρέθηκα σε κάποιο της προάστιο. Για κάποιο λόγο μου φάνηκε γνώριμο πολύ το σκηνικό και έτσι όπως είδα τα σπίτια να φτάνουν ως τα βράχια και τη θάλασσα, γύρισα στο συνοδηγό μου και τον ρώτησα, δε σου θυμίζει κάτι; «Δεν ξέρω. Παντού εμένα ίδια όλα μου φαίνονται.» Ναι, μπορεί να φταίει αυτό, είπα ανόητα κι αόριστα και έληξα το θέμα.
Δεν ξέρω αν το μυστικό βρίσκεται στο να τα βλέπεις όλα διαφορετικά εκεί όπου είναι όλα ίδια κι απαράλλαχτα ή να τα βλέπεις όλα ίδια, ενώ στ’ αλήθεια δεν υπάρχει τίποτα στο ένα το άλλο να θυμίζει. Ύστερα από τόσα άσκοπα, ανθυγιεινά, μα τόσο απαραίτητα ταξίδια, ακόμα δε μπορώ να αισθανθώ πως είμαι ο πιο κατάλληλος να δίνω συμβουλές στους άλλους ταξιδιώτες.
Δεν ξέρω επίσης πόσο ταπεινωμένοι αισθανθήκανε οι απεσταλμένοι στο Βατικανό άγιοι ή μη πατέρες του τότε παλιγγέννετού μας έθνους, όταν τους αναγκάσανε οι βάρβαροι να μπουν σε υγειονομική καραντίνα. Για μένα πάντως η πόλη και το λιμάνι της Ανκόνας θα παίζουν –για όσο καιρό ακόμα θα αποφεύγω την βαλκανική οδό- το ρόλο του προσωπικού μου πνευματικού λοιμοκαθαρτηρίου, κάθε φορά που αποφασίζω να επισκεφτώ τη Δυτική Ευρώπη, αλλά και κάθε φορά που θα επιστρέφω από αυτήν πίσω στη πιο μίζερη και πιο γοητευτική ταυτόχρονα χώρα αυτού του κόσμου.
Παλιά κυκλοφορούσε ένα γελοίο ρατσιστικό ανέκδοτο στα καφενεία της Ευρώπης. Τι είναι αυτό που χωρίζει… βαριέμαι και να το αναπαράξω. Και η απάντηση ήταν «η Αδριατική!» - νομίζω καταλάβατε. Για μένα η Αδριατική, η Ανκόνα, το Μπάρι ίσως, ακόμα και η Ηγουμενίτσα ή Πάτρα θα είναι για πάντα η απάντηση σε μια ερώτηση-ανέκδοτο που δε θα τολμήσω ποτέ στον εαυτό μου να απευθύνω.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου