Παρασκευή 31 Αυγούστου 2012

«ο Γιάννης Αντάμης ανακάλυψε περιπλανώμενος στη Μαδρίτη…»

Στις 22 Ιουνίου του 2012, κι ενώ περπατούσα παρέα με τη φωτογραφική μου μηχανή στα στενά του Lavapiés, είχα την τύχη να πέσω πάνω σε μια περίεργη επιγραφή μιας μάλλον μπυραρίας, την οποία προφανώς και φωτογράφισα και στη συνέχεια, όταν γύρισα στο σπίτι όπου έμενα, στην Calle de Leganitos, αμέσως την ανέβασα στο Facebook. Στ’ αλήθεια, δεν περίμενα τον επακόλουθο καταιγισμό σχολίων, κοινοποιήσεων (πάνω από 500) και εκφράσεων επιδοκιμασίας (like). Όπως επίσης δε θα μπορούσα καθόλου να προβλέψω πως εξαιτίας εκείνου του ηλεκτρονικού χαμού θα έβρισκα από σπόντα τίτλο για το βιβλίο μου αυτό, που ακόμα τότε δεν είχε γεννηθεί ούτε ως επιπόλαιη ιδέα.
Εν πάσει περιπτώσει, και χάρις στην ευγενική προσέγγιση του doctv.gr και της κυρίας Κάραλη, που έσπευσαν να μου ζητήσουνε την άδεια να αναπαραγάγουν το ακούσιο μου «φωτορεπορτάζ» (οι πιο πολλοί δε μπήκαν στον κόπο καν να με ρωτήσουν), κατάφερα να κάνω, ας πούμε, μια κάπως δημοσιογραφική επιτυχία, που ασφαλώς ουδέποτε επιδίωξα. Η όλη ιστορία αυτή με οδήγησε αναπόφευκτα να βγάλω κάποια συμπεράσματα –ή έστω να επιβεβαιώσω αυτά που ήδη υποψιαζόμουν- σε σχέση με τον τρόπο λειτουργίας της ηλεκτρονικής δημοσιογραφίας στην Ελλάδα μας, αφού είδα όλα τα site και τα blog, που ακολούθως προβάλανε το θέμα, να προσθέτουν κάθε φορά σε αυτό και μια δικιά τους σάλτσα-πληροφορία, πλειοδοτώντας σε υπερβολή και τερατολογία (οπότε μπορείτε να φανταστείτε περίπου τι συμβαίνει με άλλα σοβαρότερα ζητήματα).
Πάντως, από όλα αυτά κάτι έμεινε στο τέλος, το οποίο και επισημοποίησε, με τρόπο μάλλον κωμικό, τη σχέση μου με τη Μαδρίτη. Ακόμα και τώρα (χωρίς πλάκα – δοκιμάστε το!), αν κάποιος «γκουγκλάρει» μαζί τις λέξεις «ανακάλυψε» και «περιπλανώμενος», μοιραία θα πέσει πάνω και στους δυο μας.

Τρίτη 28 Αυγούστου 2012

LastTapes05: Έφαγα πολύ και gothica

Αυτή τη φορά ο όγκος των αποσκευών δε μου άφηνε μεγάλα περιθώρια. Θα ταξίδευα, μετά από πολύ καιρό, ξανά αεροπορικώς, οπότε έπρεπε μοιραία να διαλέξω. Ή ένα μεγάλο βιβλίο και χορταστικό, σαν το αχρείαστο μαύρο κουτί του αεροσκάφους της Iberia, ή πέντε-έξι μικρά και περιεκτικά, σαν τις οδηγίες προς τους αεροναυτιλλομένους που οι εταιρίες τοποθετούν σαδιστικά στις μάρσιπους των καθισμάτων τους – μην τις διαβάσετε ποτέ, θα σας αγχώσουν ακόμα περισσότερο. Προτίμησα το πρώτο. Έτσι, μια μέρα πριν την αναχώρηση, πήγα και προμηθεύτηκα τον «Μέλμοθ», συνεκτιμώντας αφενός ότι το κύριο μέρος της δράσης-περιπλάνησης εκτυλίσσεται στην χώρα προορισμού μου αφετέρου ότι ο συγγραφέας είχε εκ προοιμίου αποδώσει στο βασικό του ήρωα τον τίτλο του «περιπλανώμενου» («wanderer»), πράγμα που, αν μη τι άλλο, ένιωθα πως μου έκλεινε το μάτι.

Μα επειδή, για λόγους που είναι δύσκολο να αναπτύξω σε αυτό εδώ το κείμενο, η εικοσαήμερή μου περιπλάνηση περιορίστηκε αυστηρά στις calles τις Μαδρίτης, θα πράξω αναλόγως και σε αυτό το τρέχον αφιέρωμα. Και έτσι, ως ταξιδιώτης περίπου αταξίδευτος, θα περιπλανηθώ, όσο μου επιτρέπεται (και όσο φτάνει το μυαλό μου, φυσικά), σε αυτό που ονομάζεται gothic λογοτεχνία. Ιδού, λοιπόν, εννιά βιβλία «γοτθικά», «νεογοτθικά» και «ψευτογοτθικά», που διάβασα και για τα οποία ίσως και να μπορέσω τελικά να πω δυο-τρία λόγια:

jeden: Μέλμοθ ο Περιπλανώμενος, του Charles R. Maturin (Gutenberg 2011, μετάφραση Χαρά Σύρου). Η ιστορία μέσα στην ιστορία μέσα στην ιστορία... μέσα στην Ιστορία! Το βιβλίο αυτό, που από πολλούς θεωρείται ως η βίβλος της γοτθικής λογοτεχνίας, αποτίει φόρο τιμής σε μια από τις δημοφιλέστερες φανταστικές μορφές της ευρωπαϊκής λαϊκής κουλτούρας: Τον «Περιπλανώμενο Ιουδαίο». Το πρόσωπο αυτό, που λόγω κάποιας θείας ευλογίας ή κατάρας (οι γνώμες διίστανται και η διάσταση αυτή θα συνοδεύει στο εξής το σύνολο σχεδόν των απέθαντων θρύλων), είναι καταδικασμένο να ζει για πάντα και να περιπλανιέται (προφανώς για το ξεκάρφωμα) σε όλη τη γη έως δευτέρας παρουσίας. Οι αλλεπάλληλες εγκιβωτισμένες αφηγήσεις και οι διαδοχικοί εγκυβοτισμένοι (όχι, δεν υπάρχει τέτοια λέξη!) ήρωές τους συνθέτουν ένα ανεπανάληπτο ερεβώδες και εφιαλτικό μωσαϊκό, από το οποίο δε λείπουν ωστόσο και κάποιες σπαρταριστές αναλαμπές - ακόμα γελάω με το σχέδιο εκχριστιανισμού της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας διά της μεθόδου της «πυραμίδας». Ο συγγραφέας, παρά την Ιρλανδική του καταγωγή (υπήρξε θείος ή κάτι τέτοιο του Oscar Wilde και μάλιστα ο διάσημος συγγενής του χρησιμοποίησε το όνομα «Melmoth» για λίγο καιρό μετά την αποφυλάκισή του από το Reading), άφησε πίσω του τα σαγηνευτικά μυστήρια του νησιού του, προτιμώντας να χτίσει το κύριο μέρος της δράσης του μυθιστορήματος στη μεσαιωνική Ισπανία. Ο στόχος του υπήρξε νομίζω προφανής. Αντιπαραθέτοντας τον απόκοσμο αντιήρωά του από τη μία και την Καθολική Εκκλησία από την άλλη, δεν έκανε τίποτα περισσότερο από το να πετάξει το μπαλάκι στον αναγνώστη, καλώντας τον να κρίνει ο ίδιος τι είναι αυτό που του εμπνέει το φόβο περισσότερο. Το κακό καλό ή το καλό κακό; Πολλά συγχαρητήρια στην μεταφράστρια και ειλικρινή βιβλιοφιλική ευγνωμοσύνη στον κύριο Χριστοδούλου (επιμελητή της σειράς), ο οποίος, είκοσι χρόνια μετά το «Moby-Dick», βρίσκεται ξανά πίσω από μια σπουδαία εκδοτική αποκάλυψη!

dwa: Φρανκενστάιν, της Mary Shelley (Στοχαστής 1995, μετάφραση Θάνος Σακκέτας). Καλοκαίρι του 1816. Η πιο εκκεντρική τρελοπαρέα της εποχής μαζεύεται σε μια βίλα πλάι στη λίμνη της Γενεύης και γλεντά επινοώντας φρικιαστικές ιστορίες. Κάποια στιγμή ένας από τους τέσσερις γλεντζέδες πετάει την ιδέα: Γιατί δε γράφει ο καθένας μας από μια ghost story, να δούμε ποιος το κατέχει το θέμα περισσότερο; Ο Byron ή ο Polydori (ή και οι δυο μαζί ή και κανένας από τους δυο) γράφει (ή γράφουν) το «Βαμπίρ». Ο Shelley ξεχνιέται χαζεύοντας έξω από το παράθυρο τα σύννεφα της Ελβετίας και η καλή του αρχίζει να δημιουργεί το μυθιστόρημα που θα επηρεάσει περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο τη μετέπειτα λογοτεχνία (και το σινεμά) του τρόμου και του φανταστικού. Η ιστορία είναι πλέον αρκετά γνωστή και εμπεδωμένη, ενώ ο θρύλος που αυτή γέννησε μοιραία αναβίωσε πολλές φορές στους δυο αιώνες που ακολούθησαν, κάθε φορά που οι πρόοδοι της καλπάζουσας επιστήμης έρχονταν σε σύγκρουση με τις όποιες επιταγές της όποιας ηθικής. Ωστόσο, αμφιβάλλω πολύ για το εάν οι σύγχρονοι αναγνώστες έχουν ρίξει, έστω και μια ματιά, στο κείμενο αυτού του «βλάσφημου» βιβλίου, το οποίο εκτός από ένα από τα δυο πιο διάσημα αριστουργήματα (μαζί με το «Δράκουλα» του Bram Stoker) της γοτθικής φιλολογίας, αποτελεί και έναν ύμνο στο όραμα του ρομαντισμού και στην ακατανίκητη διάθεση του ανθρώπου για υπέρβαση. Άλλωστε νομίζω ότι ο πλήρης τίτλος του βιβλίου τα λέει όλα: «Frankenstein or The Modern Prometheus».

trzy: Το Πηγάδι και το Εκκρεμές, του Edgar Allan Poe (Αιγόκερως 1999, μετάφραση Δημοσθένης Κούρτοβικ). Η αλήθεια είναι πως δυσκολεύτηκα να καταλήξω σε κάποιο συγκεκριμένο βιβλίο, προκειμένου να αναφερθώ στον αδιαφιλονίκητο πατέρα του american-gothic. Το σύνολο του έργου του συνιστά από μόνο του ιδιαίτερο κεφάλαιο στην ιστορία του εν λόγω ρεύματος, ενώ ο ίδιος ο Poe, τόσο με τα γραπτά του όσο και με τη ζωή του την ίδια, διάνοιξε νέα σκοτεινά μονοπάτια, επηρεάζοντας όλες σχεδόν τις μορφές της τέχνης που αγαπούν τα τρομερά και τα αλλόκοτα. Προτίμησα τελικά να «θυμηθώ» το διήγημα αυτό (στην προτεινόμενη έκδοση συμπεριλαμβάνονται άλλα έξι διηγήματα), κυρίως επειδή ο «Μέλμοθ» με οδήγησε σε αυτό συνειρμικά και μου έδωσε την αφορμή να το ξαναδιαβάσω. Πάρτε λίγο: «…έρχονταν συχνά στιγμές που έλπιζα να τα καταφέρω, έρχονταν σύντομες, πολύ σύντομες στιγμές, που ξανάφερνα στη μνήμη μου κάποια θύμηση, που , όπως συχνά με διαβεβαίωνε μετά το λογικό μου, όταν έγινε πιο λαγαρό, δεν μπορούσε ν’ αναφέρεται πουθενά αλλού παρά σ’ εκείνη την κατάσταση φαινομενικής ανυπαρξίας. Αυτές οι φευγαλέες αναμνήσεις μιλούσαν αβέβαια για μεγάλες μορφές που με σήκωναν και με κουβαλούσαν προς τα κάτω –σιωπηλά, όλο και βαθύτερα- ώσπου με τη σκέψη της απύθμενης αβύσσου στην οποία βυθιζόμουν, μ’ έπιασε ένας φοβερός ίλιγγος. Μιλούσαν, ακόμα, για μια ακαθόριστη ανατριχίλα που διαπέρασε την καρδία μου, επειδή η καρδιά αυτή είχε γίνει τόσο αφύσικα ήρεμη. Ακολούθησε μια αίσθηση σαν να είχε πετρώσει το καθετί ολόγυρά μου· σαν εκείνοι που με κουβαλούσαν –μια πομπή από φαντάσματα!- να είχαν φτάσει κατεβαίνοντας ως τα σύνορα του απείρου και τώρα είχαν σταματήσει και ξαπόσταιναν. Τότε ακριβώς πρέπει να ένιωσα ένα αίσθημα μούχλας και υγρασίας· κι έπειτα όλα είναι παραλογισμός – ο παραλογισμός μιας θέλησης που θέλει να θυμηθεί το υπεράνθρωπο, το απαγορευμένο.»

cztery: Το Στρίψιμο της Βίδας, του Henry James (Άγρα 2010, μετάφραση Κοσμάς Πολίτης). O 19ος υπήρξε ο χρυσός αιώνας του gothic fiction και το παρακμιακό του fin de siècle έδωσε καινούριες διαστάσεις στο είδος, ωθώντας το ακόμα περισσότερο προς την επικράτεια του παράδοξου. Και αν ο Αμερικανοάγγλος Henry James απέχει από το να χαρακτηριστεί ως η επιφανέστερη μορφή της γοτθικής κουλτούρας, κατάφερε, ωστόσο, να «στρίψει» τη «βίδα» του με τέτοιο τρόπο, ώστε αυτή να αναδειχθεί ως η εμβληματική νουβέλα, που συνδέει, όχι μόνο την αντίστοιχη λογοτεχνική παραγωγή των δύο τελευταίων αιώνων, αλλά και την ανάλογη σκοτεινή μυθολογία που άνθισε στις δύο όχθες του Ατλαντικού. Η ζοφερή περιπέτεια του Μάιλς, της Φλώρας και της γκουβερνάντας τους σε πρώτη ανάγνωση μοιάζει σαν μια στερεοτυπική ιστορία τρόμου, αφού περιέχει όλα τα βασικά συστατικά (ένα απομονωμένο αρχοντικό, δυο ορφανά, πολλά φαντάσματα και φυσικά την υπνωτιστική ατμόσφαιρα της αγγλικής επαρχίας). Τελικά, όμως, μέσα από τις κραυγαλέες αμφιλογίες της και τις αλλεπάλληλες παγίδες που στήνει ο συγγραφέας στον ίδιο του τον αναγνώστη -το βιβλίο θα μπορούσε άνετα να περιγραφεί ως μια «φάρσα τρόμου»- συνιστά κάτι πολύ πιο βαθύ από ένα κλασικό μαλλιοτράβηγμα μεταξύ θλιβερής πραγματικότητας και νοσηρής φαντασίας, αγγίζοντας τα όρια της ψυχαναλυτικής προσέγγισης προσώπων και καταστάσεων. Αλήθεια, έχετε προσέξει πως στις πιο τρομακτικές αφηγήσεις (τόσο στη λογοτεχνία όσο και στον κινηματογράφο) συνήθως πρωταγωνιστούν παιδιά;

pięć: Οι Μαγεμένοι, του Witold Gombrowicz (Νεφέλη 1994, μετάφραση Τασία Χατζη). Και ύστερα από τις Αγγλίες, παλαιά και Νέα, ας πεταχτούμε τώρα λίγο μέχρι την Ανατολική Ευρώπη για μια παρτίδα τένις με τη λογοτεχνία όχι του φανταστικού αλλά της φαντασίωσης. Προσωπικά, οι «Μαγεμένοι» ήταν κάποτε ένα από τα αγαπημένα μου μυθιστορήματα και η ανάμνησή του, από τότε που το έβλεπα να στοιχειώνει τις φοιτητικές κάμαρες στη μακρινή δεκαετία του '90, μου προκαλεί γλυκόπικρα συναισθήματα. Ενδεχομένως να αυθαιρετώ ασύστολα εντάσσοντας το ευφυέστατο αυτό βιβλίο σε ένα αφιέρωμα στη γοτθική λογοτεχνία (και που να δείτε τί σας έχω για μετά...), αλλά θεωρώ ότι ο τρόπος με τον οποίο ο Gombrowicz εγκλωβίζει την κατά τα άλλα κοσμοπολίτική του αφήγηση μέσα στο κλειστοφοβικό και ανθρωποφάγο περιβάλλον της Πολωνίας του μεσοπολέμου (το οποίο, αναρωτιέμαι, μόνο σε εμένα θυμίζει τη σημερινή εποχή;), προσδίδει στο έργο του αδιαμφισβήτητα κάποια, έστω και sui generis, νεογοτθικά χαρακτηριστικά. Κι έπειτα -ποιος ξέρει;- μπορεί και να υπάρχει υποκατηγορία «polish-gothic» κι εγώ να την αγνοώ (εδώ δεν ξέρω στα πολωνικά ούτε καν ως το δέκα να μετρήσω). Άσχετο, αλλά μια και το θυμήθηκα: Όσοι δεν έχετε επισκεφτεί ακόμα τη Μόσχα, να σας προειδοποιήσω ότι υφίσταται επίσης στυλ «σταλινογοτθικό» (στην αρχιτεκτονική, ελπίζω, μόνο). Επειδή έχω την εντύπωση ότι το βιβλίο αυτό έχει από χρόνια πια εξαντληθεί, αν επιθυμείτε στ’ αλήθεια να το διαβάσετε, παρακαλώ, μη διστάσετε: Γράψτε και ζητήστε μου να σας το δανείσω! Αλίμονο, τώρα που γνωριστήκαμε…

sześć: Ψυχώ, του Robert Bloch (Σκάι 2010, μετάφραση Γιάννης Τσεβρένης). Ο αμερικανικός νότος, σημείο συνάντησης πολλών και διαφορετικών ευρωπαϊκών, αφρικανικών και λατινοαμερικανικών επιρροών, θα μπορούσε να υπερηφανεύεται για τη δημιουργία ενός πολύ ιδιαίτερου και σαγηνευτικού χαρμανιού θρύλων, δοξασιών και τερατολογικών αναφορών. Αποτέλεσμα αυτού ήταν να αναπτυχθεί στις νότιες Πολιτείες ένα ξεχωριστό ύφος μυθοπλασίας που ονομάστηκε southern gothic και το οποίο εν πολλοίς φαίνεται πως κατέκτησε στην αρχή μέσα από τα βιβλία, τις ταινίες και τη μουσική και τελικά μέσω της βιομηχανίας της τηλεόρασης την παγκόσμια λαϊκή κουλτούρα. Το στυλ αυτό, που μεταξύ άλλων το υπηρέτησαν ακόμα και συγγραφείς του μεγέθους ενός William Faulkner, κράτησε τις παλαιές φόρμες της κλασικής γοτθικής φιλολογίας και κάνοντας τις αναγκαίες αναγωγές στο χώρο και στο χρόνο, μας έδωσε -και εξακολουθεί να μας δίνει- αρκετές αιτίες και αφορμές για να μη μπορούμε να κοιμηθούμε ήσυχα τα βράδια. Ακόμα και αν ανήκετε στους φανατικότερους θαυμαστές της διάσημης κινηματογραφικής μεταφοράς του Hitchcock, πιστεύω πως δε θα απογοητευθείτε από την μάλλον άγνωστη –τουλάχιστον στο ελληνικό κοινό- νουβέλα του Bloch. Επίσης, θα ήθελα να πω ότι οι προτάσεις της σειράς «τσέπης» του «Σκάι (έλεος, πότε θα το αλλάξουν αυτό το όνομα;) Βιβλίο» είναι πάρα πολύ ενδιαφέρουσες, αλλά λίγη καλύτερη (τυπογραφική κυρίως) επιμέλεια στ’ αλήθεια δε θα έβλαπτε.

siedem: Εξουσιαστική Μανία της Christa Faust, (Ars Nocturna 2008, μετάφραση Κώστας Γερογιάννης). Η πλούσια σύγχρονη παραγωγή των συνεχιστών της γοτθικής παράδοσης και το ολοένα εντονότερο ενδιαφέρον του κοινού για τον τρόμο και όλα τα παρελκόμενά του ίσως θα έπρεπε να αποτελέσουν -αν δεν το έχουν κάνει ήδη- αντικείμενο επιστημονικής έρευνας για κοινωνιολόγους, ψυχολόγους και ενδεχομένως πολιτικούς επιστήμονες. Οι στενοί και διαχρονικοί , ωστόσο, δεσμοί του εν λόγω ρεύματος με το άλλοτε κυρίαρχο και άλλοτε λανθάνον κίνημα του ρομαντισμού, που συνοδεύει τις ιστορικές περιόδους που χαρακτηρίζονται από στοιχεία ηθικής, πολιτικής και οικονομικής, φυσικά, παρακμής, νομίζω πως μας επιτρέπει καταρχάς να εξαγάγουμε ένα, σίγουρα βιαστικό, μα όχι και τόσο επισφαλές συμπέρασμα: Οι άνθρωποι που ενηλικιώνονται πνευματικά μέσα σε εποχές κρίσεων και αδιεξόδων, στρέφονται μοιραία σε ιδέες και ρεύματα που προάγουν το συναίσθημα σε βάρος της λογικής και την ιδεαλιστική προσέγγιση του κόσμου σε βάρος των απόλυτων αληθειών του ορθολογισμού, από τις οποίες αισθάνονται, έστω υποσυνείδητα, πως έχουν «εγκαταλειφθεί» και «προδοθεί». Αποτέλεσμα της τάσης αυτής είναι οι ανθρώπινες ανησυχίες να στρέφονται πως την αναζήτηση ιδεολογιών και ιδεολογημάτων που έχουν να κάνουν με την ανάδειξη ενός συχνά αμφιλεγόμενου ένδοξου παρελθόντος, με τη θεοποίηση/φετιχοποίηση της φύσης, με τη μυστικιστική διάσταση του φόβου, του πόνου, της απώλειας και του θανάτου, αλλά και με μια -αν μη τι άλλο, αγωνιώδη- επαναστατική και ανατρεπτική στάση απέναντι στις αδικίες και τον παραλογισμό του κόσμου και του συστήματος που τον διέπει. Ωραία. Τα είπα και ξεθύμανα. Πάρτε τώρα το βιβλίο αυτής της «διεστραμμένης» της Christa της Faust να γουστάρετε αρρωστημένο νεογοτθικό «ερωτισμό»! Επίσης αναζητήστε και τις υπόλοιπες «σκοτεινές» προτάσεις των εκδόσεων «Ars Nocturna», που φαίνεται να ακολουθούν επάξια πια το «Οξύ» στην goth ελληνική εκδοτική πρωτοπορία.

osiem: Το Όνειρο της Κλάρας και άλλα διηγήματα, του Κωνσταντίνου Χατζόπουλου (Νεφέλη 1991). «Την Κλάρα δεν την αγάπησε ποτέ κανείς. Πώς ήταν τόσο άσχημη δεν ήθελε να το πιστέψη, κι ας το φοβότανε. Όμως δεν την αγάπησε ποτέ κανείς, και στις συντρόφισσές της πού φλυαρούσαν για τούς έρωτές τους, έπρεπε να κάθεται να πλάθη και να διηγήται κι αυτή φανταστικές ιστορίες για νέους πού την αγαπήσαν μια φορά και γι' άλλους πού την κυνηγούν ακόμα.» Υπάρχει ελληνική λογοτεχνία που θα μπορούσαμε να πούμε ότι συγκεντρώνει τα χαρακτηριστικά αυτά που περιγράφουν την γοτθική αισθητική; Μια φίλη, λάτρης φανατική του στυλ αυτού, μου είχε πει παλιά πως ο καλύτερος goth συγγραφέας όλων των εποχών είναι ο Παπαδιαμάντης. Αλλά νομίζω πως μάλλον υπερέβαλε. Γενικά το είχε αυτό: υπερέβαλλε. Πάντως, αν το καλοσκεφτεί κανείς, το σκηνικό της ελληνικής επαρχίας, ειδικά αυτής του 19ου αιώνα και των αρχών του 20ου, πληρούσε όλες τις προϋποθέσεις προκειμένου να ευδοκιμήσουν τα χάρτινα αυτά άνθη του κακού. Και κάπως έτσι φύτρωσε το goth το ελληνικό λίγο πιο έξω από το Αγρίνιο. Από τη συλλογή αυτή του πολυπράγμονος και μάλλον παραγνωρισμένου Χατζόπουλου διαβάστε το Στα σκοτεινά και σκηνοθετήστε παράλληλα μες στο μυαλό σας την καθ’ ημάς εκδοχή της «Έκτης αίσθησης» (προσοχή, δεν κάνω πλάκα!) και κυρίως απολαύστε το πρώτο (ομώνυμο) διήγημα ακούγοντας ταυτόχρονα κατά προτίμηση το «Where the wild roses grow» και θα καταλάβετε πολύ καλά τι εννοώ.

dziewięć: Το Κεφάλαιο, του Carl Marx (Κάκτος 2010, μετάφραση Φιλολογική Ομάδα Κάκτου). Με λίγα λόγια η υπόθεση: Ο άνθρωπος επινοεί ένα σύστημα προκειμένου αυτό να τον υπηρετεί και μέσω αυτού να αποκομίζει άνεση, πλούτο και ευτυχία. Στη συνέχεια ξεγελιέται τόσο πολύ από την φαινομενική τελειότητα του δημιουργήματός του, που ξεχνάει πώς αυτό δημιουργήθηκε και φτάνει να πιστεύει πως το σύστημα είναι «φυσικό» και διέπεται από κάποια άγραφη νομοτέλεια. Το σύστημα όμως δεν αργεί να εμφανίσει τα ελαττώματά του, που μολονότι προσβάλλουν τα αναφαίρετα δικαιώματα του δημιουργού του, αυτός προτιμά να τα βαφτίζει «κρίσεις» και να τα αντιμετωπίζει ως παροδικές ασθένειες. Η ηττοπαθής και μοιρολατρική στάση του ανθρώπου απέναντι στο σύστημα σταδιακά το μετατρέπει σε τέρας, το οποίο διψάει διαρκώς και περισσότερο για ανθρώπινες ζωές και αξιοπρέπειες. Ο άνθρωπος τελικά από ρυθμιστής του «τέλειου» συστήματος ξεπέφτει στην κατάσταση του σκλάβου του αδηφάγου κτήνους που ο ίδιος έχει κατασκευάσει. Ώσπου, κάποια στιγμή, ο «ήρωας» της «ιστορίας» μας συνέρχεται και… Α, όχι! Δε θα σας αποκαλύψω τη συνέχεια. Θα σας αφήσω –και καλά- στην αγωνία. (Στην προτεινόμενη έκδοση αποδίδεται στα ελληνικά η περίληψη του Κεφαλαίου από τον Paul Lafargue – σιγά μη το διαβάσουμε και ολόκληρο!) Εντάξει, όσοι γελάσατε, γελάσατε και όσοι εκνευριστήκατε, επίσης σας καταλαβαίνω. Όμως, ας μου επιτρέψετε προσωπικά να θεωρώ το έργο του Καρόλου Μαρξ ως το απόλυτο και ως το πιο εφιαλτικό «γοτθικό μυθιστόρημα». Το οποίο, ωστόσο, σε αντίθεση με όλα τα υπόλοιπα, αφήνει μια χαραμάδα για το πιο λυτρωτικό ίσως happy end της ιστορίας και της Ιστορίας γενικότερα. Άλλωστε, ο modern Prometheus της εποχής κάπου αλλού («Κριτική του Προγράμματος της Γκότα») το έχει γράψει καθαρά: «Από τον καθένα σύμφωνα με τις ικανότητές του, στον καθένα σύμφωνα με τις ανάγκες του».

Λοιπόν, και πριν πέσουν όλοι οι γκοθάδες, οι γκοθούδες και τα γκοθόπουλα να με φάνε, να επισημάνω πως τα βιβλία στα οποία αναφέρθηκα παραπάνω, μπορεί και να μην είναι το καλύτερα ή τα σημαντικότερα ή τα πιο αντιπροσωπευτικά του συγκεκριμένου λογοτεχνικού ύφους, αλλά απλώς αυτά που εγώ έκρινα ως προσφορότερα για αναφορά τη δεδομένη κρίσιμη στιγμή στο δεδομένο κατά παραγγελία αφιέρωμα. Ούτε ειδικός επί του θέματος είμαι ούτε στους φανατικούς του είδους ανήκω.

Ο δε Μέλμοθ με συνόδευσε πολύ αρμονικά καθ’ όλη την παραμονή μου στην ισπανική πρωτεύουσα, τόσο τα βράδια στο –εννοείται- στοιχειωμένο σπίτι της οδού Leganitos 20, όπου και έμενα, όσο και στα καφέ της Malasaña και του Lavapiés, όπου περιέφερα για τρεις βδομάδες το ταπεινό σαρκίο μου. Και ολοκλήρωσα το διάβασμά του έτσι ακριβώς όπως και το ξεκίνησα, στο αεροπλάνο της Iberia δηλαδή, που με έφερε πίσω στη μίζερη και γοητευτική πατρίδα μου.

Και ύστερα από όλα αυτά ακόμα αναρωτιέμαι, υπάρχει στ’ αλήθεια κάτι πιο τρομακτικό από αυτή τη γαμημένη την απογείωση.

Κυριακή 26 Αυγούστου 2012

LastTapes04: Χιλιόμετρα κάναμε πάλι

Δε θα σας πω ψέματα. Δεν πρόκειται ετούτη τη φορά να φτιάξω ιστορίες. Ο λόγος για τον οποίον ξεκίνησα να πάω στη Μαδρίτη τον Οκτώβριο ήταν καθαρά ερωτικός, το ομολογώ, και άλλο τίποτα. Και αν μέχρι σήμερα ταξίδευα συνήθως για να απομακρυνθώ από κάποια συναισθηματική εμπλοκή, φαίνεται πως τώρα στα γεράματα άρχισα πια να κάνω το αντίθετο. Και κάπως έτσι, δηλαδή, φόρτωσα στο αμάξι τις αποσκευές, βρήκα κι έναν καλό συνοδηγό και αφού «χιλιόμετρα κάναμε πάλι», όπως φωνάζουν και τα Παόκια ρυθμικά, έφτασα στην άλλη άκρη της Ευρώπης, μόνο και μόνο για να δω να περιπλέκονται τα πράγματα ακόμα περισσότερο.

