Τετάρτη 12 Σεπτεμβρίου 2018

ο άνδρας με την κινηματογραφική μηχανή


Τον Οκτώβριο του 2012 έδωσα εξετάσεις και πέρασα στο Μεταπτυχιακό της Δημιουργικής Γραφής του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας. Τα μαθήματα του συγκεκριμένου μεταπτυχιακού, τα οποία παρακολούθησα ανελλιπώς μέχρι τον Ιούνιο του 2014, πραγματοποιούνταν σχεδόν εξολοκλήρου στη Φλώρινα. Έτσι, κάθε μήνα, ταξίδευα, κατά κανόνα με το αυτοκίνητό μου, για ένα τριήμερο προς τα βόρεια και μεταξύ άλλων ζούσα μια ημίγλυκη ψευδαίσθηση φοιτητικής ζωής που αυτού του είδους τα ακαδημαϊκά προγράμματα προσφέρουν.
Αν και η Φλώρινα δεν απέχει παρά ελάχιστα χιλιόμετρα από τα σύνορα με τη Φυρομία και αν και άκουγα συχνά τους συμφοιτητές μου να μου λένε για τις σύντομες καταναλωτικές επιδρομές που πραγματοποιούσαν στο γειτονικό Μοναστήρι, μέχρι το τέλος του Μεταπτυχιακού δεν είχα τολμήσει ακόμα να συμμετάσχω σε μια τέτοια επιχείρηση. Η ευκαιρία μού δόθηκε στην προτελευταία συνεδρία μαθημάτων, τον Μάιο του 2014, όταν ο Κώστας, εκεί που πίναμε καφέ στο κυλικείο της σχολής, με ρώτησε αν η πράσινη κάρτα που είχα βγάλει για να πάω στο Βελιγράδι ίσχυε ακόμα.
Λίγα μόλις λεπτά μετά βρεθήκαμε να διασχίζουμε με το Ανταμομπίλ τα σύνορα. Η αίσθηση αυτή του να διανύεις μια τόσο μικρή απόσταση και να περνάς σε μια άλλη χώρα, σχεδόν σε έναν άλλον κόσμο, είναι κάτι που δύσκολα μπορείς, νομίζω, να συνηθίσεις. Ειδικά εάν έχεις μεγαλώσει μέσα στην παριχαρακωμένη κουλτούρα του εθνικού κράτους, το οποίο μάλιστα έχει επίσης μεγαλώσει υπό το βάρος μιας, άλλοτε κάπως υπαρκτής και άλλοτε γενικώς απροσδιόριστης, απειλής από τα άλλα κράτη με τα οποία συνορεύει, και ως εκ τούτου οφείλει, ακόμα και σήμερα, να τα αντιμετωπίζει σαν τους ενοχλητικούς, ακατανόητους, μα πάντα υποχρεωτικούς γείτονές του.
Τέλος πάντων, έχοντας φύγει σχεδόν σκαστοί από το μάθημα, στο οποίο έπρεπε, λέει, να επιστρέψουμε σε κανένα δίωρο περίπου, ίσα που προλαβαίναμε να κάνουμε μια βόλτα και ενδεχομένως να ψωνίσουμε κάτι που μέχρι πριν λίγη ώρα ούτε καν σκεφτόμασταν πως είχαμε ανάγκη. Άλλωστε, οι πρώτες εικόνες που συναντά κανείς μπαίνοντας στις χώρες που βρίσκονται πέρα των βορείων συνόρων μας, δεν είναι παρά ατέλειωτες επιγραφές στα ελληνικά που διαφημίζουν τις εξαιρετικά χαμηλές τιμές σε σούπερ μάρκετ, πρατήρια καυσίμων, καταστήματα με αθλητικά είδη, ακόμα και οδοντιατρεία ή κομμωτήρια.
Σε λιγότερο από μισάωρο, λοιπόν, φτάσαμε στα Μοναστήρι ή Μπίτολα, από το οποίο είχαμε περάσει με τον Νίκο και δυο μήνες νωρίτερα, γυρίζοντας από μέσω Οχρίδας από το Βελιγράδι, αλλά λόγω τις καταρρακτώδους βροχής περιοριστήκαμε στο να το δούμε μέσα από τα τζάμια του αυτοκινήτου.
Η πρώτη αίσθηση που σου δημιουργείται βλέποντας αυτήν την πόλη είναι ότι, αισθητικά τουλάχιστον, αποτελεί μια συνέχεια της Φλώρινας. Σαν οι δυο τους να είχαν υπάρξει κάποτε μέρη του ίδιου αστικού ιστού, που κάποιος άρπαξε και έκοψε στη μέση τοποθετώντας ανάμεσα, για λόγους ασφαλείας, μια αναγκαία και ικανή έκταση αδιάφορης υπαίθρου. Η αίσθηση αυτή, όμως, σύντομα ανατρέπεται, αφού όσο κι αν μοιάζουν τα κέντρα τους και ειδικά οι αντίστοιχες παλιές γειτονιές γύρω από τα ποτάμια Ντραγκόρ και Σακουλέβα αντίστοιχα, γρήγορα καταλαβαίνεις ότι το Μοναστήρι υπήρξε, κάποτε τουλάχιστον, μια σημαντική βαλκανική μητρόπολη που ξέπεσε σε έναν γκρίζο μεθοριακό σταθμό στον πάτο της παλαιάς Γιουγκοσλαβίας.
Αφού διασχίσαμε, λοιπόν, την πόλη ως το κέντρο, όπου αρχίζουν οι εμπορικοί πεζόδρομοι, αφήσαμε κάπου το αμάξι και συνεχίσαμε με τα πόδια. Παντού σχεδόν ακούγαμε να μιλάνε ελληνικά ή έτσι νομίζω πως μου φάνηκε. Όταν το επισήμανα στον Κώστα, μου είπε πως κάποιοι από αυτούς είναι αυτό που λέμε «ντόπιοι», τονίζοντας κάπως περίεργα τη λέξη. Ο συμφοιτητής, συνταξιδιώτης και αργότερα ολίγον από συγκάτοικός μου, ο οποίος κατάγεται από κάποιο χωριό του Νομού Φλωρίνης, μου αποκάλυψε τότε ότι έχει και κάποιους μακρινούς συγγενείς στο Μοναστήρι, τους οποίους βέβαια βαριόταν να αναζητήσει, δημιουργώντας μου ακόμα περισσότερες απορίες. Οι απορίες αυτές με κάποιον τρόπο θα λύνονταν τον Αύγουστο του ίδιου καλοκαιριού, όταν παραθερίζοντας στο χωριό του Κώστα, θα έπεφτα πάνω σε ένα από τα περίφημα και διαβόητα ταυτόχρονα «σλάβικα» γλέντια της περιοχής.
Αφού περιπλανηθήκαμε για λίγο, χαζεύοντας την εναλλαγή παλιών εργατικών κατοικιών και ακόμα παλιότερων αρχοντικών, καθίσαμε κάπου για έναν σύντομο καφέ. Δίπλα μας, ένας τύπος διάβαζε την αυτοβιογραφία του Σερ Άλεξ Φέργκυσον μεταφρασμένη στα σλαβομακεδονικά. Θυμάμαι που κάθε λίγο και λιγάκι έσκαγε στα γέλια, σήκωνε το κεφάλι του, μας κοιτούσε και επαναλάμβανε φωναχτά το απόσπασμα που μόλις τον είχε τόσο διασκεδάσει. Στα ηχεία έπαιζαν εναλλάξ σλάβικα και ελληνικά λαϊκοπόπ τραγούδια. Σκέφτηκα ότι ένας τουρίστας από την Ιαπωνία ή ξερωγώ το Μεξικό δεν θα μπροούσε με τίποτα να τα ξεχωρίσει.
Γυρίζοντας προς το αυτοκίνητο, περάσαμε μπροστά από ένα μεγάλο δημόσιο κτίριο με ένα χάλκινο άγαλμα απέξω, το οποίο και μου τράβηξε αμέσως την προσοχή. Πλησιάσαμε για να το δούμε καλύτερα και να το φωτογραφίσουμε. Ήταν ένας άντρας με μια κινηματογραφική μηχανή. Ένας από τους αδερφούς Μανάκη, τους πρωτοπόρους κινηματογραφιστές που τότε έμαθα πως ήταν κατά κάποιο τρόπο, ασπούμε, Μοναστηριώτες και που, όπως συμβαίνει με όλους τους επιφανείς Βαλκάνιους της εποχής, η εθνικότητά τους αποτελεί αντικείμενο έριδας μεταξύ των κρατών που διαδέχτηκαν την Οθωμανική Αυτοκρατορία.
Το άγαλμα, αν και πολύ διακριτικό, έμοιαζε αρκετά παράταιρο με τον περιβάλλοντα χώρο, όπου άλλοι περνούσαν κουβαλώντας τις σακούλες με τα ψώνια τους, άλλοι κουβέντιαζαν πίνοντας τον καφέ τους, ενώ έφηβοι και ηλικιωμένοι πηγαινοέρχονταν πάνω στα σκέιτ και στα μπαστούνια τους αντίστοιχα. Κι όμως, ξανακοιτάζοντας πιο προσεκτικά τον χάλκινο αυτόν άνδρα, άρχισα να βρίσκω την παρουσία του όλο και πιο δικαιολογημένη. Ήταν σαν να είχε ταξιδέψει μέσα στον χρόνο για να κινηματογραφήσει την εποχή μας και τις συνήθειες των ανθρώπων της. Πόσο απίστευτα και αδιανόητα θα φαίνονταν τα πλάνα του, όταν θα γύριζε πίσω για να τα παρουσιάσει στους σύγχρονούς του;
Η ώρα, όμως, είχε περάσει και έπρεπε να επιστρέψουμε. Αγόρασα βιαστικά μερικά πακέτα με καπνό, στη μισή τιμή περίπου από όσο κοστίζουν στην Ελλάδα, και φύγαμε.
Στα σύνορα ο φύλακας μάς ρώτησε βαριεστημένος εάν μεταφέρουμε κάτι απαγορευμένο και αμέσως, αρκούμενος στον λόγο μας, σήκωσε τη μπάρα και μας άφησε να περάσουμε.

Τρίτη 4 Σεπτεμβρίου 2018

πίτσα ματσεντόνιγια


Αν και ανάμεσα στα δυο πρώτα μου ταξίδια στο Βελιγράδι δεν μεσολάβησαν παρά μόνο δυο μήνες, στο μεταξύ πολλά πράγματα είχαν αλλάξει και το σημαντικότερο από αυτά ήταν ότι η Δήμητρα είχε πια μεταναστεύσει στην Αγγλία. Από τη στιγμή, όμως, που είχα πλέον πάρει πολύ στα σοβαρά το θέμα του νέου μου ταξιδιωτικού βιβλίου, το οποίο επρόκειτο να αποτελέσει και τμήμα της διπλωματικής μου, έπρεπε το συντομότερο να ξαναπάω στη σέρβικη πρωτεύουσα για να συνεχίσω την ανορθόδοξη επιτόπια έρευνά μου. Ιδανικό συνταξιδιώτη και συνεργάτη σε αυτή μου την πρισπάθεια βρήκα στο πρόσωπο του Νίκου, με τον οποίο είχαμε ήδη κάνει ένα καλό ρόουντ τριπ στην Πελοπόνησσο το 2010, οπότε είχε περάσει επιτυχώς τις σχετικές εξετάσεις.
Ξεκινήσαμε, λοιπόν, κάπου στα μέσα του Μαρτίου με πολύ όρεξη, αν και με κάποια ψιλοσοβαρά προβλήματα. Πρώτον, τα ηλεκτρικά του αυτοκινήτου μου είχαν, για κάποιον λόγο που δεν εμαθα ποτέ, χαζέψει και άλλοτε κλείδωνε από μόνο του το πορτμπαγκάζ άλλοτε ανεβοκατέβαιναν τα παράθυρα με δικιά τους πρωτοβουλία και άλλα τέτοια όμορφα. Δεύτερον, δυο μέρες πριν αναχωρήσουμε, παρουσιάστηκε μια αιφνίδια βαριά κακοκαιρία, από αυτές που λένε πως πρέπει να αποφεύγουμε τις άσκοπες μετακινήσεις και ένα θηριώδες βαρομετρικό χαμηλό ήρθε και έκατσε πάνω από τη νοτιοανατολική Ευρώπη εξαφανίζοντας κάθε ελπίδα άνοιξης.
Το αρχικό μας πλάνο ήταν να ταξιδέψουμε από τη Θεσσαλονίκη προς τα δυτικά, να περάσουμε τα ελληνοαλβανικά σύνορα κι αφού διασχίσουμε την Αλβανία και το Μαυροβούνιο (διανυκτερεύοντας κάπου καθοδόν) να μπούμε στη Σερβία. Στην επιστροφή από το Βελιγράδι θα ακολουθούσαμε την ίδια πάνω-κάτω διαδρομή που είχαμε κάνει προ διμήνου με τη Δήμητρα. Η ραγδαία, όμως, επιδείνωση του καιρού μάς τρόμαξε και έτσι αποφασίσαμε να αντιστρέψουμε την πορεία μας και να ανέβουμε καταρχάς προς βορρά μέσω της ακόμα ασφαλούς Φυρομίας και ύστερα βλέπαμε τι θα κάναμε.
Αν και σκοπεύαμε να φύγουμε σχετικά νωρίς, η ανόητη ιδέα μου να κατέβω πρώτα στο κέντρο, για να τακτοποιήσω μια, κατά τα άλλα καθόλου επείγουσα, υποχρέωση και ένα άνευ προηγουμένου μπλέξιμο, από αυτά που συνοδεύουν πάντα παρόμοιες ιδέες, καθυστέρησαν την αναχώρησή μας δραματικά, με αποτέλεσμα η νύχτα να μας βρει καπου στου δρόμου τα μισά και να αναγκαστούμε να διανυκτερεύσουμε εκτός προγράμματος στη Νις.
Στο μεταξύ, είχα την ευκαιρία να απολαύσω στο φως ή έστω στο ημίφως της μέρας την όμορφη διαδρομή από την Γευγελή μέχρι τα Σκόπια –την προηγούμενη φορά με τη Δήμητρα περάσαμε βράδυ από εδώ και δεν βλέπαμε τίποτα πέρα από τη διαγράμμιση στο οδόστρωμα- όπου ο αυτοκινητόδρομος περνάει σχεδόν εξ ολοκλήρου μέσα από τη κοιλάδα του Αξιού, πλάι σε καταπράσινα δάση και σουρεαλιστικές ταβέρνες. Αλλά στα κάλλη και τις αντιθέσεις της βορειομακεδονικής υπαίθρου θα επανάλθω αργότερα.
