Δευτέρα 17 Δεκεμβρίου 2018

προς τα κατω

παω να φυγω το πρωι απο το σπιτι. μπαινω στο ασανσερ. δεν εχω κοιμηθει καλα. δεν εχω πιει καφε ακομα. αντι για το ισογειο, παταω το κουμπι του πρωτου. το ασανσερ, ετσι κ αλλιως, πηγαινει προς τα κατω. θυμαμαι πως ειχα διαβασει καπου πως αν βρεθεις μεσα σε ασανσερ που πεφτει, το καλυτερο που εχεις να κανεις ειναι να αρχισεις να χοροπηδας, με την ελπιδα, λεει, η στιγμη της προσκρουσης να σε βρει στον αερα. το δικο μου το ασανσερ δεν πεφτει ομως. κατεβαινει αργα κ σταθερα. πολυ επαγγελματικο εκ μερους του. παλι καλα. πού να αρχιζω τωρα να χοροπηδω, ετσι οπως ειμαι, χωρις καφε κ αγουροξυπνημενος. μετα απο λιγο το ασανσερ φτανει σε αυτο που εγω νομιζω ακομα πως ειναι το ισογειο. βγαινω, κοιταζω τριγυρω μου κ λεω: "α, κοιτα να δεις.. μαλλον λαθος κουμπι πατησα." μετα θυμαμαι που στη ρωσια η αριθμηση των οροφων ξεκιναει παντα απο το επιπεδο της κεντρικης εισοδου. ετσι αυτο που για μας ειναι ισογειο, για τους ρωσους ειναι ο πρωτος οροφος. αυτο που για εμας ειναι πρωτος οροφος, για το ξανθο γενος ειναι ο δευτερος. αυτο που για εμας ειναι ο δευτερος οροφος, για τους απογονους του πουσκιν κ του γκαγκαριν ειναι ο τριτος, κ παει λεγοντας. αναρωτιεμαι αν ο γκαγκαριν χοροπηδουσε μεσα στο βοστοκ 1 την ωρα που αυτο προσγειωνοταν στις οχθες του βολγα. σκεφτομαι να γυρισω πισω στο ασανσερ κ να διορθωσω το συντομοτερο δυνατον το λαθος μου. αλλα ενταξει, σχεδον εχω φτασει στον προορισμο μου. συνεχιζω απο τις σκαλες. "κατι με τραβαει προς τα κατω." δεν το λεω εγω αυτο. αυτα ηταν, λενε, τα τελευταια λογια του πουσκιν. αληθεια