«Μα ποιον ενδιαφέρουν όλα αυτά;», δικαίως θα αγανακτήσουν κάποιοι. «Δε σε πληρώνουμε γι’ αυτό. Πες μας, κάνα καλό βιβλίο διάβασες;» Για να δούμε, λοιπόν:

uno: «Το Μέγεθος της Τραγωδίας», του Quim Monzó (Πάπυρος 2011). «Θα τον κατασπάραζε. Πρώτα θα του έβγαζε τα γυαλιά, θα τον φιλούσε στα βλέφαρα, θα του τα φωτογράφιζε, θα του έβγαζε εκείνα τα δύο μεγάλα και ανήσυχα μάτια, θα τα φύλαγε στην τσέπη της και θα τα είχε έτσι για πάντα μαζί της μέχρι τον τάφο. Και (όταν πια θα πέθαινε) τα σκουλήκια θα έβρισκαν διπλή μερίδα μάτια.» Ένα γενναίο μυθιστόρημα, όπου ξεδιπλώνεται όλη η γελοιότητα της τραγικότητας της καθημερινότητας και της ζωής. Μια παράδοξα ρεαλιστική ιστορία για το πώς μπορεί το άγχος ενός άντρα για τη στυτική του ανεπάρκεια να οδηγήσει στην συντέλεια του κόσμου (του). Πιστεύω πως ο Ραμόν Μαρία είναι ένας από τους πιο ολοκληρωμένους ήρωες της σύγχρονης μυθοπλασίας, ενώ το επιστημονικοφανές πορνογράφημα στο τέλος του βιβλίου θα έπρεπε ήδη να αποτελεί μνημείο του ανθρώπινου πολιτισμού. Οι εκδόσεις Πάπυρος τα τελευταία χρόνια έχουν δημιουργήσει μια ιδιαίτερη σειρά με ενδιαφέρουσες λογοτεχνικές επιλογές από τα Ισπανικά (ο Monzó είναι Καταλανός) και τα Πορτογαλικά - αναζητήστε επίσης το «Στου Διαόλου τη Μάνα» του António Lobo Antunes και ανακαλύψτε τον Πορτογάλο Céline!

dos: «Σύντομη Ιστορία της Ισπανίας», του J. Vicens Vives (Αίολος 1997). Ο Έλληνας αναγνώστης που γενικά επιθυμεί να διαβάσει σοβαρά και ενδιαφέροντα συγγράμματα για τις Ιστορίες άλλων λαών μεταφρασμένα στη γλώσσα του, μάλλον θα απογοητευτεί. Πέρα από τις τρεις-τέσσερις βασικές δυνάμεις, στο πολιτικό, ιδεολογικό και πολιτιστικό άρμα των οποίων δένεται κατά καιρούς η πτωχή πλην τίμια χώρα μας, για όλα τα υπόλοιπα σημεία του πλανήτη η υπάρχουσα στα ελληνικά βιβλιογραφία είναι τουλάχιστον αποσπασματική. Και όπως μου είπε και ένας φίλος βιβλιοπώλης, όταν τον ρώτησα αν του βρίσκεται καμιά Ιστορία της Ισπανίας, «Έλα μωρέ! Ποιος νοιάζεται για αυτούς; Είναι πολύ “γωνία”…». Τέλος πάντων, το βιβλίο του καθηγητή Vives είναι ένα έγκυρο, σοβαρό και αντικειμενικό ιστορικό εγχειρίδιο – εξαιρετικά ενδιαφέρουσα η ανάλυση του ιδεολογήματος των «Ισπανιών», με το οποίο επιχειρείται να αντιμετωπιστεί εργαστηριακά το ακόμα φλέγον ζήτημα της «συγκατοίκησης» των διαφορετικών εθνών της Ιβηρικής! Ο ορισμός του επιστημονικού συγγράμματος. Και προς Θεού, μη παρασύρεστε από την εμπορική περιγραφή στο οπισθόφυλλό του! Αν θέλετε «να γνωρίσετε καλύτερα την πλούσια και γοητευτική παράδοση της Ισπανίας» μέσα από τα βιβλία, μάλλον θα πρέπει να ξεκινήσετε μαθήματα Ισπανικών.

tres: «Το Κάθετο Ταξίδι», του Enrique Vila-Matas (Καστανιώτης 2004). «”Υπάρχουν στο νησί οπαδοί της Ανεξαρτησίας;” Του εξήγησα ότι στη Μαδέρα δε ζούσε κανείς πριν από την ανακάλυψή της από τους Πορτογάλους τον 15ο αιώνα. “Τι εντυπωσιακή εικόνα, αν τη σκεφτεί κανείς σε βάθος!” απάντησε. “Ένα νησί για αιώνες έρημο”. Του εξήγησα ότι η απουσία ανθρώπων μέχρι την άφιξη των Πορτογάλων έκανε σουρεαλιστική οποιαδήποτε ιδέα περί ανεξαρτησίας. Του εξήγησα ότι δεν συνέβαινε το ίδιο όπως στα Κανάρια, για παράδειγμα, τα οποία άλλωστε κατοικούνταν από τους Γουάντσες πριν από την άφιξη των Ισπανών. Τον ρώτησα αστειευόμενος: “Δεν πιστεύω να ήρθατε στη Μαδέρα έχοντας κατά νου να οργανώσετε κίνημα ανεξαρτησίας;” Το πήρε στα σοβαρά. “Νομίζετε ότι στην ηλικία μου είμαι σε θέση να κάνω τέτοιο πράγμα; Ήρθα για διακοπές.”» Ίσως το καταλληλότερο (πάντα πίστευα πως ο συγκριτικός βαθμός του επιθέτου κατάλληλος, -η, -ο είναι εφεύρεση των δημοσκόπων) βιβλίο για κάποιον που ταξιδεύει προκειμένου να οργανώσει κινήματα ανεξαρτησίας από τις συνήθειες του, την οικογένεια, τις συναναστροφές, τις ιδέες, τις ελπίδες του, από τον ίδιο του τον εαυτό του. Ένας ύμνος στην (μετα)μορφωτική αξία του ταξιδιού από έναν από τους σημαντικότερους εν ζωή Ευρωπαίους δημιουργούς – αν δεν τον γνωρίζετε (κακώς), αναζητήστε και τα υπόλοιπα βιβλία του (στα ελληνικά νομίζω όλα από τον Καστανιώτη).

cuatro: «Ο Ισπανικός Εμφύλιος Πόλεμος», του Gabriele Ranzato (Κέδρος 2006). Δεν ήταν και η καλύτερη δυνατή επιλογή που θα μπορούσα να κάνω μάλλον, όταν αναζητούσα στα βιβλιοπωλεία μια σχετική ιστορική μονογραφία. Το βιβλίο του Ιταλού ιστορικού μοιάζει πιο πολύ με εγχειρίδιο προορισμένο για φοιτητές ιστορικών σπουδών (ίσως για τους φοιτητές του πανεπιστημίου όπου διδάσκει ο ίδιος ο Ranzato), και ως τέτοιο τη δουλειά του, προφανώς, την κάνει μια χαρά. Ωστόσο, αν θέλει κάποιος να μελετήσει περισσότερο το θέμα μέσω μιας πιο πολιτικής ανάλυσης για έναν πόλεμο όπου συγκρούστηκαν οι κυρίαρχες ιδεολογίες των δύο τελευταίων αιώνων, θα του πρότεινα την «Ιστορία του Ισπανικού Εμφυλίου» του Hugh Thomas, (Τολίδης 1971) ή το «Ο Ισπανικός Εμφύλιος Πόλεμος 1936-39» του Antony Beevor (Γκοβόστης 2006), ιδίως αν θέλει να μελετήσει περισσότερο το στρατηγικό σκέλος αυτής της τόσο ένδοξης και βρώμικης ταυτόχρονα ιστορίας. Στα ελληνικά, περισσότερο λόγω φετιχοποίησης του θέματος, παρά λόγω επιστημονικής ή ιδεολογικής αναζήτησης, υπάρχει σημαντική μεταφρασμένη βιβλιογραφία, κυρίως συγκεκριμένου πολιτικού προσανατολισμού. Υπάρχουν βέβαια μεταξύ αυτών και κείμενα που ξεχωρίζουν, όπως το εξαιρετικό «Οι Άνθρωποι που Κύκλωσαν το Άλφα» του Augoustin Souhi (Άρδην).

cinco: «Σκηνές Κυνηγιού», του Rafael Chibres (Άγρα 2009). Το μοτίβο της αφήγησης όπου, ενώ φαινομενικά διαβάζουμε τη ζωή ενός ανθρώπου, στην ουσία παρακολουθούμε την Ιστορία της πόλης και της χώρας του είναι πλέον συνηθισμένο και πολύ αγαπητό και στα καθ’ ημάς. Εδώ ο συγγραφέας –ο Chibres συμπτωματικά είναι και Ιστορικός- μας δίνει την ιστορία της ζωής ενός «κυνηγού», ενός ανθρώπου δηλαδή που πάτησε πάνω στην Ιστορία προκειμένου να ανέλθει κοινωνικά, ώσπου να έρθει η ώρα της κρίσης (τα γηρατειά και η κατάρρευση του φρανκικού καθεστώτος) και να νιώσει τελικά την Ιστορία να φεύγει κάτω από τα πόδια του. Ο αναγνώστης που θέλει να μάθει πολύ περισσότερα από τη βιογραφία ενός φανταστικού ήρωα, θα βρει στις αντικρουόμενες συνιστώσες της προσωπικότητας τού Κάρλος όλες τις αντιφάσεις τις σύγχρονης ισπανικής κοινωνίας. Ο πιο προσεκτικός μελετητής θα μπορέσει χωρίς αμφιβολία να διακρίνει στη διαδικασία αποδόμησης των αξιών της «εκκωφαντικής Ισπανίας, όπου όλα λύνονταν ουρλιάζοντας ζητωκραυγές ή καταδίκες κάτω από τον αστραφτερό ήλιο» την τραγική κατάληξη των δευτεραγωνιστών (νικητών και ηττημένων) ενός πολέμου που, όπως όλοι, εξάλλου, οι εμφύλιοι, ουσιαστικά δεν τελείωσε ποτέ. Ένα πολλαπλώς ωφέλιμο μυθιστόρημα.

seis: «Τα Μυστήρια της Μαδρίτης», του Antonio Muñoz Molina (Σέλας 1994). Κοντά στο σπίτι όπου έμενα στη Μαδρίτη υπάρχει ένα πολύ ωραίο βιβλιοπωλείο, που λέγεται «Ocho y Medio» (8 ½) και που κυρίως ειδικεύεται στα σχετικά με τον κινηματογράφο βιβλία και λευκώματα. Ένα απόγευμα πήγα με την σύντροφό μου και το επισκεφτήκαμε και είδαμε εκεί σε κάποιο ράφι του μια φωτογραφία του Muñoz Molina πλάι σε μία πρόσκληση για κάποια σχετική εκδήλωση. «Χα! Κοίτα», της λέω, «αυτός είναι ο τύπος που έγραψε το βιβλίο που διαβάζω τώρα.» «Α, ναι; Τι βιβλίο είναι αυτό», με ρωτάει. «Χμ, ας πούμε αστυνομικό…», της απαντώ. «Μα, τώρα σοβαρά, είναι φάτσα αυτή ανθρώπου που γράφει αστυνομικά;» και κάπως έτσι προχωρήσαμε πιο κάτω. Εσείς, όμως, μην την ακούτε! Μια χαρά είναι η φάτσα του ανθρώπου. Το βιβλίο, όμως, πράγματι, αστυνομικό δεν το λες. Παρωδία νουάρ, ίσως. Ένα τρελομυθιστόρημα, όπου ο εξαιρετικά δημοφιλής στην Ισπανία συγγραφέας κάνει την πλάκα του και στ’ αλήθεια την κάνει μια χαρά. Αν επισκέπτεστε κολλητά και τις δύο πρωτεύουσες της Ιβηρικής, διαβάστε το μαζί με το «Ο Χειμώνας στη Λισσαβώνα», του ιδίου και από τις ίδιες εκδόσεις στα ελληνικά και αρκετά διασκεδαστικό επίσης.