Αφού διασχίσαμε, λοιπόν, όλη τη Φυρομία και αφού ψιλοπιάσαμε κουβέντα στα ελληνικά με όλους τους υπαλλήλους στα διόδια –για κάποιον λόγο όλοι ήθελαν να μάθουν εάν ταξιδεύαμε για μπίζνες ορ πλέζουρ- φτάσαμε στα σύνορα της Σερβίας την ώρα που ξεσπούσε μια τρελή καταιγίδα. Σταματήσαμε στον πρώτο σταθμό που βρήκαμε για να πιούμε έναν καφέ και να δώσουμε στον καιρό τον χρόνο του, αλλά αυτός, όσο περνούσε η ώρα, όλο και το σοβάρευε. Εκεί αποφασίσαμε να περάσουμε το βράδυ στη Νις και να συνεχίσουμε την επόμενη μέρα για το Βελιγράδι.
Η Νις, όπως νομίζω ήδη έχω αναφέρει, είναι η μεγαλύτερη πόλη στα νότια της Σερβίας. Εξαιρετικά δημοφιλής σε όλους τους ταξιδιώτες των Βαλκανίων, όχι τόσο ως προορισμός, όσο ως αναγκαία ενδιάμεση στάση ανάπαυσης. Γενικά, πέρα από τον Μεγάλο Κωνσταντίνο που γεννήθηκε εδώ, δεν φαίνεται να έχει και πολλά πράγματα για να υπερηφανεύεται. Οι πολλές και πάντα αναγκαίες στάσεις, πάντως, που θα κάνω εδώ στα επόμενα ταξίδια θα βοηθήσουν στο να ανακαλύψω έστω και συμπτωματικά διάφορα ενδιαφέροντα πράγματα. Προς το παρόν, όμως, το μόνο που μας αποσχαλούσε ήταν να βρούμε κάπου για να διανυκτερεύσουμε.
Εδώ πρέπει να κάνω μια παρένθεση. Γενικά, δεν φημίζομαι για την προνοητικότητά μου, ειδικά όταν ταξιδεύω. Αυτό, βέβαια, συχνά με βάζει σε μπελάδες, αλλά τις περισσότερες φορές μάλλον μου έχει βγει σε καλό. Έτσι, προτιμώ, εάν δεν συντρέχουν ιδιαίτερες συνθήκες, να μην κλείνω από πριν δωμάτιο στα μέρη που επισκέπτομαι. Η τακτική που ακολουθώ είναι συνήθως η εξής: Μπαίνοντας σε μια καινούρια και άγνωστη πόλη, ακολουθώ τις ταμπέλες που υποδεικνύουν τον δρομο προς τον σιδηροδρομικό σταθμό, όπου κατά κανόνα εκεί τριγύρω μπορείς να βρεις και κάποιο οικονομικό κατάλυμα, αλλά και μέρος για να παρκάρεις με ασφάλεια. Επίσης, όσο αργά και να είναι, πάντα υπάρχουν γύρω από τους σταθμούς μαγαζιά ανοιχτά όλο το εικοσιτετράωρο. Έτσι, ούτε νηστικός κινδυνεύεις να μείνεις ούτε και διψασμένος. Τέλος, στις περισσότερες ευρωπαϊκες πόλεις, ο κεντρικός σταθμός δεν απέχει πολύ από το κέντρο, οπότε εάν πρόκειται απλώς εκεί να διανυκτερεύσεις και να αναχωρήσεις το πρωί για αλλού, προλαβαίνεις άνετα να κάνεις και μια βόλτα. Στο μεταξύ, έχεις ήδη κάνει μια πρώτη βόλτα αναζητώντας ελεύθερο δωμάτιο – καλύτερα να έχει αφήσει στο αμάξι τις αποσκευές ή να έχεις πάρει μαζί μόνο τα απαραίτητα για αυτή τη μία διανυκτέρευση και να έχεις βολέψει τα υπόλοιπα πράγματά σου στο πορτμπαγκάζ ή σε άλλο μέρος μη ορατό από τους νυκτόβιους περαστικούς.
Πάντως, ταμπέλα που να μας δείχνει το δρόμο προς τον σιδηροδρομικό σταθμό δεν είδαμε πουθενά στη Νις. Ως εκ τούτου, κινηθήκαμε κατευθείαν προς το κέντρο, στο οποίο δεν είμαι σίγουρος ότι φτάσαμε ποτέ, αφού αυτό που τελικά θεωρήσαμε κάποια στιγμή ως κέντρο δεν διέφερε σημαντικά από τις άλλες γειτονίες της πόλης. Εν πάση περιπτώσει, βρήκαμε κάπου μια κεντρική οδό με πολλά χόστελ και ξενοδοχεία, διαλέξαμε ένα στην τύχη, και το οποίο ήταν μια χαρά, και βγήκαμε για να δειπνήσουμε. Λίγη ώρα μετά και ύστερα από μια καλή βόλτα στις όχθες του Νίσαβα, ανακαλύψαμε και ένα μπαρ της πρόκοπης και μπήκαμε να ζεσταθούμε λίγο.
Το επόμενο πρωί είπαμε να μην φύγουμε αμέσως και να κάνουμε πρώτα λίγο τουρισμό στην πόλη. Πολύ κοντά εκεί που είχαμε βρει δωμάτιο βρισκόταν –βρίσκεται ακόμα, δηλαδή- το κάστρο της πόλης. Λίγο ρωμαϊκο, λίγο μεσαιωνικό, λίγο οθωμανικό, λίγο από όλα, όπως τα περισσότερα από τα οχυρωματικά αξιοθέατα των Βαλκανίων, έμοιαζε κάπως στραβωμένο με τον τουριστικό ρόλο που του είχε επιφυλάξει η ιστορική εξέλιξη. Βέβαια την εποχή που το επισκεφτήκαμε οι μόνοι τουρίστες σε ολόκληρη τη Νις ήμασταν εμείς οι δύο. Οι περισσότεροι περαστικοί που διέσχιζαν το πάρκο που το περιβάλλει ήταν άνθρωποι της πόλης που έκοβαν δρόμο μέσα από αυτό για να πάνε στη δουλειά τους.
Μετά περιπλανηθήκαμε μες στην αγορά και εκεί πέσαμε πάνω σε ένα χάλκινο γλυπτό σύμπλεγμα, όπου δυο άντρες, ένας κάτι σαν λόγιος και ένας σαν χωριάτης, κάθονταν σε ένα τραπέζι και τα λέγανε. Στα πόδια τους είχαν αράξει κάτι αδέσποτα σκυλιά, εκ των οποίων το ένα ήταν επίσης χάλκινο και μέρος του όλου έργου. Το σύμπλεγμα περιελάμβανε και μια κενή καρέκλα, στην οποία κάθισα και ζήτησα από τον Νίκο να με φωτογραφίσει για να του ανταποδώσω φυσικά στη συνέχεια. Αργότερα, το έψαξα λίγο στο ίντερνετ και βρήκα ότι τα πρόσωπα που απεικονίζονται στο εντυπωσιακό, αν και χαμηλόφωνο, γλυπτό είναι ένας σημαντικός σέρβος συγγραφέας και ο ήρωας ενός από τα μυθιστορήματά του.
Μετά κι από αυτό και θεωρώντας πως είχαμε εξαντλήσει τα αξιοθέατα της Νις, γυρίσαμε στο αμάξι και φύγαμε για το Βελιγράδι. Όπως ανέφερα και στο προηγούμενο κεφάλαιο, τα σχετικά με τις βελιγριαδιώτικές μου περιπέτειες εδώ θα παραλείπονται, οπότε τρεις μέρες μετά…
…Κι αφού ξεσηκώσαμε την πεκάρα (φούρνος) της γειτονιάς, επιβιβαστήκαμε στο Αντάμομπιλ και πήραμε ξανά τον δρόμο που ενώνει τον Δούναβη με το Αιγαίο.