Κυριακή 9 Δεκεμβρίου 2018

η γραμμη

ειμαι σε γραμμη αναμονης εδω κ μιση ωρα. οσο βρισκομαι σε αναμονη, ακουω ενα αδιανοητα εξοργιστικο μουσικο θεμα, το οποιο εχει επιλεχθει με προφανη σκοπο να με εκνευρισει κ να με κανει να κλεισω το τηλεφωνο. καθε τρια λεπτα περιπου η μουσικη διακοπτεται για να ακουστει μια εξισου ενοχλητικη φωνη να λεει "αυτη τη στιγμη ολες οι γραμμες μας ειναι απασχολημενες. παρακαλω περιμενετε". αν κ γνωριζω πως προκειται για ηχογραφημενο μηνυμα, μετα τις πρωτες επαναληψεις, εχω ξεκινησει καποιες φιλοτιμες -θελω να πιστευω- προσπαθειες να αποσπασω καποιες πληροφοριες παραπανω απο το μηχανημα ή εστω να το αποσυντονισω κ ετσι να χτυπησω το αορατο κ πανισχυρο συστημα που κρυβεται απο πισω. "σιγουρα ειναι ολες οι γραμμες σας απασχολημενες; μηπως ειναι καμια παλιογραμμη που κωλοβαρα κ αποφευγει να με εξυπηρετησει; κ ποσο λετε να περιμενω, δηλαδη; γιατι αν ειναι να κανουμε μαζι εδω πρωτοχρονια πειτε μου να παω να βαλω τα καλα μου. αληθεια, μηπως ξερετε πώς λεγεται το κομματι που με εχετε βαλει να ακουω τοσην ωρα; να ξερω να το παραγγελνω στους ντιτζεϊδες οποτε βγαινω εξω." κ τοτε ξαφνικα, κ ενω εχω ηδη αρχισει να σκεφτομαι πως λογικα καπως ετσι πρεπει να ξεφευγει το μυαλο του ανθρωπου, η γραμμη ανοιγει κ ακουγεται μια αλλη φωνη πολυ πιο φιλικη κ παρεϊστικη να μου συστηνεται κ να με ρωτα πώς θα μπορουσε να με εξυπηρετησει. αιφνιδιαζομαι. ειλικρινα δεν θυμαμαι καν γιατι τους τηλεφωνησα. κομπιαζω. ψαχνω στα χαρτια που βρισκονται μπροστα μου μηπως κ βρω κατι που να με βοηθησει. η υπαλληλος, στο μεταξυ, με ενημερωνει οτι για τη δικη μου ασφαλεια η κληση μας καταγραφεται. "τι εννοειτε;" τη ρωτω, "ολοκληρη η κληση; ακομα κ αυτα που ελεγα τοσην ωρα που με ειχατε σε αναμονη;" η υπαλληλος γελαει -ετσι νομιζω, δηλαδη- μετα σκουνταει τη διπλανη της κ της κανει μια χαρακτηριστικη χειρονομια, σαν να της λεει "παλι σε τρελαρα πεσαμε". η διπλανη τής κανει νοημα κ της ζηταει να με βαλει σε ανοιχτη ακροαση για να με μπορουν να με ακουν ολοι μεσα στην αιθουσα κ να προσφερω ετσι ενα ευχαριστο διαλειμμα σε αυτο το μιζερο κ γκριζο πρωινο τους. η δικια μου την ξανασκουντα κ με εξαιρετικο επαγγελματισμο πνιγουν κ οι δυο τα αφριζοντα τους γελια. κ εκει πανω στην καλη χαρα, παταει μαλλον κατα λαθος ενα κουμπι, κ χωρις να κλεισει η γραμμη, αρχιζει παλι να ακουγεται το μουσικο θεμα της αναμονης. για καποιο λογο εχω αρχισει να τη συμπαθω αυτην τη μελωδια. "παρακαλω, κυριε. πειτε μου, πώς μπορω να σας εξυπηρετησω;" μου λεει το κοριτσι. αναρωτιεμαι αν την ακουμε κ οι δυο αυτην τη μουσικη ή συνεχιζω να κινουμαι μονος μου σε ρυθμους παραφροσυνης. μοναχα ενας τροπος υπαρχει να το μαθω. "χορευουμε;" της λεω