siete: «Ύπνος», του Javier Azpeitia (Opera 2007). Ο πρωτότυπος τίτλος του ερεβώδους αυτού μυθιστορήματος είναι «Hipnos» και ο πολυπράγμων Μαδριλένος συγγραφέας του (αρχίζω να πιστεύω ότι οι εκδόσεις Opera διαλέγουν βιβλία βάσει του βιογραφικού του δημιουργού τους) φαίνεται να είναι στ’ αλήθεια τεχνίτης της υπνωτιστικής αφήγησης. Επειδή προσωπικά πάντα με ελκύουν οι «έγκλειστες» ιστορίες, ίσως και να μην είμαι τόσο αντικειμενικός κριτής. Επίσης, ομολογώ πως ο μοναδικός τρόπος με τον οποίον ο Azpeitia χειρίζεται την αγαπημένη μου δευτεροπρόσωπη γραφή τελικά δε με άφησε να κοιμηθώ. Πάντως, θεωρώ το βιβλίο αυτό ένα χαρακτηριστικό δείγμα «κακιάς» -προσοχή, όχι κακής!- λογοτεχνίας, από αυτά που μόλις τα τελειώνεις τα ξαναδιαβάζεις ξανά από την αρχή ή που κάπου περίπου στα μισά τα παρατάς φωνάζοντας, «Άσε μας ρε φίλε! Λίγα προβλήματα έχουμε, δηλαδή;». «…στο ανόητο πηγαινέλα των περισσοτέρων, που προκαλεί συναπαντήματα και συγκρούσεις που τις αποφεύγουν μόνο την τελευταία στιγμή - μηχανικά. Η διαδρομή του καθενός μοιάζει να κινείται από ελατήρια κρυμμένα στην ψυχή του. Πλάνητες πλανήτες σ' ένα σύμπαν που το διευθύνει ο θεός της τρέλας, δεν ανταμώνουν ποτέ. Ποτέ δεν αγγίζονται.»

ocho: «Αισθητικό Τρίπτυχο», του José Ortega y Gasset (Printa 2011). Η μετάφραση του βιβλίου αυτού στα ελληνικά υπήρξε ένα από τα εκδοτικά γεγονότα της χρονιάς που μας πέρασε. Ο Ortega y Gasset -ήδη γνωστός στο ελληνικό κοινό κυρίως από την «Εξέγερση των Μαζών» (Δωδώνη 2006)- είναι μαζί με τον Miguel de Unamuno οι πιο προβεβλημένες μορφές της ισπανικής διανόησης του εικοστού αιώνα. Το «Αισθητικό Τρίπτυχο» αποτελείται από τρία επιμέρους δοκίμια, το διάσημο «Ο Απανθρωπισμός της Τέχνης», όπου ο συγγραφέας θέτει με τον πιο προκλητικό τρόπο το υπαρξιακό ζήτημα της αξίας της νεωτερικής (μοντέρνας) τέχνης και της «αντιδημοτικής» σχέσης της με το κοινό, και τα «Σκέψεις για τον Δον Κιχώτη» και «Ιδέες για το Μυθιστόρημα», όπου μελετώνται και αναλύονται –εν προκειμένου και εν γένει αντίστοιχα- οι αισθητικές και φιλοσοφικές παράμετροι του πιο ολοκληρωμένου είδους του αφηγηματικού λόγου, προκειμένου να αναδειχτούν οι αρετές του και να καταδειχτούν τα αδιέξοδά του. Αξίζει να επισημανθεί ότι τα κείμενα αυτά αποδόθηκαν στη γλώσσα μας από σπουδαστές του Π.Μ.Σ Μετάφρασης και Μεταφρασεολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών υπό την επίβλεψη του καθηγητή Βίκτωρα Ιβάνοβιτς, στον οποίον οφείλεται και η εξαιρετικά κατατοπιστική εισαγωγή στο βιβλίο, αλλά και στη σκέψη του Ortega y Gasset γενικότερα.

nueve: «Άβυσσος», της Carmen Laforet (Πατάκης 2007). Όσο εμβληματική μορφή είναι για την ισπανόφωνη λογοτεχνία η Carmen Laforet, τόσο το πρώτο και σπουδαιότερό της έργο -«Nada» στο πρωτότυπο, δηλαδή «Τίποτα»- είναι και το μυθιστόρημα που έχει επηρεάσει περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο της εποχής του τις μετέπειτα γενιές συγγραφέων αλλά και γενικότερα την σύγχρονη πνευματική δημιουργία της Ισπανίας. Μάλιστα, δεν είναι λίγοι εκείνοι που -εκ των υστέρων φυσικά- του αναγνωρίζουν επιρροές και αναφορές στο κίνημα «La Movida» που ανέδειξε την μεταπολιτευτική καλλιτεχνική –κυρίως την κινηματογραφική- παραγωγή των Ισπανών σε παγκόσμια πρωτοπορία. Το «Τίποτα» φαινομενικά μοιάζει με μία κοινότυπη ιστορία ενηλικίωσης, τόσο της ηρωίδας του όσο και της ίδιας της συγγραφέως – η Laforet όταν το έγραψε ήταν μόλις είκοσι χρονών. Όμως στην πραγματικότητα είναι πολύ περισσότερα από αυτό, αφού ουσιαστικά είναι το έργο που βγήκε μέσα από τα σπλάχνα της πιο καθυστερημένης και συντηρητικής κοινωνίας της δυτικής, τουλάχιστον, Ευρώπης για να αναδειχθεί σε ένα προκλητικό μανιφέστο υπεράσπισης της λαχτάρας για ζωή, έρωτα και ελευθερία, αλλά και της παράνοιας που αυτή η παμφάγος λαχτάρα επιφυλάσσει. Η σκηνή της σχεδόν υπνοβατικής απόδρασης της νεαρής Αντρέα στους δρόμους της νυχτερινής Βαρκελώνης ειλικρινά μπορεί να στοιχειώσει τα όνειρα κάθε ανήσυχου αναγνώστη. 

Επιφυλάσσομαι να συνεχίσω το αφιέρωμά μου αυτό κατά τη δεύτερη (εαρινή) μου εκστρατεία στην Ιβηρική με την προοπτική να παραθέσω και άλλα –ενδεχομένως πιο πορτογαλικά- αναγνώσματα. Θα ευχόμουν να μπορούσα ακόμα και να δεσμευτώ για αυτό, αλλά δεν εξαρτάται μόνο από εμένα, ξέρετε. Ίσως ως τότε καταφέρω, πέρα από το να συλλαβίζω τα απολύτως για την επιβίωσή μου βασικά (una cerveza/uno cortado por favor, soy amigo íntimo del cabrón Francisco Franco κ.λπ.) και να μετράω περίπου ως το δέκα, να αυτοδιδαχτώ κι ένα-δυο πράγματα λιγότερο τουριστικά. Έτσι ώστε να πάψω να μεταφράζω όσα ακούω στο χαρτί πάντα προς όφελος της ποίησης και εις βάρος της αλήθειας.

Τετάρτη 22 Αυγούστου 2012

LastTapes03: Europe is our playground

Στο 10ο διαμέρισμα, στο νούμερο 49 της οδού Lucien Sampaix, δυο βήματα από το Gare de l’Est και πλάι στη δεξιά όχθη του καναλιού του St-Martin, υπάρχει ένα μικρό καφέ που ονομάζεται L'Atmosphère. Το μέρος αυτό το πρωτοεπισκέφτηκα το μακρινό 1999 με την ιδιότητα του ψευτοφοιτητή εξωτερικού και ύστερα πάλι άλλες τρεις-τέσσερις φορές μέσα στην περασμένη μα όχι -όσο μάλλον θα έπρεπε- ξεχασμένη δεκαετία, κάτω από συνθήκες πολύ διαφορετικές, μα πάντα σκοτεινές και ανομολόγητες. Άλλοτε στριμωγμένος πίσω από τη θαμπωμένη τζαμαρία του και άλλοτε αραχτός στο μικροσκοπικό terrasse του, ήπια, κάπνισα, διάβασα, έγραψα, φλέρταρα και φαντάστηκα την Αταλάντη να κυλάει μπροστά στα μάτια μου και λίγο παρακάτω τον Maigret να αναζητά το ακέφαλό του πτώμα. Πριν από λίγες εβδομάδες κάθισα για τελευταία φορά στο Atmosphère, κατάκοπος, ύστερα από ακόμα μια μακρά και άσκοπη περιπλάνηση, και ζήτησα μια παγωμένη «μπύρα της ερήμου». Και τότε συνειδητοποίησα πως, εκτός από την πρόσβαση στο internet και την απαγόρευση του τσιγάρου, τίποτα άλλο δεν είχε αλλάξει σε αυτό το μαγαζί τα τελευταία δώδεκα χρόνια. Ούτε καν το κορίτσι πίσω από το μπαρ, που πολύ θα ήθελα στ’ αλήθεια να ήταν η μεγαλύτερη αδερφή εκείνης που είχα τότε, στην πρώτη μου επίσκεψη, το μακρινό 1999, γνωρίσει, αλλά που δυστυχώς θα είναι πάντα η ίδια, μέχρι που να γεράσει και αυτή παρέα με τους θαμώνες της.

Η γειτονιά, η πόλη και ολόκληρη η γηραιά μας ήπειρος αλλάζει διαρκώς. Μόνο που τώρα, για πρώτη ίσως φορά ύστερα από δυόμιση ολόκληρους αιώνες, μοιάζει αυτή η αλλαγή ελάχιστα με πρόοδο και περισσότερο θυμίζει ένα άθλια επιτηδευμένο καμουφλάρισμα. Κρύβεται η Ευρώπη μας πίσω από μηχανισμούς αόρατους και μυστικά διευθυντήρια και μέσα στην κρυψώνα της βαθιά παλεύει να καταχωνιάσει όλες εκείνες τις αξίες και τα οράματα, που μέχρι πρόσφατα έκαναν τον κόσμο να κινείται. Και ας έμοιαζε πολλές φορές η κίνηση αυτή με μια μακρά και άσκοπη περιπλάνηση. Μα όσο ακόμα μπορούν και περισσεύουν, έστω εκεί μονάχα, στου ταξιδιώτη το μυαλό, τέτοιες σπουδαίες και ασήμαντες γωνιές, όπου ο χρόνος σταματά για να αφήσει τη στιγμή να αποκτήσει αξία, τόσο και το ίδιο το ταξίδι θα καθυστερεί να χάσει το πραγματικό του νόημα. Μια αόριστη επανάληψη εις το διηνεκές του αιώνιου τοπίου. Μια πεισματική επιστροφή στο άγνωστο.