Αφού το σχέδιο μας να επιστρέψουμε, έστω, στη Θεσσαλονίκη μέσω Μαυροβουνίου και Αλβανίας ναυάγησε οριστικά λόγω των καιρικών συνθηκών, οι οποίες είχαν προκαλέσει σοβαρά προβλήματα στα δυτικά Βαλκάνια, αποφασίσαμε να περιπλανηθούμε στις δύο μέρες που μας είχαν μείνει στη χώρα δίχως όνομα και να επισκεφτούμε την Οχρίδα. Έτσι, διασχίσαμε ξανά υπο καταρρακτώδη βροχή το περήφανο παλιό γιουγκοσλαβικό δίκτυο προς το Νότο και αφού ξαναπεράσαμε τα σερβοφυρομιανά σύνορα, αντί να συνεχίσουμε προς τα Σκόπια, στρίψαμε δυτικά και αρχίσαμε να κατευθυνόμαστε προς το Τέτοβο.
Λίγη ώρα μετά μπήκαμε στο πρώτο αλβανικό χωριό, με τον κεντρικό του δρόμο καταστόλιστο από κόκκινες σημαίες με το δικέφαλο αετό και τους ράθυμους κατοίκους του να μας κοιτάζουν σαν να είμαστε εξωγήινοι. Αργότερα θα μάθουμε ότι περάσαμε ξυστά από ένα σωρό ενδιαφέροντα μνημεία της φύσης και της Ιστορίας, αλλά η βιασύνη μας να μην μας βρει η νύχτα πάνω στα άγρια βουνά μάς έκανε να δούμε τη μισή σχεδόν χώρα μέσα από το παράθυρο.
Τα χωριά κάποια στιγμή σταμάτησαν και ο δρόμος άρχισε να ανηφορίζει και να χάνεται μέσα σε πυκνά δάση. Σύμφωνα με τους υπολογισμούς του Νίκου θα έπρεπε ήδη να πλησιάζουμε αν όχι να φτάνουμε στην Οχρίδα. Μια χιλιομετρική υπόδειξη, όμως, που μόλις που καταφέραμε να διακρίνουμε μέσα στην ομίχλη, έβαλε τα πράγματα στη θέση τους και εμάς καμιά κατοσταριά χιλιόμετρα ακόμα μακριά από τον προορισμό μας. Για πρώτη φορά αισθάνθηκα κούραση και ίσως και λίγο φόβο. Το ορεινό οδικό δίκτυο των γειτόνων μας, γεμάτο με επικίνδυνες κλίσεις, κατεστραμμένα οδοστρώματα, ζώα που πετάγονταν από το πουθενά για να τσεκάρουν τα αντανακλαστικά των οδηγών καθώς και η παντελής απουσία καφέ και βενζινάδικων με έκαναν να παραδώσω για πρώτη φορά το τιμόνι στα χέρια του Νίκου. Ο οποίος τελικά αποδείχτηκε καλύτερος οδηγός παρά συνοδηγός και χωρίς να το καταλάβω πώς είδα μετά από λίγο τη λίμνη της Οχρίδας να απλώνεται μπροστά μας.
Αλλά οι αναποδιές δεν έλεγαν να τελειώσουν. Ενώ η βροχή ξανάρχιζε να πέφτει ακόμα πιο δυνατή από πριν, οι υαλοκαθαριστήρες του Ανταμομπίλ βαρέθηκαν μάλλον τα πηγαινέλα και είπαν να αράξουν λίγο, αφήνοντάς μας στο έλεος της φύσης. Ειλικρινά, δεν θυμάμαι πώς καταφέραμε να διανύσουμε τα τελευταία χιλιόμετρα μέχρι την πόλη της Οχρίδας. Με έναν μαγικό τρόπο, πάντως, όταν φτάσαμε όλα έγιναν πολύ εύκολα. Μέσα σε ελάχιστα λεπτά βρήκαμε ένα ζεστό και καθαρό δωμάτιο και δίπλα στον ξενώνα ακριβώς μια πολλά υποσχόμενη πιτσαρία.
«Τι θα πάρεις», με ρώτησε ο Νίκος. «Λέω να δοκιμάσω την πίτσα ματσεντόνιγια», του απάντησα. «Είσαι προδότης», μου είπε. «Είμαι περίεργος και πεινασμένος», του απολογήθηκα.
Περήφανος που αξιώθηκα να δοκιμάσω μια πίτσα βασισμένη στην ίδια ακριβώς συνταγή που κάποτε τιμούσαν ο Παρμενίωνας, ο Φιλώτας, ο Κάσσανδρος και τα άλλα παιδιά, παρήγγειλα και μια Σκόπσκο για να το γιορτάσω. Λέγαμε μετά το φαγητό να βγούμε και μια βόλτα, αλλά η κούραση και η βροχή που δεν έλεγε καθόλου να κοπάσει μάς έστειλαν από νωρίς στα κρεβατάκια μας.
Το επόμενο πρωί σηκωθήκαμε χαράματα για να προλάβουμε τη μέρα. Ο καιρός φάνηκε κάπως να ανοίγει, οπότε, αφού πήραμε πρωινό στα όρθια σε κάποιον ανατολίτικο φούρνο εκεί στη γειτονιά, κατευθυνθήκαμε προς το παραλίμνιο μονοπάτι για να δούμε από κοντά τα ρωμαϊκά και τα βυζαντινά μνημεία και ερείπια.
Το σπουδαίο ιστορικό παρελθόν της Οχρίδας μοιάζει ταπεινωμένο, όχι τόσο από τη σύγχρονη ζωή της πόλης, όσο από τις αστείες προσπάθειες των φυρομιανών να το αναδείξουν, υποτίθεται. Κι όμως, κρατά ακόμα σε μεγάλο βαθμό μια μεταφυσική σαγήνη κι ο επισκέπτης μπορεί πάντα να ελπίζει πως κάποιο φάντασμα θα πεταχτεί κάποια στιγμή μπροστά του για να τον ξεναγήσει στα λημέρια του.
Ύστερα ανηφορήσαμε ξανά προς την πόλη και χωθήκαμε στα σοκάκια της παλιάς συνοικίας με τα φτωχικά, αλλά περιποιημένα σπίτια, στον ίδιο ή έστω σε παρόμοιο ρυθμό που συναντά κανείς στην Καστοριά, στην Άνω Πόλη, στην Ξάνθη, στα χωριά της Βουλγαρικής Ροδόπης αλλά και στην Κορυτσά και αλλού, σε ολόκληρη την επικράτεια των Μέσης Βαλκανικής. Αρχιτεκτονική, κουζίνα, μουσική, ένα σωρό πράγματα που τα σύνορα των εθνικών κρατών δεν μπόρεσαν ποτέ να οριοθετήσουν. Το ιστορικό δράμα της χερσονήσου, σε μεγάλο βαθμό προϊόν αμοιβαίων παρεξηγήσεων που κανείς ποτέ δεν θέλησε σταλήθεια να επιλύσει. Κι όμως, αυτή η ακατανίκητη αίσθηση οικειότητας που νιώθεις ταξιδεύοντας σε αυτά τα μέρη, αυτό το ανακάτεμα, όπου δεν είσαι σίγουρος αν έρχεσαι πρώτη φορά ή αν μάλλον επιστρέφεις, επισκεπτόμενος αυτές τις γειτονιάς, αυτό είναι που ίσως κάποτε μας σώσει.