Παρασκευή 23 Νοεμβρίου 2018

το μηλο

καθομαι μονος σε ενα μπαρ κ περιμενω παρεα. το μαγαζι ειναι ψιλοαδειο κ εκτος απο τη μουσικη προς το παρον το μονο που ακουγεται ειναι τα λογια ενος ζευγαριου που καθεται σε ενα απο τα τραπεζια. το ζευγαρι μαλωνει. ενταξει, δεν εχω στησει κ αυτι, αλλα τους ακουω τοσην ωρα να κλινουν το ρημα καταλαβαινω σε ολους τους χρονους κ ολες τις εγκλισεις, που μπορω να πω με βεβαιοτητα πως θεμα της διαφωνιας τους ειναι η ελλειψη κατανοησης στη σχεση τους. κ τοτε, πανω στον κακο χαμο, ανοιγει η πορτα κ μπαινει ενας ζητιανος. ο ζητιανος παει κατευθειαν προς το τραπεζι του ζευγαριου τη στιγμη που ο καυγας τους εχει αρχισει να ξεφευγει κ ακουγονται πλεον κουβεντες ασυγχωρητες. το ζευγαρι δεν προσεχει τον ζητιανο που στεκεται πανω απο τα κεφαλια τους με την παλαμη απλωμενη. ο τυπος χτυπαει το χερι δυνατα επανω στο τραπεζι. η τυπισσα τού λεει να παει να γαμηθει κ αρχιζει να μαζευει τα πραγματα της. ο ζητιανος, αταραχος, βγαζει μεσα απο την τσεπη του παλτου του ενα πρασινο μηλο κ το ακουμπαει αναμεσα τους. οι δυο καυγατζηδες το βουλωνουν κ κοιταζουν το μηλο σαν να επροκειτο για απασφαλισμενη χειροβομβιδα. ο ζητιανος ακουμπαει τα χερια του στους ωμους τους κ τους χαμογελαει πατρικα ή καπως ετσι τελος παντων. αυτοι τον κοιταζουν με δεος κ συγκινηση. μια απροσδιοριστη γαληνη απλωνεται σε ολοκληρο το μαγαζι. ξαφνικα, ολοι αγαπανε ολους. ο τυπος βγαζει κατι απο την τσεπη του κ το δινει στον ζητιανο. ο ζητιανος φερνει το χερι του στο στηθος, κανει μια μικρη υποκλιση κ φευγει χωρις να πλησιασει τους υπολοιπους θαμωνες. η τυπισσα απλωνει το χερι της κ χαϊδευει το μηλο. ο τυπος απλωνει το χερι του κ χαϊδευει το δικο της. κοιταζονται στα ματια. χαμογελανε. "ποσα του εδωσες", τον ρωταει αυτη. "τι σε νοιαζει;" αυτος της απανταει. ο καυγας αρχιζει παλι απο την αρχη. η μουσικη παιρνει πρωτοβουλια κ δυναμωνει απο μονη της για να μην τους ακουμε. το πρασινο μηλο πανω στο τραπεζι τους συνεχιζει να πρασινιζει κ αλλο

Πέμπτη 15 Νοεμβρίου 2018

στο ονομα μου

ξεκινησα να παω για πρωτη φορα επισκεψη στο σπιτι ενος φιλου. εφτασα στη διευθυνση που μου ειχε δωσει κ αρχισα να ψαχνω το ονομα του στα κουδουνια. δεν το βρηκα. τον πηρα τηλεφωνο για να του πω να μου ανοιξει. δεν μου απαντησε. τον ξαναπηρα. τα ιδια. αρχισα να εκνευριζομαι. ειπα να φυγω. μετα θυμηθηκα οτι κ εγω εχω να βαλω το ονομα μου σε θυροτηλεφωνο απο τοτε που ημουν φοιτητης κ ζουσα στα εξαρχεια. σε ολα τα αλλα σπιτια οπου εμεινα μετα, οπως κ σε αυτο οπου μολις, πριν μια βδομαδα, μετακομισα, κρυβομουν κ κρυβομαι ακομα πισω απο τα ονοματα των παλαιων ενοικων. αλλα σε εκεινο που καποτε υπηρξε το φοιτητικο μου σπιτι ο παλαιος, για να μην πω ο αρχαιος, ενοικος παραδοξως παραμενω εγω. καμια φορα, οταν κατεβαινω στην αθηνα κ περναω απο την τοσιτσα, σταματω στον αριθμο 20 κ βλεπω το ονομα μου στο κουδουνι. κ ας εφυγα απο αυτο το σπιτι το 2000. το ονομα μου ειναι ακομα εκει. καποιος ακομα παραγγελνει πιτσες στο ονομα μου. καποιος καλει τους φιλους του στο σπιτι κ τους λεει να χτυπησουν το κουδουνι που λεει "ανταμης". καποτε, μπηκα στον πειρασμο να το χτυπησω κ εγω, αλλα τρομοκρατηθηκα στη σκεψη οτι μπορει να ακουσω τον εικοσιπενταχρονο εαυτο μου να ρωταει "ποιος ειναι" κ εφυγα τρεχοντας σχεδον. οχι, δεν ειμαι καθολου σιγουρος πως θα ειχα να του δωσω μια σοβαρη κ υπευθυνη απαντηση που να μπορουσε να ικανοποιησει κ εκεινον κ εμενα. μαζι με τα χρονια, ομως, να που περασε κ η ωρα. λιγο πριν αρχισω να βαραω στην τυχη τα κουδουνια της ξενης πολυκατοικιας, χτυπησε το τηλεφωνο. ο φιλος ηταν. "σπρωξε", μου ειπε, "ειναι ανοιχτα"