Στο θέμα μας τώρα: σας παρουσιάζω μια συνοπτική επιλογή κάποιων βιβλίων, που είχα τη χαρά μαζί τους να συνταξιδέψω μες στο χειμώνα που μας πέρασε και ενώ περιπλανιόμουν στις κραταιές χώρες της Εσπερίας, προσδοκώντας την κατάλληλη στιγμή για να γυρίσω πίσω.

een: «Παρίσι Μπλουζ», του Maurice Attia (Πόλις 2010). Η πρώτη φορά που δοκίμασα να χρησιμοποιήσω ένα μυθιστόρημα σαν παραταξιδιωτικό οδηγό ήταν «ο Μαιτρ και η Μαργαρίτα» (μπορείτε να φανταστείτε πού) πριν από έξι χρόνια. Χωρίς να καταφέρω να αποφύγω και πάλι μπελάδες και μπλεξίματα, διάλεξα στο τελευταίο μου ταξίδι τον επίλογο της (pied) noir τριλογίας του αριστοτέχνη Γαλλοαλγερινού συγγραφέα. Και ευτυχώς δικαιώθηκα, αφού διαβάζοντας το βιβλίο αυτό ξεναγήθηκα μια χαρά όχι μόνο στον τόπο, αλλά και στο χρόνο (η υπόθεση ξετυλίγεται στις ύποπτες ημέρες που ακολούθησαν το Μάη του ’68), δραπετεύοντας έτσι, έστω και για λίγο, από το αποστειρωμένο σύγχρονο Παρίσι, που μοιάζει να ντρέπεται για το βρώμικο παρελθόν του και πλασάρει σαν ιλουστρασιόν εμπορικό προϊόν την επαναστατική του ιστορία (βλ. επετειακές εκδηλώσεις για την κομμούνα του 1871). Η υπόθεση, αν και ιστορικά και λογικά εξαρτημένη, είναι σαφώς κατώτερη από εκείνες του «Μαύρου Αλγεριού» και της «Κόκκινης Μασσαλίας», αλλά τα παρελκόμενά της (κινηματογραφική δομή, ακομπλεξάριστες ιδεολογικές αναφορές, ασυγκράτητος σαρκασμός, ερωτισμός στα όρια της πορνογραφίας και ένα εκπληκτικό soundtrack) νομίζω πως αποζημιώνουν τον αναγνώστη και με το παραπάνω.

twee: «Σκλάβοι της Ελευθερίας», του Giuseppe Conte (Πόλις 2009). Μια συναρπαστική θαλασσινή περιπέτεια κάτω από τον ήλιο των τροπικών και υπό τη σκιά του άγριου δουλεμπορίου. Ένα πραγματικά ψυχαγωγικό μυθιστόρημα, με τις αναφορές του να χάνονται στις πιο λαμπρές σελίδες της κλασικής λογοτεχνίας και με έναν ήρωα (ο «Terzo Ufficiale» του πρωτότυπου τίτλου) βγαλμένο μέσα από τα πιο γενναία κινηματογραφικά μας στερεότυπα. Την ώρα που ολόκληρη η Ευρώπη συνταράσσεται από τη Γαλλική Επανάσταση και οι ιδέες του Διαφωτισμού σαρώνουν τα ελέω θεού κεκτημένα του παλαιού κόσμου, κάποια λιμάνια του Ατλαντικού (η Nantes εν προκειμένου) εξακολουθούν να πλουτίζουν από την πιο χυδαία επιχειρηματική δραστηριότητα στην ιστορία του ανθρώπινου πολιτισμού –λέμε τώρα- μέχρι που ξαφνικά οι διεφθαρμένοι παράγοντες του συστήματος έρχονται αντιμέτωποι με την ανταρσία των ίδιων των δεσμοφυλάκων τους - όπως θα έλεγε και ο συγχωρεμένος ο Howard Zinn. Δύσκολο το εγχείρημα του Ιταλού συγγραφέα, αλλά ευτυχώς φρόντισε να μη σαλπάρει μόνος του για αυτό. Με τον Melville στην τιμονιέρα, με τον De Sand να αλωνίζει στο κατάστρωμα (εκπληκτική κοινωνικοπαθολογική ανάλυση) και μια σοκολατένια ουτοπία στο βάθος του ορίζοντα, το πλήρωμα αλλά και το «εμπόρευμα» του Santa Anna δεν έχουν τίποτα να φοβηθούν!

drie: «Ο Γάτος», του Georges Simenon (Άγρα 2010). «Μα, ο Georges ο Simenon, φυσικά!», είναι η προφανής απάντηση στο αιώνιο ανεκδοτολογικό ερώτημα «μπορείς να μου ονομάσεις έστω και έναν διάσημο Βέλγο;» (ο Tintin –Kuifje για τους Φλαμανδούς- ως χάρτινος ήρωας, δε μετράει). Ένα εξαιρετικό εγχειρίδιο οικογενειακής τρομοκρατίας, κρυμμένο μέσα σε μια φαινομενικά αδιάφορη ιστορία και με πρωταγωνιστές τους ίδιους σας τους γονείς! Στο μυθιστόρημα αυτό, του μεγαλύτερου Ευρωπαίου μαιτρ της αστυνομικής λογοτεχνίας, δεν υπάρχουν σατανικοί δολοφόνοι και δαιμόνιοι επιθεωρητές και το μοναδικό ίσως μυστήριό του δεν εντοπίζεται τελικά παρά μονάχα στη σπαζοκεφαλιά της «ειρηνικής» πολυετούς συμβίωσης δύο ανθρώπων κάτω από την ίδια στέγη. Η ανάγκη για συντροφικότητα μοιάζει να απέχει από το αβυσσαλέο μίσος για τον έτερον ήμισυ όσο και η κρεβατοκάμαρα από το καθιστικό ενός μικροαστικού σπιτιού. Και ο δρόμος από το ένα άκρο μέχρι το άλλο είναι σπαρμένος από πολλά μικρά home made εγκληματάκια, που ούτε εκατό Maigret δε θα κατόρθωναν ποτέ να διαλευκάνουν. Αλήθεια, πως το έλεγε εκείνο το ωραίο ο Pessoa για τους «κακοπαντρεμένους»; Παρεμπιπτόντως, Βέλγος υπήρξε και ο υπερρεαλιστής ζωγράφος Magritte. Και οι αξέχαστοι Vaya con Dios, επίσης.

vier: «Φλόγες στο Ρετιρέ», του Αχιλλέα Σωτηρέλλου (Εμπειρία Εκδοτική 2009). Ο Αχιλλέας, πέρα από πρώην ομόσταυλός μου, υπήρξε και ένα από τα πρόσωπα του δράματος αυτού του ταξιδιού, αφού με συνόδευσε σε αρκετές από τις νυχτερινές μου εξορμήσεις στις Βρυξέλλες, κατά τη μακρά tranzito εκεί παραμονή μου. Ως εκ τούτου, μάλλον δεν τα κατάφερα να διαβάσω το βιβλίο του νηφάλια και αντικειμενικά, αφού μοιραία μπέρδευα διαρκώς τις χάρτινες ιστορίες του με τους προφορικούς του αφορισμούς και το μελαγχολικό αλκοολούχο βλέμμα του. Όντας ήδη θαυμαστής, ωστόσο, του πρώτου του βιβλίου («Ο Θησαυρός», Οξύ 2008), δε θα μπορούσα να πω ότι απογοητεύτηκα με το δεύτερο, με εξαίρεση, ενδεχομένως, το εναρκτήριο διήγημά του, που αν και καλοδουλεμένο, δεν κολλάει στο στυλ και στο περιεχόμενο με τα υπόλοιπα. Οι ιστορίες του βιβλίου αυτού είναι πολυταξιδεμένες, όπως και ο συγγραφέας τους, ο οποίος, όμως, δε φαίνεται και τόσο πρόθυμος ακόμα να εγκαταλείψει τη ρομαντική –πολύ αθηναϊκή, θα έλεγα, εκνευρίζοντάς τον μάλλον- ματιά του πάνω στα όσα συμβαίνουν ή δε συμβαίνουν ή θα γούσταρε να είχαν κάπως αλλιώς συμβεί, μέσα σε αυτό το τόσο ιδιόμορφο βιβλίο-διαβατήριο. Every day is like Sunday, Αχιλλέα, όπως θα έλεγε και ο αγαπημένος σου Morrissey – ακατόρθωτο, το ξέρω, και όμως γίνεται!

vijf: «Κατάσταση Εξαίρεσης», του Giorgio Agamben (Πατάκης 2007). Η κατάσταση εξαίρεσης (ecxeptio) είναι, καταρχάς, ένας νομικός όρος που αναφέρεται στην εντός του συστήματος «νόμιμη» παρέκκλιση από τις θεμελιώδεις αρχές του δικαίου και της δημοκρατίας, εξαιτίας μιας εξωτερικής ή εσωτερικής άμεσης –υποτίθεται- απειλής. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι μοιάζει πολύ με την κατάσταση εκτάκτου ανάγκης, με τη διαφορά, όμως, ότι εδώ δεν έχουμε να κάνουμε ούτε με τις ιδιαίτερες συνθήκες ενός κηρυγμένου πολέμου ούτε τον στρατιωτικό νόμο που επιβάλλεται πραξικοπηματικά προκειμένου να παραχθεί το συντομότερο δυνατό και με τη μικρότερη δυνατή δόση ρίσκου η αναδρομική νομιμοποίηση της εκτροπής του πολιτεύματος. Με την ecxeptio το πολίτευμα παραμένει -φαινομενικά τουλάχιστον- αλώβητο, τα βασικά, όμως, δομικά στοιχεία του υποχωρούν, έτσι ώστε να ψαλιδιστούν και κάποια πολύ ενοχλητικά ατομικά και συλλογικά δικαιώματα. Α, ναι! Και όλα αυτά βέβαια με το απαραίτητο ιερό κοινοβουλευτικό περίβλημα και την πασπαρτού και πανδαμάτορα λαϊκή συναίνεση. Με λίγα λόγια, να γιατί τον Agamben θα τον θυμούνται οι επόμενες γενιές ως έναν μεγάλο φιλόσοφο και διανοητή της εποχής μας και τον Obama σαν τον τραγικότερο ίσως ερμηνευτή του πάντα αγαπημένου «Guantanamera, guajira Guantanamera…»!