Πριν γυρίσουμε στο αμάξι για να φύγουμε, σταματήσαμε σε ένα ζαχαροπλαστείο και αγοράσαμε ένα σωρό κουτιά με σοροπιαστά για δώρα. Τα πιο πολλά, βέβαια, τα καταναλώσαμε πριν καν περάσουμε τα σύνορα, αλλά και πάλι, η πρόθεση μετράει.
Ύστερα από ένα βιαστικό πέρασμα από το Μοναστήρι, φτάσαμε στο συνοριακό φυλάκιο της Νίκης και λίγο μετά πίναμε πια καφέ στη Φλώρινα. Στον δρόμο για τη Θεσσαλονίκη συνειδητοποίησα ότι ως προς τον βασικό μου σκοπό (το να μαζέψω, δηλαδή, υλικό για το βιβλίο για το Βελιγράδι) το ταξίδι ήταν πολύ πετυχημένο. Κατά τα άλλα, όμως, είχα την εντύπωση ότι σκορπίσα στη διαδρομή ένα σωρό ταξιδιωτικές εκκρεμότητες, τις οποίες σύντομα θα έπρεπε να ξαναπάω να τις μαζέψω.

Δευτέρα 27 Αυγούστου 2018

το κέρδος


Το πρώτο μου οδικό ταξίδι στα Βαλκάνια ξεκίνησε τις τελευταίες μέρες του 2013. Το 13 υπήρξε γενικά μια ωραία, αν και όχι εύκολη, χρονιά, που είχε ακολουθήσει σχεδόν σαν αντίδοτο το δηλητηριώδες και παραλίγο μοιραίο 2012. Έτσι, λοιπόν, για να το γιορτάσω και για να αναβιώσω λίγο τις ταξιδιωτικές μου περιπέτειες των προηγούμενων ετών, που τώρα πια έμοιαζαν σαν να είχαν συμβεί σε κάποια προηγούμενη ζωή, αποφάσισα να ταξιδέψω μέχρι το Βελιγράδι με το αμάξι μου και να υποδεχτώ εκεί το 14.
Η επιλογή του συγκεκριμένου προορισμού δεν έγινε τυχαία. Βρισκόμουν πια στο δεύτερο έτος του μεταπτυχιακού στη Φλώρινα και είχα μόλις επιλέξει ως θέμα της διπλωματικής μου την Ταξιδιωτική Λογοτεχνία. Κι ενώ ως προς το θεωρητικό σκέλος της διπλωματικής ακόμα δεν ήξερα τι μου γινόταν (βλ. «Οι Μυθοσυλλέκτες», Dreamtigers025), στο δημιουργικό είχα αποφασίσει να επαναλάβω τη συνταγή των εντυπώσεων που είχα ήδη δυο φορές δοκιμάσει (βλ. «Ανακάλυψε Περιπλανώμενος», Dreamtigers002 και «Σαν το Χασαπόσκυλο», Dreamtigers005) και την οποία τότε ακόμα θεωρούσα πολύ πετυχήμένη.   
Ξεκινήσαμε, λοιπόν, από τη Θεσσαλονίκη με τη Δήμητρα το πρωί της 29ης Δεκεμβρίου με κατεύθυνση όχι τη Γευγελή, όπως ίσως θα έπρεπε, αλλά τον Προμαχώνα. Επειδή δεν βιαζόμασταν ιδιαίτερα, είχαμε πει να μην ακολουθήσουμε τη συντομότερη οδό, αλλά να ταξιδέψουμε μέσω της Βουλγαρίας και να διανυκτερεύσουμε το πρώτο βράδυ στη Σόφια, κάνοντας έτσι μια μεγάλη και φαινομενικά ανούσια παράκαμψη. Το ξέρω, δεν ακούγεται και πολύ λογικό, αλλά όπως και να έχει, θα βλέπαμε ή έστω θα ξαναβλέπαμε άλλη μια βαλκανική πρωτεύουσα, έστω για λίγες ώρες, ενώ η πολύωρη διαδρομή μέχρι το Βελιγράδι θα έσπαγε σε ένα πιο ξεκούραστο ταξίδι δύο ημερών.
Όσο ανηφορίζαμε τον νομό Σερρών ο φόβος του τι θα συναντήσω στους δρόμους των γειτόνων μας όλο και με πλησίαζε. Όλες τις προηγούμενες φορές που είχα βγει με το αμάξι στο εξωτερικό ήταν ακτοπλοϊκώς από την Ηγουμενίτσα προς την Ιταλία, οπότε δεν είχα καθόλου εμπειρία από τα χερσαία ελληνοβαλκανικά σύνορα. Βέβαια η Βουλγαρία ήταν πια μέλος της Ευρωπαϊκής μας Ένωσης, αλλά παρόλα αυτά οι έλεγχοι που θα συναντούσαμε στον Προμαχώνα δεν είχαν καμία σχέση με τα αόρατα συνοριακά φυλάκια της Δυτικής Ευρώπης. Έτσι, μετά από μια μακρά αναμονή στην ουρά μπροστά από την μπάρα των συνόρων, ήρθε η ώρα του ελέγχου. Οι συνοριοφύλακες, αφού τσέκαραν όλα τα έγγραφα, τα δικά μας και του αυτοκινήτου, μας έκαναν την ερώτηση του ενός εκατομμυρίου: «Είστε υπόδικοι ή έχετε καταδικαστεί πρόσφατα για κάποια αξιόποινη πράξη από ελληνικό δικαστήριο;» Ο διαρκής πειρασμός του να απαντήσω θετικά σε τέτοιες ερωτήσεις για χάρη και μόνο της αφήγησης παραλίγο να καταστρέψει το ταξίδι μας, αλλά ευτυχώς τελικά είπα «όχι, βέβαια… για ποιους μας περάσατε;» και τη γλιτώσαμε.
Ο κεντρικός οδικός άξονας που συνδέεει τη Θεσσαλονίκη με τη Σόφια είναι ακόμα, στο μεγαλύτερό του μέρος, σε κακό χάλι. Ο νέος σύγχρονος αυτοκινητόδρομος που ακόμα, μέχρι σήμερα, κατασκευάζεται θα μειώσει δραστικά τη χρονική απόσταση ανάμεσα στις δύο εξαδέλφες πόλεις. Οι Βούλγαροι, πάντως, σε αντίθεση με άλλους Βαλκάνιους είναι γενικά προσεκτικοί οδηγοί και αν αποφεύγεις τις υπερβολές δεν συναντάς προβλήματα. Κατά μήκος των πρώτων δεκάδων χιλιομέτρων ο δρόμος είναι διάσπαρτος από μαγαζιά με ελληνικές επιγραφές, όπου πουλιούνται περίπου τα πάντα σε τιμές απαλλαγμένες από τα φορολογικά έθιμα της Ελληνικής Δημοκρατίας. Στο μεταξύ, με μέτωπο προς την αντίθετη κατεύθυνση, βλέπεις ξεχασμένες από το καλοκαίρι να κρέμονται από τους στύλους επιγραφές που διαφημίζουν στα βουλγάρικα τα παραθεριστικά θέλγητρα της Χαλκιδικής και της Θάσου. Η ανταλλαγή δεν μοιάζει και πολύ δίκαιη, αλλά, εντάξει, κάπως έτσι δεν τα βρίσκουν πάντα οι γείτονες; Δώσε μου λίγη ζάχαρη και εγώ θα σου ποτίζω τις γλάστρες όσο λείπεις.