zes: «Μουσική για Χαμαιλέοντες», του Truman Capote (Καστανιώτης 2008). «Δεν είχα γνωρίσει ποτέ κάποιον που να έγραφε και, για την ακρίβεια, γνώριζα ελάχιστους που διάβαζαν. Αλλά ήταν γεγονός πως τα μόνα τέσσερα πράγματα που με ενδιέφεραν ήταν να διαβάζω βιβλία, να πηγαίνω σινεμά, να χορεύω κλακέτες και να ζωγραφίζω. Και ύστερα, μια μέρα, άρχισα να γράφω χωρίς να ξέρω ότι έτσι γινόμουν σκλάβος εφ' όρου ζωής σε έναν ευγενή μεν, αλλά άσπλαχνο αφέντη.» Το βιβλίο αυτό το «δανείστηκα» στις Βρυξέλλες και το πήρα μαζί μου στον ενδιάμεσο ολιγοήμερο σταθμό μου στο παράδοξο και εξωτικό Λονδίνο, όπου και τελικά το «ξέχασα» πλάι στο κρεβάτι όπου κοιμόμουν. Δεκατρία διηγήματα και μια νουβέλα, που φλερτάρουν προκλητικά άλλοτε με το life style ρεπορτάζ και άλλοτε με τη βαθιά αμερικάνικη εγκληματική μυθοπλασία και που βασίζονται κυρίως στις τεχνηέντως απροσδόκητες συναντήσεις και συνομιλίες του συγγραφέα με διαλεκτούς εκπροσώπους της american dream πανίδας (από την αστραφτερή και αθυρόστομη Marilyn ως κάποιον σκοτεινό και διεστραμμένο θανατοποινίτη). Αν και υποτίθεται πως προτιμά να παραμένει αόρατος, ο Capote, ίσως πιο αυτοαναφορικός από ποτέ, παραδίδει με τους «άλικους, πράσινους και ιώδεις χαμαιλέοντές» του μαθήματα δημιουργικής γραφής και αυτοκαταστροφικής διαβίωσης.

zeven: «Παρίσι: Η μυστική Ιστορία», του Andrew Hussey (Πάπυρος 2009). «Αυτοψία σε μια γριά πουτάνα» χαρακτηρίζει ο Εγγλέζος «βιογράφος» της σκοτεινής Ville Lumière το βιβλίο του. Η αλήθεια είναι πως ο άνθρωπος κατάφερε να μας δώσει ένα χορταστικό ιστοριοδιφικό ανάγνωσμα για το βίο και την πολιτεία της αγαπημένης του μητρόπολης, βασιζόμενος στις υποσημειώσεις της επίσημης ιστοριογραφίας και στις τσαλακωμένες σελίδες του μυθολογικού συλλογικού υποσυνείδητου. Η γενική ιδέα του να μας παρουσιάσει τα «ένδοξα Παρίσια» ως μια πόλη-ταραξία σε αντίστιξη με την πόλη-φρούριο-cardpostal, που οραματίστηκαν ο Haussmann και η παρέα του –και εν μέρει κατάφεραν να κατασκευάσουν- απογειώνει την αφήγηση και της δίνει μυθιστορηματικές διαστάσεις. Όποιος υπολογίσει τον ακριβή αριθμό των παρισινών εξεγέρσεων/επαναστάσεων/κινημάτων που καταγράφονται μέσα στη «μυστική Ιστορία», από την ανταρσία του Faubourg St-Marcel μέχρι την Έβδομη Wilaya, τον κερνάω μια ανελέητη μπαρότσαρκα στη Belleville και το Ménilmontant. Ξαναδιαβάζοντας, άλλωστε, σήμερα τον επίλογο-έκπληξη του βιβλίου, πίστεψα για μια στιγμή πως είχα στ’ αλήθεια ξεχάσει κάτι πίσω μου. Α! Και κάτι άσχετο: έγραψα στην αρχή της παραγράφου τη λέξη «πουτάνα» και ο ορθογραφικός έλεγχος μου έκανε μια ωραιότατη ερυθρά υπογράμμιση. Όταν μετά έκανα δεξί κλικ πάνω στη «λανθασμένη» λέξη, το word μου πρότεινε να την αντικαταστήσω με μία εκ των «πλούτυνα», «ρουτίνα», «πούμωνα»(;), «πουθενά» και «ποίμανα». Αυτοψία σε μια γριά ρουτίνα, λοιπόν!

acht: «Ο Αντιδιαφωτισμός», του Zeev Sternhell (Πόλις 2009). Τρεις αιώνες περίπου μετά την έναρξη της μεγαλύτερης εξέγερσης της ανθρώπινης διανόησης, που οραματίστηκε τον άνθρωπο ως άτομο ελεύθερο, αυτόνομο και ορθολογικό και οδήγησε έτσι στη γέννηση της σύγχρονης εποχής, η ανθρωπότητα βιώνει τη μεγαλύτερη ηθική και πνευματική κρίση της Ιστορίας, την οποία όλοι σχεδόν επιμένουν ακόμα να τη βαφτίζουν οικονομική. Μπορεί ο καπιταλισμός να χαροπαλεύει, αλλά ελλείψει μιας πίστης σε νέες ιδέες και γενναία ιδανικά, ολόκληρος ο πλανήτης μοιάζει νομοτελειακά να οδηγείται σε μια αλλόκοτη ψηφιακή φεουδαρχία και να βουλιάζει αμέριμνα σε έναν διαστροφικό ηλεκτρονικό μεσαίωνα. Διαβάζοντας το βιβλίο αυτό και επιμελούμενος σχολαστικά μες στο μυαλό μου την περιβάλλουσα τηλεπαθητική επικαιρότητα, συνειδητοποίησα περισσότερο από ποτέ πως πρέπει ως κοινωνία, ως χώρα, ως ανθρωπότητα και ως δεν ξέρω τι στο διάολο ακόμα να πιάσουμε το «πράγμα» ξανά από την αρχή. Ξέρετε τώρα… διάκριση των εξουσιών, ελευθερία του λόγου, κατάλυση των προνομίων, πολιτικά δικαιώματα, αμφισβήτηση των αυθεντιών, κατάργηση των προκαταλήψεων, αναπαλλοτρίωτο των αξιών της ζωής και της αξιοπρέπειας, ανεπανάληπτο της ανθρώπινης προσωπικότητας και άλλα τέτοια προφανή και αυτονόητα. Και αυτό είναι η ΜΟΝΗ λύση τελικά. Και μην ανησυχείτε, ΟΛΑ τα άλλα θα έρθουν μετά σχεδόν αυτόματα.

negen: «Το Καράβι του Θανάτου», του Δημοσθένη Βουτυρά (Τόπος 2009). Μια συλλογή διηγημάτων, γραμμένων πριν από σχεδόν έναν αιώνα, από έναν από τους ελάσσονες αγίους της μικρής μα πάντοτε απρόοπτης λογοτεχνίας μας, που χάρη στην ευαισθησία κάποιων εκδοτών έχουμε που και που τη χαρά να τους ξαναθυμόμαστε. Διάβασα τις σκοτεινές και απόκοσμες αυτές ιστορίες, ενώ επέστρεφα στην τόσο μίζερη και τόσο γοητευτική μας χώρα και μάλιστα εν πλω, αψηφώντας τον μάλλον δυσοίωνό γενικό τους τίτλο και σας αφιερώνω ένα ελάχιστο απόσπασμα: «Σταμάτησα στην έξοδο και κει έμαθα τι συνέβαινε και γιατί ήταν όλα πάνω κάτω. Το νεκροταφείο είχε πάψει να θάφτει και πήγαιναν αλλού, σ’ ένα νέο!... Τα αγορασμένα μνήματα θα τα πήγαιναν εκεί!... Δεν ξέρω πως μου φάνηκε τότε. Το νεκροταφείο αυτό, το αφημένο, το παραιτημένο, μου φάνηκε σαν ξωτικό εργοτάξιο, που αφήκαν έρημο οι ξωτικοί εργάτες του, και πήγαν αλλού, εργοτάξιο που από χρόνια πολλά ρουφούσε τη μεγάλη πολυθόρυβη πόλη, που ακουγόταν να διασκεδάζει αμέριμνη, και που η εργασία του η τελειωμένη ήταν οι σωροί των κοκάλων!... Έφυγα γρήγορα προς την πόλη, που πάλι ο θόρυβος της μουσικής της ήρθε σβηστός-σβηστός ίσαμε κει.»

Υ.Γ. Το ταξίδι ως το Παρίσι ήταν τελικά πολύ πιο δύσκολο από όσο υπολόγιζα, αλλά οι ενδιάμεσοι σταθμοί παρουσιάστηκαν ανώτεροι πολύ των ταπεινών, μα πάντα εύφλεκτων, προσδοκιών μου. Μάλιστα, κάποιους από αυτούς επιφυλάσσομαι να τους επισκεφτώ ξανά και να τους μελετήσω με περισσότερη συνέπεια και με όσο το δυνατόν πιο λίγη επιφύλαξη. Και ίσως έτσι κάποτε να κατορθώσει η μέτρησή μου να προσεγγίσει και κάποια άλλα νούμερα διψήφια. La próxima vez, quizás en castellano…

Δευτέρα 20 Αυγούστου 2012

LastTapes02: Δε θέλω να ξέρω τι έκανες πέρυσι το καλοκαίρι

Δεν πρόλαβε να στεγνώσει η πρώτη σταγόνα της βροχής και η αόρατος αρχή των καταχθόνιων lasttapes μου ζήτησε να βγάλω μια κόλλα χαρτί και να σας εκθέσω γράφοντας πώς πέρασα αυτό το καλοκαίρι. Επειδή όμως στο νότιο ημισφαίριο του εγκεφάλου μου το καλοκαίρι αυτό δεν άρχισε ακόμα, σκέφτηκα πως ίσως θα ήταν φρονιμότερο να σας πω δυο λόγια για τα βιβλία που διάβασα την ώρα που όλοι εσείς λιαζόσασταν στην δαντελωτή ακτογραμμή της χώρας των λωτοφάγων.

Κατά τη διάρκεια του Ιουλίου με το φωτεινό πουκάμισο και στο μεγαλύτερο μέρος του Αυγούστου του πέτρινου, επέλεξα, για ακόμα μια χρονιά, να αυτοεξοριστώ στα βάθη της πρωτεύουσας. Κρυμμένος σε μια περίκλειστη αυλή στην εξωτική Δάφνη –εκατό μέτρα από το σταθμό του μετρό και είκοσι χιλιάδες λεύγες κάτω απ’ ό,τι χάλασα (το προηγούμενο καλοκαίρι)- σκότωνα τη θερινή μου ώρα διαβάζοντας τη βιβλιοθήκη ενός ακόμα συγκατοίκου μου, περιμένοντας τη νύχτα να επιστρέψει πίσω από τη μπάρα.