Οι βουλγάρικοι δρόμοι δεν έχουν δίοδια. Ωστόσο, οι επισκέπτες πρέπει, με το που περνούν τα σύνορα, να αγοράσουν από κάποιο βενζινάδικο μια βινιέτα. Αυτό τότε δεν το γνώριζα και χάρη στην διακριτική παρουσία των Βούλγαρων αστυνομικών στο εθνικό τους δίκτυο (σε αντίθεση με ότι συμβαίνει αντίστοιχα με όλους τους πρώην Γιουγκοσλάβους) άργησα πολύ να το μάθω. Πάντως, στα μισά κάπου του δρόμου σταματήσαμε σε ένα βενζινάδικο για να προμηθευτούμε καύσιμα για εμάς και για το Ανταμομπίλ και όπως θα συμβεί σχεδόν και σε όλα τα βαλκανικά ταξίδια μου στη συνέχεια, κωλοβαρέσαμε τόσο πολύ που κάθε σχετικός προγραμματισμός άρχισε πια να ξεχειλώνει.
Τέσσερις με πέντε ώρες μετά είδαμε μπροστά μας τη Σόφια και τότε η Δήμητρα με ρώτησε «απόψε πού θα μείνουμε;». Οπότε, ενώ κοιτούσα να βρω την κατάλληλη είσοδο που να πηγαίνει με ασφάλεια προς το κέντρο της πόλης, άρχισα να της εξιστορώ το χρονικό της προηγούμενης επίσκεψής μου στην βουλγάρικη πρωτεύουσα.
Πριν τον Δεκέμβρη του 2013 είχα επισκεφτει άλλες τρεις φορές τη Βουλγαρία. Οι δύο πρώτες ήταν με τους γονείς μου, όταν ήμουν πολύ μικρος, και δεν θυμάμαι σχεδόν τίποτα. Η τρίτη ήταν την Πρωτομαγιά του 2010, όταν ταξιδέψαμε παρέα με τον Γεώ (θα τον συναντήσουμε ξανά παρακάτω) με τραίνο από τη Θεσσαλονίκη. Το τελευταίο αυτό ταξίδι υπήρξε ιδιαιτέρως κρίσιμο, για λόγους που δεν είναι της παρούσης, και το θυμάμαι πάντα, κάθε φορά που ξεκινάω να οργανώσω κάποιο ταξίδι βορείως των συνόρων μας. Εν πάση περιπτώσει, κατά τη διάρκεια εκείνης της ολιγοήμερης επίσκεψης στη Σόφια την άνοιξη του 10 –η άνοιξη είναι μακραν η καλύτερη εποχή για να ταξιδέψει κανείς στη γείτονα- μείναμε σε έναν ταπεινό και άθλιο ξενώνα στο κέντρο της πόλης, από αυτούς που κανονικά, όταν φεύγεις, ορκίζεσαι πως δεν θα ξαναπατήσεις. Για τους ίδιους λόγους, ωστόσο, που δεν είναι της παρούσης, όπως ήδη επεσήμανα, ήθελα πολύ να τον ξαναεπισκεφτώ τρισήμιση χρόνια μετά, έστω για ένα βράδυ, με κίνδυνο, βέβαια, να διαταράξω τις σχέσεις μου με την αγαπημένη μου συνταξιδιώτισσα. Έτσι, είχα θεωρήσει δεδομένο ότι όχι μόνο θα τον ξαναβρώ με κλειστά σχεδόν τα μάτια, αλλά και ότι θα έχει μες στις γιορτές ελεύθερο δωμάτιο που θα μας περιμένει. Τελικά, έπεσα μέσα μόνο στη δεύτερη μου πρόβλεψη και μετά από μια μικρή περιπλάνηση, που προσπάθησα να μετατρέψω σε ξενάγηση - στη βάση των όσων θυμόμουν ή παρίστανα ότι θυμόμουν από τότε- φτάσαμε την ώρα που νύχτωνε έξω από το χόστελ δίχως όνομα της ούλιτσα Ιβάν Ντένκογλου.
Στο κέντρο της Σόφιας κυριαρχεί μια σαγηνευτική παρακμή, που αν κάτσεις και την παρατηρήσεις λίγο περισσότερο από ότι θα έκανε ένας απλός περαστικός, υπάρχει κίνδυνος να σε ρουφήξει. Όλες οι βαλκανικές πρωτεύουσες λίγο-πολύ μοιάζουν και το πιο κοινό χαρακτηριστικό τους είναι η διαρκής πάλη τους να αποδείξουν ότι είναι ευρωπαϊκές μεγαλουπόλεις. Η Σόφια, η πιο βαλκάνια από όλες, μοιάζει να είναι η πιο αμήχανη, σαν να μην λέει με τίποτα να αποφασίσει σχετικά με τι θα ήθελε να κρατήσει από το παρελθόν της και τι να αφήσει πίσω. Η αμηχανία της αυτή της προσδίδει μια συγκινητική, εφηβική γλυκύτητα που βέβαια ιστορικά είναι εντελώς αδικαιολόγητη, αφού πρόκειται για μια από της αρχαιότερες πόλεις της ηπείρου. Κάποτε, επεσήμανα με θαυμασμό σε έναν φίλο Βούλγαρο το πόσα πολλά όμορφα και παλιά σπίτια στέκουν ακόμα στη θέση τους στην πόλη για να μου απαντήσει κυνικά πως αν είχαν περισσότερα λεφτά, θα τα είχαν γκρεμίσει όλα και θα έιχαν χτίσει άλλα καλύτερα στη θέση τους. Όταν του είπα ότι αυτό συνέβη ήδη στην Ελλάδα με τα γνωστά αποτελέσματα που ακομα μετανιώνουμε, επέμεινε λέγοντάς μου ότι αυτο είναι που γουστάρουν, να κάνουν πράγματα και ας τα μετανιώσουν μετά. Αυτό ακριβώς είναι η Σόφια, μια αιώνια πεισματάρα έφηβη που δεν ξέρει τι θα ήθελε να γίνει όταν μεγαλώσει.
Θα επανέλθουμε, όμως, στη Σόφια στη συνέχεια, αφού θα ξαναπεράσουμε τρεις φορές τουλάχιστον μέσα στο 2018. Τώρα ακόμα βρισκόμαστε στα τέλη του 13 και η Σόφια δεν είναι παρά μια αναγκαία στάση στον δρόμο μας για το Βελιγράδι. Αφού, λοιπόν, φάγαμε και κάναμε και κάτι λίγα ψώνια -μεταξύ των οποίων αγόρασα και τη ζακέτα που συμπτωματικά φοράω αυτή τη στιγμή που γράφω- συνεχίσαμε τη βόλτα μας και περάσαμε από τους πάγκους των παλαιοβιβλιοπώληδων της ούλιτσα Σολούνσκα. Αν και δεν είχαμε ιδέα για το περιεχόμενο των περισσότερων βιβλίων που πήραμε στα χέρια μας και ξεφυλλίσαμε –όλα, εννοείται, στα κυριλλικά- η Δήμητρα επέμεινε και τελικά αγόρασε μερικά. Τέσσερα χρόνια μετά, όταν θα άνοιγε το δικό της παλαιοβιβλιοπωλείο στη Θεσσαλονίκη, θα θυμόμουν τους πάγκους με τα παλιά βιβλία στη Σόφια και θα έλεγα, «α, μάλιστα… τώρα όλα εξηγούνται.»
Η ώρα όμως είχε περάσει και την επόμενη είχαμε πολύ πρωινό ξύπνημα. Γυρίσαμε στο χόστελ και το βρήκαμε να μυρίζει εκκωφαντικά αλκοόλ και βραστό λάχανο. Πιάσαμε λίγο κουβέντα με ένα ζευγάρι Σέρβων που έμενε στο διπλανό δωμάτιο και είχαν έρθει για να περάσουν τις γιορτές στη Σόφια. Όταν τους είπαμε ότι εμείς πηγαίνουμε να κάνουμε Πρωτοχρονιά στο Βελιγράδι, μας πρότειναν να πιούμε στην υγειά του άγνωστου ζευγαριού Βουλγάρων που περίμεναν να υποδεχτούν το 2014 στην Αθήνα. Πέσαμε στα κρεβάτια. Η Δήμητρα κοιμήθηκε αμέσως. Εγώ, για να με πάρει ο ύπνος, άρχισα να μετρώ τα τραμ που περνούσαν κάτω από το παράθυρό μας. Λίγη ώρα μετά, ένα από αυτά σταμάτησε και άφησε ένα όνειρο προφητικό δίπλα στο μαξιλάρι μου.
Ξυπνήσαμε χαράματα. Τα μαγαζιά στον πεζόδρομο της Βίτοσσα δεν είχαν ακόμα ανοίξει. Φάγαμα για πρωινό κάτι σοκοφρέτες που είχα στο αμάξι και σταματήσαμε για καφέ στο πρώτο βενζινάδικο που βρήκαμε έξω από την πόλη. Η διαδρομή μέχρι τα βουλγαροσερβικά σύνορα ήταν όμορφη στην αρχή, αλλά σύντομα άρχισε να γίνεται αλλόκοτη, έως και τρομακτική. Τα βουλγάρικα δάση έδωσαν σύντομα τη θέση τους σε ένα σκληρό βραχώδες τοπίο, το οποίο στη συνέχεια μετατράπηκε σε έναν αποτρόπαιο κάμπο, όπου κάτι σαν άσπρη στάχτη ή σαν βρώμικο βαμβάκι έμοιαζε να έχει κάτσει παντού τριγύρω μας, πάνω στα απέραντα χωράφια που απλωνόταν αριστερά και δεξιά μας. Μια βαριά μετααποκαλυπτική ατμόσφαιρα που ήθελα να προσπεράσω όσο πιο σύντομα γινόταν.
Περάσαμε τα σύνορα, αλλά το άγριο αυτό σκηνικό συνέχισε να βαζανίζει την όρασή μας για αρκετά ακόμα χιλιόμετρα και επί σερβικού εδάφους. Μονάχα όταν αρχίσαμε να πλησιάζουμε τη Νις φάνηκε να μαλακώνει κάπως. Μια ταμπέλα πριν από την είσοδο της μεγαλύτερης πόλης του σερβικού νότου μας καλωσόριζε στη γενέτειρα του Μεγάλου Κωνσταντίνου. Την προσπεράσαμε. Η Δήμητρα άρχισε να ψάχνει τα σι-ντι της και βρήκε ένα που είχε γράψει ειδικά για την περίσταση. Το έβαλε να παίξει. Βαλκανικά ηχοχρώματα ανακατεμένα με σύγχρονους δυτικούς ρυθμούς άρχισαν να ταρακουνούν το Ανταμομπίλ, που μετά από τους επαρχιώτικους βουλγάρικους δρόμους έμοιαζε τώρα, στο περήφανο παλιό γιουγκοσλαβικό οδικό δίκτυο, να βρίσκει την υγειά του. Το Βελιγράδι ήταν μπροστά μας. Το 2014 επίσης. Μπορούσαμε πια να αφήσουμε όλου του κόσμου την καμένη γη ξωπίσω μας με την ελπίδα πως μέχρι να γυρίσουμε, θα έχει αρχίσει και αυτή κάπως να ξαναπρασινίζει.
Το μεσημέρι μάς βρήκε έξω από το Βελιγράδι. Τα όσα συνέβησαν, τα όσα είδαμε, τα όσα γνωρίσαμε εκεί τις δύο τελευταίες μέρες του 13 και την πρώτη του 14, αν και πολύ ενδιαφέροντα, δεν γίνεται να χωρέσουν μέσα στο παρόν αφήγημα, αφού έχουν ήδη αποτελέσει υλικό άλλων αποσπασμάτων («Για μια Χούφτα Δηνάρια», Dreamtigers018). Ως εκ τούτου, τόσο αυτό όσο και τα επόμενα δύο ταξίδια προς και από το Βελιγράδι που έκανα μέσα στο 2014 θα διακόπτονται και θα επανεκκινούν έξω από τις πύλες της Λευκής Πόλης. Άλλωστε, είπαμε, θέμα του παρόντος βιβλίου είναι ο δρόμος και όχι ο προορισμός.
Οπότε…
Το πρωί της 2ας Ιανουαρίου 2014 αφήσαμε το αγαπημένο διαμέρισμα στην Ούλιτσα Κουμπρίνα, φορτώσαμε τα πράγματα στο αμάξι και φύγαμε από το Βελιγράδι. Η απόσταση μέχρι τη Θεσσαλονίκη, ακόμα και με το μέγιστο της ταχύτητας που αναπτύσσουμε εγώ και το αυτοκίνητο μου, φαινόταν απαγορευτική για να την καλύψουμε μέσα σε μία μέρα. Για αυτό το λόγο είχαμε εκ των προτέρων συμφωνήσει με τη Δήμητρα να διανυκτερεύσουμε στα Σκόπια.
Ενώ διασχίζαμε την Παλαιά Γιουγκοσλαβία προς τον Νότο, πέρα από τις άλλες αναγκαίες στάσεις, βγήκαμε κάποια στιγμή στην άκρια του αυτοκινητοδρόμου για να γιορτάσουμε με το Ανταμομπίλ τη συμπλήρωση των 100.000 χιλιομέτρων. Ένιωσα εξαιρετικά ευτυχής που το ταξιδιωτικό αυτό ορόσημο με βρήκε σε κάποιον από τους μεγάλους δρόμους του εξωτερικού και όχι σε κάποια συνήθη διαδρομή της καθημερινότητάς μου. Τώρα που το ξανασκέφτομαι, νομίζω ότι το πανηγύρισα περισσότερο και από τον ερχομό του τότε νέου έτους. Επίσης, τώρα που γράφω, το αυτοκίνητο μου έχει πια ολοκληρώσει έξι φορές την περίμετρο της Γης και, ποιος ξέρει, ίσως μια μέρα καταφέρω να το δω να φτάνει μέχρι τη Σελήνη.
Στα Σκόπια φτάσαμε το απόγευμα. Μόλις που είχε αρχίσει να νυχτώνει. Η εικόνα της μυστηριώδους πόλης μού φάνηκε τρομακτική και κωμική ταυτόχρονα. Γκροτέσκα, ναι, μάλλον αυτή είναι η σωστή λέξη. Αφού περιπλάνηθήκαμε λίγο ανάμεσα στα ασυνάρτητα μνημεία της γύψινης αυτής Αλεξάντερλαντ, αφήσαμε κάπου το αμάξι και κατεβήκαμε να περπατήσουμε.