Και κάπως έτσι, λοιπόν, φύγανε, φύγανε…

un: «Καν-καν, γάτες και πόλεις από στάχτη», του Mark Twain (Ασβός, 2009). Το ξέρατε ότι ο Twain ήταν ο πρώτος συγγραφέας που παρέδωσε στον εκδότη του δακτυλογραφημένο κείμενο; Εδώ ο διαχρονικός super star της αμερικάνικης λογοτεχνίας ταξιδεύει στην γηραιά ήπειρο του 1857 και με τον ανελέητο σαρκασμό του δίνει μια διαφορετική διάσταση στον όρο ταξιδιωτική λογοτεχνία. Το βιβλίο –όχι όμως και το ταξίδι, αφού ο εκδοτικός οίκος επέλεξε να μεταφράσει μέρος μόνο του πρωτότυπου έργου- ολοκληρώνεται στην Αθήνα και όλα τα λεφτά είναι το επεισόδιο με την νυχτερινή επίσκεψη στην Ακρόπολη («…δωροδοκία και διαφθορά»), όπου, μεταξύ άλλων, γίνεται μια ενδιαφέρουσα απόπειρα ψυχοπαθολογικής ανάλυσης του προπατορικού αμαρτήματος του στατιστικού λάθους που λέγεται σύγχρονη Ελλάς. 

deux: «Κυανοπώγων», του Kurt Vonnegut (Επιλογή/Θύραθεν 1010). Εξπρεσιονισμός ή βαρβαρότητα! Ο αναρχικός αμερικάνος συγγραφέας ανασκευάζει τον κλασικό γαλλικό μύθο και για ακόμα μια φορά δεν αφήνει τίποτα όρθιο στο λογοτεχνικό διάβα του. Εδώ, στον «ομώνυμο ρόλο» εμφανίζεται ένας ηλικιωμένος διάσημος ζωγράφος και ήρωας πολέμου, με το ευφάνταστο όνομα Ράμπο (!) Καραμπεκιάν, που κρύβει μέσα στην αποθήκη του σπιτιού του ένα μυστικό «μεγάλο όσο και ο κόσμος». Το βιβλίο, ένα συναρπαστικό ανακάτεμα πραγματικών και φανταστικών προσώπων και γεγονότων, αποτελεί μια αβυσσαλέα κριτική του Vonnegut απέναντι στην εξέλιξη του αμερικάνικου τρόπου ζωής και αντίληψης των πραγμάτων, χωρίς ωστόσο να ξεπέφτει στη συνήθη γκρίνια του σεβάσμιου γέροντα που αναπολεί τις όμορφες εποχές που πέρασαν.

trois: «Ποιους θα δαγκώσω άμα λυσσάξω», του Παντελή Καλιότσου (Καστανιώτης, 2009). Αν παίζετε παντομίμα με τίτλους βιβλίων, δοκιμάστε αυτόν! Ο δημιουργός των «Ξύλινων Σπαθιών» αυτοβιογραφείται με έναν τρόπο που θυμίζει έντονα την γενική αρχή του Hobsbawm περί της αναγωγής της ιστορίας του ταπεινού υποκειμένου σε φορέα –αν όχι και σε παράγοντα- του ιστορικού γίγνεσθαι. Ο Καλιότσος, γνωστός-άγνωστος των ελληνικών γραμμάτων, μας παρουσιάζει την ιστορία της ζωής του ως ένα σπαρταριστό ψυχόδραμα ενός γνήσια ανήσυχου και δημιουργικού ανθρώπου που παλεύει να επιβιώσει μέσα σε ένα απαίδευτο και ξιπασμένο περιβάλλον. Και όσο πραγματικά ψυχαγωγικά να στέκονται τα πρώτα κεφάλαια του βιβλίου, στο τέλος ο συγγραφέας με το δικό του προσωπικό, τρυφερό και μεθυστικό art d' être grand-père κυριολεκτικά απογειώνει την αφήγηση.

quatre: «Ένας Τσετσένος σκύλος στη Μασσαλία», του Michel Maisonneuve (Πόλις, 2010). Μπορεί να σταθεί ο όρος «μεσογειακό νουάρ»; Ο Maisonneuve συνεχιστής της παράδοσης –αν υπάρχει κάτι τέτοιο- των Camilleri, Izzo, Montalban… άντε και λίγο Μάρκαρη- μας δίνει ένα συναρπαστικό roman policier, που διασκέδασα αφάνταστα διαβάζοντάς το και από την πλοκή του οποίου τώρα δε θυμάμαι σχεδόν τίποτα. Εργατικά προάστια, ρωσικές μαφίες, συνταξιούχα sex symbol και ένας μοναχικός διανοούμενος που μπλέκει σε μία παρωδία αστυνομικού μυστηρίου απαγγέλλοντας στίχους του Ομάρ Καγιάμ και του Ζωρζ Μπρασσένς. Σε κάποιο παράλληλο σύμπαν φαντασιώνομαι πως κάποιος πιο έξυπνος εαυτός μου παραθερίζει σε κάποιο μέρος πιο εξωτικό παρέα με την κοκκινομάλλα ηρωίδα του «Τσετσένου Σκύλου».

cinq: «Βία - Έξι λοξοί στοχασμοί», του Slavoj Zizek (Scripta, 2010). Πόση βία εμπεριέχεται μέσα στη θεμελιώδη αρχή πως η νόμιμη βία αποτελεί αποκλειστικά κρατικό μονοπώλιο; Hard rock φιλοσοφική προπαίδεια και φρενήρης πολιτική ψυχανάλυση από τον πιο ανατρεπτικό διανοητή της εποχής μας, ο οποίος, ωστόσο δυστυχώς, βιβλίο με το βιβλίο μοιάζει να βουλιάζει στη μανιέρα του. Όσες αντιρρήσεις και να έχεις, όμως, με τις συλλογισμούς και τους αφορισμούς του Σλοβένου συγγραφέα και μόνο ο μοναδικά σύγχρονος λόγος του και η απαράμιλλη άνεσή του να μπαινοβγαίνει στις αναγωγές του, που ξεκινάν από το Νίτσε και τον Μαρξ και καταλήγουν στην λαϊκή κουλτούρα και κυρίως στον εμπορικό κινηματογράφο, δύσκολα σε αφήνουν ασυγκίνητο. Ίσως πράγματι τελικά η πιο βίαιη πράξη είναι να μην κάνεις τίποτα.

six: «Μετέωρη χώρα», του Αντώνη Καρακούση (Εστία, 2006). Μέσα στο γενικό χαμό των ημερών το να διαβάσεις μια ιστορική ανάλυση των οικονομικών πολιτικών, που εφαρμόστηκαν τα τελευταία τριάντα χρόνια στη χώρα του πράσινου ήλιου, σίγουρα μόνο κακό δεν κάνει. Ο Καρακούσης, έγκυρος και τολμηρός αρθρογράφος, μας δίνει εδώ ένα ολοκληρωμένο πολιτικό ανάγνωσμα που μας μιλάει για το πώς εφτάσαμε στην σημερινή κρίση χωρίς, όμως, να προλαβαίνει να αναφερθεί σε αυτήν. Με πολύ μεγάλο ενδιαφέρον θα αναζητούσα το εν δυνάμει επίμετρο αυτού του έργου πέντε-έξι χρόνια από σήμερα. Το κεφάλαιο, πάντως, όπου αναφέρεται στον μεγαλοϊδεατισμό του εκσυγχρονισμού –όπου η Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος σχεδιάζει μέσω εξαγορών και συγχωνεύσεων να φτάσει ως την κόκκινη μηλιά- αγγίζει τα όρια της επιστημονικής φαντασίας. Διαβάζεται και σαν μυθιστόρημα.

sept: «Tishomingo Blues», του Elmore Leonard (Άγρα, 2009). «Oh, Mississippi, oh, Mississippi, my heart cries out for. You in sadness, I want to be where the wintry winds don't blow. Down where the southern moon swings low. That's where I want to go…». Ακόμα ένα σαγηνευτικό μαύρο ανάγνωσμα από τη γνωστή μαύρη σειρά του πιο λευκού εκδοτικού οίκου της χώρας. Αν και η πλοκή στο μεγαλύτερο μέρος του βιβλίου προκύπτει μέσα από ένα γαϊτανάκι συμπτώσεων –πράγμα που θα απεχθάνονταν οι αμερικάνοι μαιτρ του είδους- και οι ήρωες παραείναι κινηματογραφικοί –πράγμα που λατρεύει το Hollywood, που έχει τιμήσει δεόντως τον Leonard- το Tishomingo Blues γοητεύει τόσο με την βαριά του ατμόσφαιρα όσο και με την αυτοσαρκαστική του λογοτεχνική αμερικανιά. Εξαιρετικό soundtrack! Αναζητήστε τα τραγούδια του και ακούστε τα δυνατά!

huit: «Μαύρη Τρύπα», του Charles Burns (Zoobus, 2009). Δε θέλω να θυμάμαι τι έκανα το καλοκαίρι που τέλειωσα το Λύκειο! Ο φασισμός της καθημερινής ζωής, το Σηάτλ ως πειραματικός σωλήνας του σύγχρονού πολιτισμού και η χημική ανάλυση της εφηβείας σε μια εφιαλτική συσκευασία δώρου, που θα προτιμούσατε να μην το είχατε ανοίξει ποτέ. Θα έλεγα το πιο «άρρωστο» κόμικ που διάβασα εφέτος, αλλά δυστυχώς προηγήθηκε το «Σαν Σιδερένιο Ομοίωμα Γαντιού από Βελούδο» του Dan Clowes (εκδόσεις Κορμοράνος). Πέρα από την πλάκα πάντως, και τα δύο έργα είναι εξαιρετικά και πάλι καλά που υπάρχουν εκδοτικοί οίκοι, που τολμούν να προτείνουν τέτοιους ξεχωριστούς τίτλους, σε μια χώρα που, αν σε δουν να κρατάς κόμικ στα χέρια, σε ρωτούν, «τι κάνεις εκεί ρε, πάλι μίκυ μάους διαβάζεις;».

neuf: «Ήλιος με δόντια», του Γιάννη Μακριδάκη (Εστία, 2010). Μετά τον Πέτικα του «Ανάμιση Τενεκέ» και τον μοναχό Βικέντιο της «Δεξιάς Τσέπης», ένας ακόμα παράδοξος ήρωας έρχεται από το περιθώριο της παραισθητικής μας Ιστορίας να αναζητήσει τη θέση του στο επίκεντρο της επαρχιώτικης λογοτεχνίας μας. Αν και δεν είναι και λίγοι εκείνοι που πιστεύουν ότι ο Μακριδάκης είναι ο καλύτερος νέος μας συγγραφέας, είναι στιγμές που αναρωτιέμαι αν και ο ίδιος ο φίλος μου ο Γιάννης είναι ένας από αυτούς. Προσωπικά δηλώνω φανατικός θαυμαστής των δύο προηγούμενων έργων του και οπαδός της γενικότερης στάσης του απέναντι στην έρευνα και τη δημιουργία. Και όσο και αν θα προτιμούσα να μην είχα μάθει ποτέ τίποτα για τον βίο και την πολιτεία του Κωνσταντή Χάψα, θα περιμένω με λαχτάρα το επόμενο βιβλίο του.

Όταν διαβάζετε αυτές τις γραμμές, ο συντάκτης του κειμένου θα έχει ήδη μάλλον μεταναστεύσει στα ένδοξα Παρίσια προς αναζήτηση αγαθότερης τύχης και νέων παραστάσεων. Επιφυλάσσεται να διατηρήσει την επαφή με το περιοδικό και τους αναγνώστες του εξ αποστάσεως, ενώ δεσμεύεται να βελτιώσει τα φτωχικά του γαλλικά, στα οποία καλά-καλά τώρα ούτε μέχρι το δέκα δεν κατορθώνει να μετρήσει.

Au revoir!