Καθίσαμε να πιούμε έναν καφέ. Η σερβιτόρα μάς μίλησε στα ελληνικά, αν και δώσαμε στα αγγλικά την παραγγελία μας. Αυτό επανηλήφθηκε πολλές φορές σε όλες τις μετέπειτα επισκέψεις μου στην πρωτεύουσα της Άλλης Μακεδονίας. Το πιο ενδιαφέρον από όλα, πάντως, δεν είναι η μόνιμη σχεδόν φιλική διάθεση των Σκοπιανών, αλλά η ιδιαίτερη προφορά τους όταν μιλούν τη γλώσσα μας, έτσι όπως την κάνουν να ακούγεται σαν μια άγνωστη και αχαρτογράφητη τοπική διάλεκτος.
Τα ανάμεικτα συναισθήματα που μας δημιούργησε αυτή η σύντομη επίσκεψη συνέβαλαν αποφασιστικά στο να την κάνουν ακόμα πιο σύντομη από ότι υπολογίζαμε. Μόλις τελειώσαμε με τον καφέ, η Δήμητρα με ρώτησε πόσο μακριά είναι η Θεσσαλονίκη. Λίγη ώρα μετά βρισκόμασταν ξανά μέσα στο αμάξι και επιστρέφαμε κανονικά στο σπίτι, όπου και θα φτάναμε κατάκοποι εκεί προς τα μεσάνυχτα.
Στα Σκόπια και στη Μακεδονία του Βορρά θα επιστρέψω για να γράψω περισσότερα στα επόμενα κεφάλαια. Κλείνοντας το παρόν κεφάλαιο, πάντως, θα ήθελα να αναφερθώ στη δική μου μοναχική επιστροφή προς τον Βόλο την επόμενη μέρα. Ειλικρινά, δεν θυμάμαι πιο ευχάριστη διαδρομή από εκείνη. Η ξέγνοιαστη εθνική οδός, το παιδικό φως της μέρας που την έκανε να μοιάζει ανοιξιάτικη, διάφοροι άλλοι λόγοι που ακόμα δεν έχω καταφέρει να εξακριβώσω, εκείνο εκεί το πρωινό αισθάνθηκα πως μια καινούρια εποχή είχε μόλις ανατείλει.
Σήμερα, τεσσεράμιση χρόνια μετά, ανατρέχω στο τότε ημερολόγιό μου για να το συμβουλευτώ για όσα έχω ξεχάσει. Στην τελευταία σελίδα του 2013 που γράφτηκε στο Βελιγράδι, μετά το πλανόδιο μας ρεβεγιόν στην ούλιτσα Καρατζόρτζεβα, διαβάζω μία λέξη: «Κέρδισα».

Σάββατο 11 Αυγούστου 2018

η αφισσα

ξανα στο καφενειο της γειτονιας. ενω περιμενω να μου φτιαξουν τον καφε μου, μπαινει φουριοζα μια κοπελα κ λεει: "να σας κολλησω μια αφισσα;" "περι τινος προκειται;" της κοβει τη φορα ο καφετζης. "ειναι για μια παρασταση;" του απαντα. "ε, τι παρασταση;" επιμενει αυτος. "για τον ορεστη", του λεει αυτη κ ξεδιπλωνει την αφισσα για να του τη δειξει. "ποιον ορεστη; αυτον που σκοτωσε τη μανα του κ τον γκομενο της; οχι, δεν θελουμε. αρκετα οικογενειακα δραματα εχουμε. μας φτανουν." η κοπελα κοντοστεκεται στην εισοδο με την αφισσα στα χερια. δεν ξερει ουτε αν πρεπει να μεινει ή να φυγει ουτε αν θελει να ζητησει συγγνωμη ή να τον βρισει. στεναχωριεμαι λιγο κ λεω να παρεμβω: "ε.. ειναι του ευρυπιδη." "ποιου, μωρε;" εκρηγνυται τωρα ο καφετζης, "αυτουνου που τον παρατησε η γυναικα του κ υστερα πηγε στη μακεδονια κ τον φαγαν τα σκυλια; οχι, ενταξει.. ευχαριστουμε. δεν θα παρουμε." οσο κ αν με εξοργιζει η συμπεριφορα του, οι γνωσεις του με εντυπωσιαζουν. οπως εντυπωσιαζουν μαλλον κ την κοπελια, η οποια πλησιαζει προς το μπαρ κ τον ρωταει: "εσυ δεν εισαι ο μιχαλης; δεν ησουν στη φιλοσοφικη στα γιαννενα;" "ναι", απανταει αυτος, "ρε μαρια, τωρα σε γνωρισα". ευτυχως που υπαρχουν κ οι αδιοριστοι φιλολογοι κ κινουνται λιγο στην πολη οι ιστοριες κ η αγορα τωρα το καλοκαιρι

Δευτέρα 6 Αυγούστου 2018

η βαλιτσα

εκεινη κουβαλαει μια τεραστια βαλιτσα χωρις ροδακια στον πεζοδρομο. αυτος πινει καφε κ διαβαζει κατι. περναει απο μπροστα του αγκομαχωντας. αμεσως παραταει διαβασμα κ καφε, σηκωνεται κ την ρωταει αν θελει βοηθεια. του χαμογελα. του δειχνει την πολυκατοικια απεναντι. του λεει οτι σχεδον εφτασε, αλλα, ναι, αν θα μπορουσε να τη βοηθησει στα σκαλια της εισοδου.. της αρπαζει τη βαλιτσα χωρις δευτερη κουβεντα. η προθυμια του δειχνει πως αν τον αφηνε θα σηκωνε στα χερια κ την ιδια. προχωρανε. εκεινη ψαχνει για τα κλειδια μεσα στην τσαντα της. φτανουν μπροστα στην εισοδο. εκεινη συνεχιζει να ψαχνει. ανεβαινουν τα σκαλια. εκεινη βγαζει μεσα απο την τσαντα ενα πακετο χαρτομαντηλα, ενα αποσμητικο, μια καρτα αναληψης μετρητων, εναν λογαριασμο της υδρευσης, μια βουρτσα, ενα ανοιχτηρι για κονσερβες, μια ονειροπαγιδα, εναν πυρηνικο αντιδραστηρα κ διαφορα αλλα απολυτως απαραιτητα, εκτος απο τα κλειδια της. "μα πού τα βαλει;" αναρωτιεται φωναχτα. ενω συνεχιζει τις ανασκαφες, αυτος ακουμπαει κατω τη βαλιτσα κ περιμενει στωικα. βασικα, θα μπορουσε κ να επιστρεψει στη θεση, αφου το χρεος του το εκανε. αλλα μηπως δεν ηταν κ τοσο ανιδιοτελης η προσφορα του; "ενταξει, μην σε κραταω αλλο.. θα τα βρω. σευχαριστω πολυ", του λεει κ του δινει το χερι της. "εγω μενω απεναντι", της απανταει αυτος, λες κ τον ρωτησε κανενας. "α, ναι;" του λεει εκεινη προσπαθωντας να διαχειριστει αυτην την απροσδοκητη πληροφορια, "εγω ηρθα για το σαββατοκυριακο". μετα απο κανενα διλεπτο σπαρακτικης αμηχανιας, η χειραψια τους λυνεται κ ο καθενας παιρνει τον δρομο του. παραδοξως, ξεχασαν να πουν τα ονοματα τους, αλλα με καποιον τροπο ειναι σαν να συστηθηκαν: αυτος, ο μενω-απεναντι κ εκεινη, η ηρθα-για-το-σαββατοκυριακο